Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

13. Η Πτώση

20 Δεκεμβρίου 1982

Περπατούσαν μέσα στο σκοτάδι προς τα δέντρα με γρήγορο βήμα, φορώντας οι περισσότεροι μακριά, μαύρα, δερμάτινα πανωφόρια. Το κρύο ήταν έντονα αισθητό. Το ξημέρωμα δεν αργούσε πολύ. Τη σελήνη πάνω από τα κεφάλια τους άρχισαν να τη κρύβουν λευκά σύννεφα. Ο Christopher, η Angelica, ο Charlie, η Evelyn και οι άλλοι 15 μάγοι και μάγισσες που τους συνόδευαν, έφτασαν στις βελανιδιές και χωρίς να σταματήσουν ούτε για λίγο χάθηκαν ανάμεσά τους. Προχώρησαν ακόμη πιο βαθειά μέσα στο σιωπηλό δάσος για τα επόμενα 15 λεπτά και τότε ο Christopher ξαφνικά στάθηκε ακίνητος. Κοίταξε πιο προσεχτικά ίσια μπροστά και διέκρινε το σπίτι που πριν από λίγες μέρες είχαν δει μέσα στον καθρέφτη. Έκανε νόημα στους υπόλοιπους και πριν προλάβει να τους πει να προσέχουν, ένας θόρυβος ακούστηκε. Ήταν ο ήχος που κάνει ένα κλαδί όταν σπάει και ερχόταν πίσω από ένα δέντρο, μόλις μερικά μέτρα από τον ίδιο και την ομάδα του. Μια σκούρα φιγούρα ξεπρόβαλε πίσω από τον κορμό. Τη στιγμή που ο Christopher διαπίστωνε πως απέναντί του πια στεκόταν ο Nicolas και άλλες σκοτεινές φιγούρες έκαναν την εμφάνισή τους. Ήταν όλοι τους εκεί και τους περίμεναν μέσα στη νύχτα. Ο Nicolas ήξερε καλά πως τα σχέδιά του μπορούσαν να έχουν την οποιαδήποτε τύχη, μόνο αν οι αντίθετες φωνές μέσα από την κοινότητα των μάγων εκλείψουν. Ο Christopher ήταν γι' αυτόν μια εκκρεμότητα που έπρεπε να διαγραφεί. Η ώρα της αναπόφευκτης σύγκρουσης είχε φτάσει, καμία όμως παράταξη δεν ήξερε πως όλα ήταν έτοιμα να πέσουν...

Κανένας δεν είπε έστω και μία λέξη, καθώς δεν είχαν βρεθεί εκεί για κουβέντα, ούτε υπήρχε πιθανότητα κάποια ομάδα να αλλάξει πεποιθήσεις. Είχαν έρθει για αίμα και εκδίκηση. Στη στιγμή ο Nicolas έκανε στροφή και έτρεξε προς το σπίτι. Δεν ήταν δειλός, κάθε άλλο. Ήξερε πως ο Christopher θα τον ακολουθούσε, στηριζόταν μάλιστα σ' αυτό κι έτσι ακριβώς έγινε. Ο τελευταίος Winterblood έτρεξε αμέσως πίσω του. Ο πρώτος μπήκε στο ξύλινο σπίτι και δευτερόλεπτα αργότερα τη πόρτα περνούσε και ο δεύτερος μάγος.

"Κλείσε!"...είπε ο Nicolas και η πόρτα έκλεισε απότομα.

Οι δύο άντρες βρέθηκαν σε ένα μεγάλο δωμάτιο ελαφρώς φωτισμένο, με αρκετά παράθυρα και με αμέτρητα βιβλία, είτε τοποθετημένα σε βιβλιοθήκες είτε απλά ακουμπισμένα σε στοίβες στα περβάζια των παραθύρων, σε τραπέζια, ακόμη και στο πάτωμα. Τα μάτια και το δύο είχαν πάρει φωτιά. Ο Christopher φωνάζοντας..."Πώς μπόρεσες να το κάνεις;"...έβγαλε από τη θήκη στη μέση του το στιλέτο του και επιτέθηκε στον Nicolas. Ο τελευταίος αποφεύγοντας το κτύπημα τον έσπρωξε προς τα αριστερά και τον έριξε πάνω σε μια βιβλιοθήκη. Πολλά βιβλία έπεσαν και σκορπίστηκαν στο πάτωμα. Ο Nicolas στάθηκε πάνω απ' αυτά και είπε...

"Ανύψωση και περιστροφή!"

Τα βιβλία σηκώθηκαν στον αέρα και άρχισαν να περιστρέφονται γύρω από τον Nicolas με ορμή, παρασέρνοντας και γκρεμίζοντας φωτιστικά, μπουκάλια με φίλτρα, διακοσμητικά, άλλα βιβλία και ότι άλλο βρισκόταν στο πέρασμά τους. Δυο από αυτά έπεσαν με δύναμη πάνω στο κεφάλι του Christopher. Τα χτυπήματα τον ζάλισαν, τον έκαναν να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στο πάτωμα. Έστω για λίγο. Για την ακρίβεια, για όσο χρειαζόταν ο Nicolas. Ο μεγαλομανής μάγος άρπαξε το στιλέτο του Christopher που είχε πέσει στο έδαφος, έσυρε τη κοφτερή του λεπίδα στο κέντρο της αριστερής του παλάμης και την ώρα που ο Christopher προσπαθούσε να σηκωθεί, έβαλε το ματωμένο του χέρι στο μέτωπό του. Την ίδια στιγμή έσκυψε και του ψιθύρισε κάτι στο αυτί. Όλα μαύρισαν για τον Christopher, αλλά μόνο για τρία δευτερόλεπτα. Όταν άνοιξε τα μάτια του είδε τον Nicolas να βγαίνει από την ανοιχτή πόρτα και να χάνεται μέσα στο δάσος. Σηκώθηκε έχοντας μια απίστευτη ζαλάδα, μάζεψε το στιλέτο του και τον ακολούθησε. Βγήκε από το σπίτι. Έντρομος είδε το χάος που επικρατούσε εκεί έξω.

Παντού κραυγές, οι πυροβολισμοί έπεφταν βροχή, σκόρπιες λέξεις ακούγονταν η μια πίσω από την άλλη, τα στοιχεία της φύσης οργίαζαν υπό τις εντολές των μάγων. Αμέσως είδε την Angelica να είναι κρυμμένη πίσω από ένα δέντρο, ώστε να αποφύγει τις σφαίρες του John Dealton και στη συνέχεια να βγαίνει από τη προστασία της και να του ορμά μαζί με ένα κύμα αέρα, ρίχνοντάς τον κάτω και καταφέρνοντας τελικά ένα θανάσιμο κόψιμο στο λαιμό του με το μαχαίρι της. Παραδίπλα η κόρη της η Evelyn εξουδετέρωνε τον αντίπαλό της ρίχνοντας με ένα ξόρκι ένα τεράστιο κλαδί επάνω του. Έψαξε να βρει τον Silverlock αλλά δε τον έβλεπε πουθενά. Το βλέμμα του έπεσε πάνω στον ανήμπορο Danny McSteven. Ο εχθρός πετώντας στον αέρα ένα μικρό φιαλίδιο έβαλε φωτιά σε μια βελανιδιά και στη συνέχεια με ένα ξόρκι κατεύθυνε τις φλόγες επάνω του, καίγοντάς τον ζωντανό. Κοίταξε πιο προσεκτικά και είδε τα πτώματα τουλάχιστον 6 μάγων που ανήκαν και στις δυο πλευρές διάσπαρτα στο χώμα πεσμένα. Τότε στο οπτικό του πεδίο βρέθηκαν τα αδίστακτα αδέρφια Jonah και Billy Smith που είχαν παγιδέψει τον νεαρό Liam Lightheart μέσα σε ένα σύννεφο μαύρου καπνού, προκαλώντας του ασφυξία. Τέλος όμως που σχεδόν αμέσως βρήκαν και οι ίδιοι, καθώς η Angelica και η Evelyn φρόντισαν να τους παγιδέψουν μέσα στον δικό τους καπνό. Σύντομα οι πυροβολισμοί είχαν πια σχεδόν σταματήσει, μιας και οι σφαίρες καταναλώθηκαν. Οι μάγοι είχαν πλέον στη διάθεσή τους μαχαίρια, ακόμη και σπαθιά, μα πάνω απ' όλα χρησιμοποιούσαν τα ξόρκια τους, τα φίλτρα τους, τη μαγεία τους.

Και ο Christopher στεκόταν ακίνητος, σα να ήταν ένας αμέτοχος παρατηρητής. Μέχρι όμως που είδε τον Nicolas. Τα μάτια του πήραν φωτιά, το πρόσωπό του αγρίεψε και χωρίς προειδοποίηση έτρεξε προς το μέρος του, κρατώντας το στιλέτο του σφιχτά στο δεξί του χέρι. Ο Nicolas τον αντιλήφθηκε και άρχισε να απομακρύνετε. Ο Christopher ουρλιάζοντας..."Όσο και να τρέξεις, αυτή τη φορά δε θα μου ξεφύγεις!"...ανέπτυξε ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα και την ώρα που τον πλησίασε επαρκώς φώναξε..."Απομάκρυνση!"

Το σώμα του Silverlock σηκώθηκε από το έδαφος και εκτινάχθηκε με δύναμη προς τα εμπρός, καταλήγοντας πάνω στο γέρικο κορμό ενός δέντρου. Μια κραυγή πόνου και αγωνίας έβγαλε ο σκοτεινός μάγος την ώρα που έπεφτε ανάσκελα στο χώμα. Πριν προλάβει να αντιδράσει ο Christopher βρισκόταν δίπλα του. Γονάτισε πάνω στο σώμα του, τον ακινητοποίησε και άρχισε να ρίχνει τη μια γροθιά μετά την άλλη στο πρόσωπό του. Φώναζε ξανά και ξανά..."Πως μπόρεσες!"...ενώ συνέχισε να τον κτυπάει με όλη του τη δύναμη. Όταν διαπίστωσε πως ο αιμόφυρτος πια Silverlock δεν αντιστεκόταν ιδιαίτερα, είπε...

"Γιατί δεν αντιδράς; Νομίζεις πως θα σε λυπηθώ;"

Δε σταμάτησε όμως, ούτε μείωσε την ένταση των χτυπημάτων. Η δίψα του για αίμα ήταν ακλόνητη και μόνο με μια κατάληξη θα έμενε ικανοποιημένος.

Ένα κύμα ενέργειας διαπέρασε το δάσος, μετακινώντας χώμα και πέτρες, ρίχνοντάς τους όλους κάτω, διακόπτοντας τις λιγοστές πλέον μάχες, τραβώντας τη προσοχή των υπολοίπων προς το μέρος τους. Αυτό που αντίκρισαν τους ξάφνιασε, τους τρόμαξε. Μόλις τρεις μάγοι είχαν απομείνει από την ομάδα του Nicolas. Δεν έμειναν όμως για πολύ ακόμη. Συνειδητοποιώντας πως όλα κόντευαν να χαθούν το έβαλαν στα πόδια. Η Angelica όμως ήταν αυτή που τρόμαξε πιο πολύ απ' όλους και άρχισε να τρέχει προς τους δύο μάγους.

Τα σώματα των δύο αντρών δε πατούσαν πια στο έδαφος. Αιωρούνταν πάνω από αυτό, κάθετα σε αυτό, ενώ γύρω τους οι πρώτες νιφάδες χιονιού είχαν κάνει την εμφάνισή τους. Το χρώμα της φωτιάς είχε χαθεί από τα μάτια του Christopher και τώρα πια είχαν γίνει ολόμαυρα. Η Angelica καθώς τους έφτανε του φώναζε..."Christopher σταματά!!!"...αλλά αυτός δεν της έδινε τη παραμικρή σημασία. Προσπάθησε να χρησιμοποιήσει ακόμη και μαγεία για να τον διακόψει, αλλά δε κατάφερε απολύτως τίποτε. Η συναισθηματική φόρτιση του Christopher είχε εκτινάξει τη δύναμή του στα ύψη. Ήταν η στιγμή που περίμενε, μέρες τώρα. Η στιγμή της εκδίκησης.

Ο Christopher με το αριστερό του χέρι κρατούσε τον Nicolas από τον αντίστοιχο ώμο και με το δεξί του το στιλέτο του. Ήταν έτοιμος να το τελειώσει, χωρίς δισταγμό, χωρίς τύψεις. Όπως πήρε τις ζωές των δικών του, τώρα θα έπαιρνε κι αυτός τη δική του ζωή. Αυτό σκέφτηκε και του κάρφωσε το στιλέτο ψηλά στο θώρακα. Το έβγαλε και το κάρφωσε για μια ακόμη φορά. Άφησε το άψυχο σώμα να πέσει στο χώμα και προσγειώθηκε και ο ίδιος. Γεμάτος ικανοποίηση, που η αποστολή του ολοκληρώθηκε, έκανε δύο βήματα προς τα πίσω και τότε ένιωσε ένα χέρι στον αριστερό του βραχίονα. Γύρισε και ήταν η Angelica.

"Τι έκανες παιδί μου;"...του είπε με δάκρυα στα μάτια και συνέχισε..."Τον σκότωσες!"...

Και ο Christopher παραξενεμένος απάντησε..."Μα γι' αυτό δεν ήρθαμε σήμερα εδώ; Τελειώσαμε λοιπόν!"...είπε και χαμογέλασε.

Εκείνη την ώρα έφτασαν στο σημείο και οι υπόλοιποι της ομάδας. Μόνο που στα πρόσωπά τους δεν υπήρχε καμία ανακούφιση, αντίθετα ο Christopher έβλεπε έκπληξη και θυμό. Η Angelica τον τράβηξε προς το νεκρό μάγο και του είπε...

"Κοίταξε λίγο καλύτερα...!"

Πλησίασε καχύποπτα και έμεινε άφωνος με αυτό που είδε. Στο έδαφος δεν ήταν σωριασμένο το σώμα του εχθρού, όχι δεν ήταν ο Silverlock...ήταν ο Julius Kell, ο νεαρός φίλος του, αυτός που κατασκόπευσε τον Nicolas στο Παρίσι, που είχε δώσει το παρών και στη πρόσφατη συνάντησή τους στο κρυφό διαμέρισμα. Η ζαλάδα επέστρεψε. Έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω και παραπατώντας σχεδόν έπεσε επάνω στη σοκαρισμένη Evelyn. Γύρισε προς το μέρος τους. Η αδερφή του Julius, που ήταν εκεί, έσκυψε δίπλα στο αδερφό της, τον τράβηξε στην αγκαλιά της και χωρίς καν να τον κοιτάξει του φώναξε..."Γιατί;"

Ο Christopher καθώς απομακρυνόταν από όλους κατάφερε να πει μερικές λέξεις. Προσπάθησε να καταλάβει, να εξηγήσει το τι έγινε.

"Δεν είναι δυνατόν. Είμαι σίγουρος πως ήταν ο Silverlock. Είμασταν μαζί στο σπίτι, ολομόναχοι. Τον είδα να βγαίνει από το δωμάτιο. Να χάνεται μέσα στο δάσος. Και έχει πλέον ξημερώσει, έχει αρκετό φως, δε γινόταν να μπερδευτώ. Ήταν ο Silverlock, παίρνω όρκο γι' αυτό."

Η Angelica, μη μπορώντας να πιστέψει αυτό που συνέβη, προσπάθησε να κρατήσει τη ψυχραιμία της. Η αγάπη της για τον Christopher βοηθούσε σε αυτό. Πήρε το λόγο επιχειρώντας να δώσει μια εξήγηση.

"Κάτι έγινε μέσα στο σπίτι, κάτι σου έκανε, μάλλον κάποιο ξόρκι σύγχυσης...και έπρεπε να το έχεις καταλάβει. Εσύ περισσότερο απ' όλους. Βλέπεις, ο Silverlock δε βγήκε ποτέ από το σπίτι. Είναι ακόμη εκεί κλεισμένος. Νομίζω όμως πως πρέπει να φύγεις τώρα. Δε μπορείς πλέον να μας βοηθήσεις και δε νομίζω να θέλει κανείς από μας πια τη βοήθειά σου. Φύγε Christopher."

Ο Winterblood όσο περνούσαν τα λεπτά όλο και συνειδητοποιούσε τι είχε κάνει. Σκότωσε έναν από τους καλύτερους φίλους του. Έναν νεαρό μάγο, όχι πολύ μικρότερο από τον ίδιο, που η ωριμότητα και η συνέπεια τον χαρακτήριζαν. Η απόγνωση και ο τρόμος τον κυρίευσαν. Όντως δεν είχε καμία θέση πια εκεί, όχι μετά από αυτό που είχε κάνει. Δεν υπήρχε καμία δικαιολογία που να είναι ικανοποιητική. Το ότι ο Nicolas ήταν ακόμη ζωντανός δε τον αφορούσε. Έσκυψε το κεφάλι. Δε τολμούσε να κοιτάξει κανέναν στα μάτια.

"Αν και ξέρω πως δε σημαίνει τίποτε...Συγγνώμη."...είπε και έφυγε βιαστικά. Χάθηκε μέσα στο δάσος χωρίς να ξέρει που ακριβώς θέλει να πάει. Το μόνο που ήθελε ήταν να εξαφανιστεί.

Η Angelica, η κόρη της και οι υπόλοιποι αποφάσισαν πως πρέπει να αφήσουν για λίγο τη λύπη, την οργή και την όποια εκκρεμότητα αποτελούσε ο Christopher. Κατευθύνθηκαν προς το ξύλινο σπίτι. Όταν τους χώριζαν από αυτό περίπου 6 μέτρα σταμάτησαν. Στάθηκαν και οι δώδεκα μάγοι ο ένας δίπλα στον άλλον, περίπου σε ευθεία, κοιτάζοντας προς το σπίτι. Άπλωσαν τα χέρια τους και πιάστηκαν σφιχτά μεταξύ τους, φτιάχνοντας μια αλυσίδα. Τα μάτια τους πυράκτωσαν και όλοι μαζί, σχεδόν με μια φωνή, είπαν αργά και φωναχτά.

"Οι τέσσερις τοίχοι αυτού του σπιτιού θα γίνουν η φυλακή σου."

Τότε η Evelyn και ενώ η υπόλοιπη ομάδα επαναλάμβανε τη φράση χαμηλόφωνα, φώναξε...

"Silverlock όλα τελειώνουν εδώ, απόψε."

Μερικά δευτερόλεπτα μετά η πόρτα άνοιξε και ο Nicolas ξεπρόβαλε. Γέλασε ειρωνικά και είπε...

"Υποτίθεται πως πρέπει να φοβηθώ τώρα;"...όμως το χαμόγελο από το πρόσωπό του εξαφανίστηκε μονομιάς όταν προσπάθησε να διαβεί το κατώφλι της πόρτας και είδε πως δε μπορούσε. Μια αόρατη δύναμη τον κρατούσε μέσα, εκεί φυλακισμένο στο σπίτι. Τα μάτια του απέκτησαν πορτοκαλί χρώμα, μουρμούρησε μερικές λέξεις, αλλά με απογοήτευση διαπίστωσε πως η μαγεία του δεν έπιανε έξω από το σπίτι. Η συνδυασμένη μαγεία των δώδεκα ήταν πολύ δυνατή για να νικηθεί. Πολύ πιο δυνατή από τη δική του. Το δε ξόρκι που τους είχε κάνει πριν μπει στο ναό του St. Joseph, ώστε να μη μπορούν να προβάλουν αντίσταση, είχε πια εξασθενήσει. Φανερά εκνευρισμένος έκλεισε τη πόρτα και κλείστηκε μέσα.

Οι διώκτες του απ' έξω δε διέκοψαν στιγμή το ξόρκι. Το έλεγαν ξανά και ξανά. Δεν ήθελαν να του αφήσουν το παραμικρό περιθώριο διαφυγής. Έκαναν μερικά βήματα προς τα μπρος. Οι δύο μάγοι που βρίσκονταν στις άκρες, άφησαν την αλυσίδα, έβγαλαν από τις τσέπες τους αναπτήρες, τους άναψαν και τους πέταξαν πάνω στο ξύλινο σπίτι. Ψιθύρισαν..."Ανάφλεξη!"...Δύο μικρές εκρήξεις προκλήθηκαν αμέσως και η στέγη του σπιτιού τυλίχθηκε στις φλόγες. Η φωτιά εξαπλώθηκε γρήγορα. Ο Nicolas μετακινήθηκε στο κέντρο του δωματίου. Οι τοίχοι πλέον φλέγονταν. Επιχείρησε να σβήσει τη πυρκαγιά, αλλά όλες οι προσπάθειές του ήταν άκαρπες. Το κύμα αέρα που δημιούργησε απλά τη φούντωσε ακόμη πιο πολύ. Καιρός για να σκεφτεί κάτι άλλο δεν υπήρχε. Άλλωστε τα περισσότερα αντικείμενα εκεί μέσα ήταν βιβλία και τι καλύτερο προσάναμμα από το χαρτί. Όλη αυτή την ώρα είχε μείνει κρυμμένος στο δωμάτιο και παρατηρούσε από τα παράθυρα τις μάχες που μαίνονταν απ' έξω. Ο βασικός όμως λόγος που έμεινε μέσα ήταν για να αφήσει το παραισθησιογόνο ξόρκι που έκανε στον Christopher να μπει σε εφαρμογή. Ένας Nicolas έπρεπε να υπάρχει στο δάσος, ο ψεύτικος φυσικά, δηλαδή αυτός που ο Winterblood έβλεπε για αληθινό. Η στέγη άρχισε να καταρρέει σε κάποια σημεία. Πετάχτηκε προς τα δεξιά αποφεύγοντας τα συντρίμμια τη τελευταία στιγμή. Άλλος χρόνος δεν υπήρχε. Το τέλος είχε έρθει και ο ίδιος είχε αποτύχει. Έβγαλε με βιαστικές κινήσεις από την εσωτερική τσέπη του δερμάτινου παλτό που φορούσε τη μεταλλική πλακέτα που με τόση δυσκολία είχε καταφέρει να εντοπίσει και να αποκτήσει από τη γυάλινη προθήκη στη Notre Dame. Όταν πριν από περίπου ένα μήνα το ξόρκι της μαύρης μαγείας ερχόταν στη κατοχή του, χάρηκε γι' αυτό, αλλά ήλπιζε να μη χρειαζόταν να το χρησιμοποιήσει. Τώρα όμως δεν υπήρχε άλλη λύση. Ήταν η μοναδική δικλείδα ασφαλείας, που αν λειτουργούσε, ίσως να του έδινε μια δεύτερη ευκαιρία. Συγκράτησε με τα δόντια του τη πλακέτα. Γδύθηκε από τη μέση και πάνω και με ένα μικρό μαχαίρι χάραξε στο στήθος του μια πεντάλφα. Το αίμα άρχισε να τρέχει και τότε πιάνοντας και με τα δυο του χέρια τη πλακέτα διάβασε αυτό που ήταν γραμμένο επάνω της αργά και ψύχραιμα.

"Όταν το σώμα αυτό πεθάνει και η ψυχή του το αφήσει, θα έρθει καιρός που θα βρει νέο δοχείο, ένα καινούριο σώμα και θα ξαναγεννηθεί στο όνομα του Εωσφόρου."

Οι πυρήνες γλώσσες είχαν απλωθεί παντού και ο Nicolas Silverlock έκλεισε τα μάτια του και άφησε να τον καταβροχθίσουν.

Και οι δώδεκα μάγοι ήταν ακόμη εκεί έξω και περίμεναν...

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

12. Λίγο Πριν Όλα Χαθούν

Ξημέρωσε μια μέρα άχρωμη, δύσκολη. Ο ήλιος, καθόλη τη διάρκειά της, παρέμεινε κρυμμένος πίσω από βαριά, γκρίζα σύννεφα. Μια μέρα που ο Christopher πολύ θα ήθελε να γινόταν κάτι και να τη προσπεράσει, να ξεφύγει από αυτήν. Τέτοιο ξόρκι όμως δεν υπήρχε, διαφορετικά ο γιος των Winterblood θα το είχε αναζητήσει και θα το είχε ήδη βρει. Βρισκόταν στο πατρικό του διαμέρισμα. Τη νύχτα δεν είχε κοιμηθεί καθόλου, δεν είχε καν ξαπλώσει στο κρεβάτι του. Λίγα εικοσιτετράωρα μετά από τη δολοφονική απόδραση του Nicolas Silverlock από τον ερειπωμένο ναό του St. Joseph, λίγες μέρες μετά από τις πρώτες κηδείες, οι μάγοι της Νέας Υόρκης είχαν να αποχαιρετήσουν και άλλα αγαπημένα τους πρόσωπα που τα μέλη της ομάδας του Nicolas κυνήγησαν και σκότωσαν χωρίς δισταγμό, ακολουθώντας τις εντολές του σκοτεινού μάγου. Ανάμεσά τους μερίδιο στο θρήνο και μάλιστα διπλό είχε και ο Christopher. Τη προηγούμενη μέρα είχε χάσει τους δικούς του τόσο τραγικά και αναπάντεχα. Η εικόνα του κατεστραμμένου αυτοκινήτου δεν έφευγε από το μυαλό του. Αλλά ούτε και τη μυρωδιά της καμένης σάρκας μπορούσε να ξεχάσει. Στεκόταν κοντά στην εξώπορτα του διαμερίσματος ντυμένος στα μαύρα, με το βλέμμα κενό. Δάκρυα δεν έτρεξαν από τα ματιά του εδώ και πολλές ώρες. Όλη τη νύχτα ο θυμός και η οργή ξεχείλιζαν από μέσα του και τώρα που ήρθε η στιγμή να πει το αντίο στους γονείς του δεν ένιωθε απολύτως τίποτε. Άνοιξε τη πόρτα, γύρισε και κοίταξε μια τελευταία φορά τη φωτογραφία τους που υπήρχε σε μια κορνίζα στο απέναντι ράφι και στη συνέχεια κλείδωσε βιαστικά και άφησε πίσω του το διαμέρισμα, χωρίς να είναι σίγουρος αν θα ήθελε να ξαναεπιστρέψει εκεί ποτέ.

Βγήκε στο δρόμο και προχώρησε μέχρι την άκρη του πεζοδρομίου. Σήκωσε το χέρι του για να κάνει νόημα σε ένα ταξί και εκείνη τη στιγμή άκουσε μια γνώριμη φωνή.

"Christopher! Christopher! Είμαστε εδώ με τη μητέρα μου και σε περιμένουμε να πάμε μαζί."

Ήταν η Evelyn. Στεκόταν δίπλα στο αυτοκίνητο της μητέρας της. Μάλιστα η τελευταία, η Angelica, βρισκόταν στη θέση του οδηγού και τον κοίταζε με βλέμμα όλο θλίψη αλλά και συμπόνια.

Ο Christopher απάντησε καθαρά και αυστηρά...

"Θα πάω μόνος μου."

...και χωρίς να αφήσει στην Evelyn περιθώρια για καμία απάντηση, άνοιξε τη πόρτα του ταξί που είχε κιόλας σταματήσει μπροστά του και μπήκε μέσα.

Έμεινε μέσα στο όχημα περίπου είκοσι λεπτά και διαρκώς κοιτούσε έξω. Είχε τα μάτια του στραμμένα προς τον ουρανό. Ο οδηγός τον ρώτησε για ποιο λόγο πάει εκεί, αλλά ο ίδιος δεν αντέδρασε καθόλου. Στην πραγματικότητα ήταν τόσο πολύ χαμένος στις σκέψεις του που δεν τον άκουσε. Σκεφτόταν πολλά μα κυρίως το πως δε πρόλαβε να τους πει πόσο πολύ τους αγαπά. Έφτασε στον προορισμό του. Πλήρωσε τον οδηγό και χωρίς να περιμένει τα ρέστα του βγήκε από το ταξί και περπάτησε προς την πύλη του νεκροταφείου Holy Cross της Νέας Υόρκης. Πρώτη φορά πήγαινε εκεί. Τις ετοιμασίες της κηδείας τις είχαν αναλάβει οι φίλοι του από τον κύκλο των μάγων που ανήκε. Είδαν τη κατάσταση στην οποία βρισκόταν και δε τον άφησαν να κάνει το παραμικρό. Είδε σε ένα σημείο μαζεμένο αρκετό κόσμο και προχώρησε προς το μέρος τους περνώντας ανάμεσα στους συμμετρικά τοποθετημένους τάφους. Μερικές σταγόνες άρχισαν να πέφτουν. Πήγε και στάθηκε δίπλα στην Angelica. Της έπιασε το χέρι και αυτή γύρισε και τον κοίταξε με βουρκωμένα μάτια. Τα εφτά φέρετρα ήταν τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο, κλειστά, ολόμαυρα. Ο Christopher στεκόταν μπροστά στους δικούς του. Κάποιοι άνοιξαν τις ομπρέλες τους, αφού η βροχή δυνάμωνε σταδιακά. Ο καθολικός ιερέας είπε αυτά που έπρεπε, τα φέρετρα κατέβηκαν μέσα στους τάφους και όλοι πέρασαν να ρίξουν λίγο χώμα. Μερικοί άφησαν λουλούδια στα αγαπημένα τους πρόσωπα, στους φίλους τους, στους συγγενείς τους. Ο ιερέας έφυγε μα όλοι οι άλλοι έμειναν και περίμεναν...περίμεναν μέχρι που η Angelica αφήνοντας το χέρι του Christopher βγήκε μπροστά και πήρε το λόγο.

"Ξέρω πως ο θρήνος μας δεν έχει τελειωμό, μα αυτή εδώ η μέρα είναι για να πούμε αντίο στους δικούς μας ανθρώπους. Ας κρατήσουμε την οργή μας για αύριο. Δε θα μείνουμε άπραγοι, απλοί θεατές. Θα εκδικηθούμε, να είστε σίγουροι. Όμως θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί και να μη κάνουμε βιαστικές κινήσεις. Πρέπει να οργανώσουμε την αντίδραση μας, να τα μελετήσουμε όλα μέχρι και τη τελευταία λεπτομέρεια."

Κουνώντας καταφατικά το κεφάλι τους οι περισσότεροι έδειξαν πως συμφωνούν. Την Angelica την είχαν όλοι σε πολύ μεγάλη εκτίμηση. Για την ευθύτητα που την διέκρινε, τις αρχές της, το ζεστό της λόγο αλλά και τις μαγικές της ικανότητες. Επέστρεψε δίπλα στη κόρη της, την Evelyn και γεμάτη έκπληξη τη ρώτησε...

"Ο Christopher που είναι;"

Μητέρα και κόρη κοίταξαν ολόγυρά τους μα ο τελευταίος εναπομείναν Winterblood δε φαινόταν πουθενά.

"Πρέπει να έφυγε την ώρα που μιλούσες."...είπε η Evelyn λυπημένα και συμπλήρωσε..."Είναι σε πολύ άσχημη κατάσταση, πράγμα που το βρίσκω λογικό. Απλά δε ξέρω πως να τον πλησιάσω. Δε ξέρω τι να του πω."

Την ίδια στιγμή ο Christopher περνούσε τη πύλη του νεκροταφείου. Ήθελε όσο τίποτε άλλο να μείνει μόνος του. Η διαδικασία της ταφής των γονιών του ήταν ίσως η πιο τραγική στιγμή της ζωής του. Ευτυχώς ήταν μικρής διάρκειας. Το να ξέρει πως δε πρόκειται να τους ξαναδεί τον έπνιγε. Έφυγε και δε κοίταξε ούτε μια φορά πίσω του.

Οι μέρες πέρασαν. Ήταν 7 του Δεκέμβρη, απόγευμα. Η Evelyn περπατούσε στην οδό Libertine έχοντας κουμπωμένο μέχρι πάνω το μακρύ κόκκινο παλτό της, μιας και η θερμοκρασία ήταν μετά βίας πάνω από το μηδέν της κλίμακας Κελσίου. Έφτασε στο βιβλιοπωλείο των Winterbloods. Το κατάστημα ήταν σκοτεινό. Έσπρωξε την εξώπορτα μα ήταν κλειδωμένη. Κτύπησε με το χέρι της δύο με τρεις φορές αλλά καμία ανταπόκριση δεν ήρθε. Κόλλησε το πρόσωπό της στα τζάμια. Δε φαινόταν κανείς μέσα. Αφού σιγουρεύτηκε πως ο φίλος της δεν ήταν εκεί έφυγε απογοητευμένη.

Την επόμενη μέρα το πρωί αφού τηλεφώνησε αρκετές φορές και είδε πως κανένας δεν απαντά, πέρασε από το διαμέρισμα στο οποίο έμενε η οικογένεια. Κτύπησε το κουδούνι ξανά και ξανά. Τίποτα. Δεν ακουγόταν κανένας θόρυβος. Το διαμέρισμα έδειχνε να είναι έρημο. Και αυτή ήταν η αλήθεια. Ο Christopher δεν ήταν εκεί. Από τη κηδεία και μετά είχε αφήσει το πατρικό διαμέρισμα και είχε πάει να μείνει σε ένα μικρότερο, μερικώς επιπλωμένο διαμέρισμα που ανήκε στην οικογένεια και που ο ίδιος το χρησιμοποιούσε που και που, όταν επιζητούσε λίγη μοναξιά. Και τώρα την ήθελε όσο τίποτε άλλο.

Ο χρόνος κύλησε λίγο ακόμη. Ο Christopher εξακολουθούσε να μην ανταποκρίνεται στα καλέσματα των φίλων του. Δεν ήταν θυμωμένος μαζί τους, κάτι τέτοιο θα ήταν παράλογο. Άλλωστε δεν ήταν ο μόνος που έχασε τους δικούς του ανθρώπους. Απλά ήταν μπερδεμένος και κυρίως βρισκόταν σε μια φάση απόλυτης άρνησης. Αρχικά τον κατέκλυσε η λύπη, η απώλεια, συναισθήματα που κάλυψαν όλα τα άλλα. Δε μπορούσε να συνειδητοποιήσει πως οι δικοί του έφυγαν. Του έλειπαν απίστευτα. Συνέχεια σκεφτόταν πως θα έπρεπε να τους έχει προστατέψει καλύτερα, πως θα έπρεπε να τους λέει πόσο πολύ τους αγαπά πιο συχνά. Τα δυο τους πρόσωπα ήταν μονίμως καρφωμένα στο μυαλό του. Προσπαθούσε παράλληλα να θυμηθεί μία προς μία εκείνες τις λέξεις που αντάλλαξε μαζί τους στο βιβλιοπωλείο. Δε τα κατάφερνε όμως, γεγονός που τον εκνεύριζε. Αν ήξερε πως αυτές οι λέξεις θα ήταν οι τελευταίες, σίγουρα θα τις είχε διαλέξει πιο προσεκτικά. Τον εαυτό του τον είχε παραμελήσει. Μπορεί να του άρεσε να μένει αξύριστος, τώρα όμως το είχε παρακάνει. Πλέον διέθετε ένα απεριποίητο μούσι. Περνούσε την ώρα του αδιάφορα, χωρίς να κάνει το οτιδήποτε, με μάτια κατακόκκινα από την αϋπνία. Πότε ξαπλωμένος στον καναπέ, πότε στο κρεβάτι, με χιλιάδες σκέψεις να του προκαλούν πονοκέφαλο. Μουσική δεν άκουγε, τηλεόραση δεν άνοιγε...και οι μέρες περνούσαν και στο μυαλό του ερχόταν συνέχεια η φράση του σημειώματος.

"Έπρεπε να τους αποχαιρετήσεις..."

Τέσσερις λέξεις που τις θυμόταν ξανά και ξανά. Στο τέλος άρχισε να τις λέει και ο ίδιος, πρώτα από μέσα του, μετά δυνατά και στο τέλος σχεδόν φωναχτά. Τα μάτια του πυράκτωσαν. Τα φώτα του διαμερίσματος αναβόσβησαν και τότε ξαφνικά άνοιξε η τηλεόραση. Το βλέμμα του είχε πάρει φωτιά για τα καλά όταν πρόσεξε την οθόνη της τηλεόρασης και συγκεκριμένα τη λεζάντα κάτω από τη παρουσιάστρια των ειδήσεων. Το χρώμα των ματιών του επανήλθε στο φυσιολογικό και αμέσως έψαξε να βρει το τηλεχειριστήριο για να ανεβάσει την ένταση της φωνής.

"Οι επτά διπλωματικοί υπάλληλοι της χώρας μας που αφαίρεσαν τις ζωές τους κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες και με ιδιαίτερα φρικιαστικούς τρόπους, δε φαίνεται μέχρι στιγμής να έχουν καμία σχέση μεταξύ τους, αφού ο κάθε ένας από αυτούς εργαζόταν σε αμερικανική πρεσβεία διαφορετικής χώρας της Ευρώπης. Μόνο το κοινό επάγγελμα δείχνει να τους συνδέει καθώς και το γεγονός πως τα συμβάντα έγιναν μέσα σε διάστημα δύο ωρών. Να σημειώσουμε πως πριν από δύο μέρες οι πρεσβευτές μας στο Λονδίνο και στη Ρώμη εξαφανίστηκαν και η τύχη τους αγνοείται από τότε."

Ο Christopher κάθισε στον καναπέ και άκουγε προσεκτικά. Η παρουσιάστρια συνέχισε το δελτίο με τις επόμενες ειδήσεις και πήρε το χειριστήριο για να κλείσει τη τηλεόραση. Πριν προλάβει όμως να το κάνει, μια ακόμη είδηση του κέντρισε το ενδιαφέρον.

"Νέο κύμα ανεξήγητης βίας ξέσπασε χθες σε αρκετούς χώρους μαζικής συνάθροισης σε όλη τη χώρα. Σε κινηματογράφο στο Queens της Νέας Υόρκης, κατά τη διάρκεια της βραδινής προβολής του Sophie's Choice, θεατές ξυλοκόπησαν άνδρα με τη δικαιολογία ότι έβαλε φωτιά στο κάδο για τα σκουπίδια που υπήρχε σε μια άκρη. Στη συνέχεια δέκα τουλάχιστον άνθρωποι ποδοπατήθηκαν στη προσπάθειά τους να βγουν από τον κινηματογράφο μέσα στον πανικό που δημιουργήθηκε εξαιτίας της πυρκαγιάς που όπως λένε ξέσπασε. Ανατριχιαστική λεπτομέρεια, το ότι η αστυνομία δε βρήκε κανένα ίχνος πυρκαγιάς. Πέντε συνάνθρωποί μας δεν τα κατάφεραν και άφησαν τη τελευταία τους πνοή στο νοσοκομείο λίγη ώρα μετά. Περίπου την ίδια ώρα στο Chicago του Illinois στο γήπεδο όπου διεξαγόταν αγώνας μεταξύ των Chicago Bulls και των Sacramento Kings οι θεατές των δύο ομάδων ήρθαν στα χέρια καθώς όπως υποστήριξαν κάποιοι, οι οπαδοί της μιας ομάδας χρησιμοποίησαν υβριστικά συνθήματα για την αντίπαλη ομάδα. Το αποτέλεσμα;...Θανατηφόρα χτυπήματα και τρεις νεκροί. Το περίεργο όμως ήταν πως το βίντεο του αγώνα δεν έδειξε κανένα τέτοιο σύνθημα."

Ο Christopher πετάχτηκε από τον καναπέ, έκλεισε τη τηλεόραση, φώναξε..."Ξεκίνησε!!!"...και αρπάζοντας το παλτό του έφυγε από το διαμέρισμα.

Με γρήγορα βήματα κατευθύνθηκε στο βιβλιοπωλείο που δεν ήταν μακριά. Είχε μέρες να το ανοίξει και φυσικά δε πήγαινε τώρα εκεί για κάτι τέτοιο. Ήθελε να πάρει από ένα συρτάρι στο πίσω μέρος του μαγαζιού το στιλέτο που του είχε δώσει ο πατέρας του πριν μερικά χρόνια. Πήγε όμως εκεί και για έναν ακόμη πιο σημαντικό λόγο. Ήξερε πως οι φίλοι του όλο και κάποιο μήνυμα θα του είχαν αφήσει στη περίπτωση που αποφάσιζε να βγει από τη κρυψώνα του. Και το βιβλιοπωλείο ήταν το κατάλληλο σημείο για να το κάνουν. Μπήκε μέσα και αμέσως πρόσεξε πως στο πάτωμα υπήρχε ένα διπλωμένο λευκό χαρτί. Το πήρε στα χέρια του και διαπίστωσε πως δεν έγραφε τίποτε. Ήταν κενό, όμως μόνο για τα μάτια των κοινών θνητών. Πήγε στο πίσω μέρος του καταστήματος και τράβηξε το συρτάρι. Μετακίνησε έναν φάκελο με έγγραφα που είχε στο πάνω μέρος του και από κάτω το στιλέτο ήταν εκεί στη θέση του, μέσα στη δερμάτινη θήκη του. Στη συνέχεια άνοιξε ένα ντουλάπι και έβγαλε ένα μικρό γυάλινο μπουκάλι. Ξεδίπλωσε το χαρτί. Άνοιξε το μπουκάλι και έριξε από μέσα του λίγη μαύρη σκόνη στη χούφτα του. Άφησε το χαρτί στον πάγκο που στεκόταν μπροστά του και βάζοντας το χέρι του πάνω και μπροστά από αυτό φύσηξε δυνατά. Μόλις η σκόνη έπεσε πάνω στο χαρτί μαύρα γράμματα άρχισαν να αποκαλύπτονται.

"Θα μας βρεις στην οδό Meadow, στον αριθμό 11 και στον έκτο όροφο. Το διαμέρισμα θα το καταλάβεις."

Είχε πια βραδιάσει για τα καλά, βγήκε από το βιβλιοπωλείο και χωρίς να χάσει καθόλου χρόνο πήγε με ένα ταξί κατευθείαν στην οδό που έγραφε το σημείωμα. Κατέβηκε ένα τετράγωνο πιο μπροστά από τον αριθμό που ήταν ο προορισμός του. Ήθελε να έχει χρόνο ώστε να σιγουρευτεί πως κανένας δε τον ακολουθεί. Αφού βεβαιώθηκε, μπήκε στην πολυκατοικία με τον αριθμό 11 και με τον ανελκυστήρα ανέβηκε στον έκτο όροφο. Βγαίνοντας από αυτόν έκανε να πάει προς τα αριστερά αλλά εκείνη τη στιγμή ένας ψίθυρος ακούστηκε μέσα στο μυαλό του!

"Στο διαμέρισμα με το νούμερο 21."

Προχώρησε στο διάδρομο και έψαξε να βρει τη πόρτα με το 21. Κατάλαβε πως έφτανε στο προορισμό του καθώς ένιωσε ξένες σκέψεις να εισβάλλουν ανάμεσα στις δικές του. Στεκόταν πια μπροστά στην εξώπορτα του διαμερίσματος και ήξερε πως είναι η σωστή, χωρίς να κοιτάξει καθόλου τον αριθμό επάνω της. Πριν προλάβει να απλώσει το χέρι του και να κτυπήσει το κουδούνι η πόρτα άνοιξε προς τα μέσα και μπροστά του εμφανίστηκε η Angelica. Τον κοίταξε γλυκά, με ανακούφιση και του είπε...

"Επιτέλους ήρθες."

Ο Christopher πέρασε αμέσως μέσα και η Angelica χωρίς καθυστέρηση έκλεισε τη πόρτα πίσω του. Είχε μπει σε ένα μικρό διαμέρισμα με λιγοστά έπιπλα και βαριές, σκούρες κουρτίνες στα παράθυρα που εμπόδιζαν τον οποιοδήποτε να δει τη πόλη έξω. Στον χώρο και πέρα από την Angelica ήταν ακόμη πέντε άτομα. Τρεις άντρες και δυο γυναίκες, τους οποίους φυσικά και γνώριζε ο ίδιος πολύ καλά. Μάλιστα όλοι τους είχαν χάσει κάποιο αγαπημένο τους πρόσωπο στα πρόσφατα γεγονότα. Ήταν εκεί εκπρόσωποι των Redstones, των McStevens και των Vators. Η οθόνη της τηλεόρασης που υπήρχε σε μια άκρη έδειχνε μόνιμα κάποιο ειδησιογραφικό κανάλι. Κυρίαρχα θέματα εννοείται πως ήταν αυτά που έκαναν τον Christopher να βγει από την απομόνωση. Η αγαπημένη του Angelica πήρε το λόγο τη στιγμή που ο Christopher αντάλλασσε βλέμματα συμπόνιας με τους υπόλοιπους.

"Θα σε περιμέναμε δυο με τρεις μέρες ακόμη και μετά θα ξεκινούσαμε χωρίς εσένα, μιας όμως και ήρθες σήμερα, νομίζω πως όλοι συμφωνούμε πως πρέπει, βάζοντας τη θλίψη μας για λίγο στην άκρη, να αρχίσουμε τώρα, αυτή τη στιγμή, χωρίς να αφήσουμε να χαθεί κι άλλος χρόνος."

Όλοι κούνησαν καταφατικά το κεφάλι και άφησαν την Angelica να συνεχίσει.

"Είναι φανερό πως ο Nicolas και η ομάδα του είναι πίσω από όλα αυτά που βλέπουμε στη τηλεόραση. Αυτοί βρίσκονται πίσω από τις απαγωγές, τις αυτοκτονίες, τα ξεσπάσματα βίας. Ακόμη δεν έχουν βγει να το παραδεχτούν αλλά είμαι βέβαιη πως με κάποιο τρόπο θα βγούνε δημοσίως να αναλάβουν την ευθύνη, αρχίζοντας τις απειλές και τους εκβιασμούς των πολιτικών και των απλών πολιτών. Καταλαβαίνετε πως αυτό δε πρέπει να το επιτρέψουμε να συμβεί σε καμία περίπτωση. Οι βλέψεις του Nicolas για κυριαρχία πρέπει να σταματήσουν εδώ. Δε πρέπει να μάθει η κοινή γνώμη για την ύπαρξη της μαγείας. Να μάθει για μας."

Σηκώθηκε από τη πολυθρόνα στην οποία είχε καθίσει για λίγο και πλησίασε σε μια μεγάλη βιβλιοθήκη που βρισκόταν ανάμεσα στα δυο παράθυρα του δωματίου. Έψαξε στο δεύτερο ράφι και τράβηξε ένα σχετικά λεπτό βιβλίο με φθαρμένο εξώφυλλο. Γύρισε προς τον Christopher και τους υπόλοιπους και συνέχισε.

"Θα κτυπήσουμε κατευθείαν στο κέντρο. Δε θα σπαταλήσουμε άσκοπα δυνάμεις και χρόνο για να αντιμετωπίσουμε τα μέλη της ομάδας του Nicolas, αλλά θα επιτεθούμε στον αρχηγό τους. Άλλωστε θα τους έχει μαζεμένους τριγύρω του και θα περιμένει την εμφάνισή μας μετά τα όσα έκανε. Συμφωνείτε;"

Όλοι με μια φωνή είπαν "Ναι." και η Angelica πρόσθεσε...

"Οπότε μένει να ανακαλύψουμε το που κρύβονται. Σ' αυτό θα μας βοηθήσει το συγκεκριμένο βιβλίο."

Τότε ο Christopher ρώτησε...

"Τι σπίτι είναι αυτό; Πρώτη φορά έρχομαι."

Η Angelica χαμογέλασε και απάντησε...

"Ανήκει στην οικογένειά μου εδώ και αρκετά χρόνια. Το κράτησα κρυφό και νομίζω πως τώρα μας χρειαζόταν όσο ποτέ άλλοτε. Λοιπόν ξεκινάμε; Ελάτε!"

Μετακινήθηκαν και οι εφτά και στάθηκαν όρθιοι γύρω από ένα μικρό στρογγυλό τραπέζι που βρισκόταν στο κέντρο του δωματίου. Έπιασαν ο ένας το χέρι του αλλού δημιουργώντας έναν κλειστό κύκλο και τότε η Angelica τους είπε να σκεφτούν τα αγαπημένα τους πρόσωπα που έχασαν τόσο τραγικά. Κοίταξε προς τα κάτω, προς το ανοιχτό βιβλίο που είχε ακουμπήσει πάνω στο τραπέζι και έψαξε για μερικά δευτερόλεπτα με τα μάτια της μέχρι να βρει το κατάλληλο ξόρκι.

"Όταν τα μάτια κλείσεις και την εκδίκηση έχεις μόνο στο μυαλό, το μονοπάτι του αίματος θα αποκαλυφθεί μπροστά σου."...είπε η Angelica ήρεμα και καθαρά.

Τα μάτια και των εφτά πυράκτωσαν, καθώς κρατούσαν ο ένας το χέρι του αλλού τώρα ακόμη πιο σφιχτά. Τότε ένας θόρυβος ακούστηκε. Ένας ανεπαίσθητος ήχος, σα μικρός κυματισμός. Γύρισαν όλοι μαζί ταυτόχρονα προς τα δεξιά και είδαν πως η επιφάνεια του τετράγωνου καθρέφτη που ήταν κρεμασμένος στο τοίχο είχε αλλάξει. Σα να είχε μετατραπεί από στέρεη σε υγρή και κάποιος λες και είχε μόλις ρίξει μέσα του ένα βότσαλο. Τη στιγμή που ο κυματισμός σταμάτησε διαπίστωσαν πως ο καθρέφτης δεν έδειχνε πια την αντανάκλασή τους, αλλά κάτι άλλο. Ένα σκοτεινό δάσος και μεταξύ των αρκετά πυκνών δέντρων φαινόταν ένα σπίτι.

"Ωραία, μάθαμε πως βρίσκεται σε ένα σπίτι, κάπου σε ένα δάσος...και ποιος ξέρει ποιο είναι το δάσος αυτό;"...είπε ο Julius Kell, ένας από τους εφτά της συνάθροισης.

"Ξέρω εγώ."...απάντησε αμέσως ο Christopher.