Κυριακή, 18 Δεκεμβρίου 2011

13. Ένα Αντίο Πριν Το Τέλος

Λονδίνο...σήμερα...

Δύο μέρες είχαν κιόλας περάσει από τον τραγικό θάνατο της Έλενας στο εγκαταλελειμμένο σπίτι και ο Γκάμπριελ ακόμη δεν είχε εμφανιστεί. Ο Μάρκος δεν ήταν πια στο σπίτι του αλλά κρυμμένος στον σκοτεινό και σα μικρό ναό οικογενειακό τάφο που βρισκόταν στο κέντρο του τεράστιου νεκροταφείου του Λονδίνου. Καθόταν εκεί και απλά περίμενε τον παλιό του φίλο. Οι τύψεις των τόσων χρόνων δεν ήταν τίποτε μπροστά σε αυτές που ένιωθε τώρα. Πίστευε πως και οι δύο ήταν νεκροί και μετάνιωνε 15 χρόνια για τη δειλία του, για το ότι δε γύρισε, ότι δε προσπάθησε να βοηθήσει αφού είχε καταλάβει πως οι φίλοι του σταμάτησαν να τον ακολουθούν. Και τελικά ο Γκάμπριελ είχε επιζήσει. Τα είχε καταφέρει να βγει ζωντανός από την κόλαση και ας τα έβαλε μόνος του με τόσους άντρες της αστυνομίας. Αν και ο ίδιος ήταν εκεί το πιθανότερο και η Ελίζα να ζούσε, να γλύτωνε. Καθόταν σε μια γωνία αλλά όχι ολομόναχος. Ότι αγαπούσε, ότι νοιαζόταν κείτονταν στο πάτωμα δίπλα του. Είχε αφήσει το σώμα της Σάρα στην άκρη και κοντά του είχε ακουμπήσει το σώμα της συντρόφου του, της Έλενας. Δεν είχε σκοπό να πολεμήσει, να αντισταθεί. Ήταν αποφασισμένος να αφήσει τη τύχη του, τη ζωή του στα χέρια του δημιουργού του. Ήταν προετοιμασμένος για την επίθεση από κάποιον βρικόλακα. Είχε κάνει τα σχέδιά του, εξαιτίας του στημένου ατυχήματος στο θέατρο. Σε καμία όμως περίπτωση δε περίμενε αυτός ο βρικόλακας να είναι ο Γκάμπριελ. Τώρα τίποτε πλέον από όλα αυτά δεν είχε σημασία.

Το σκοτάδι έπεσε πυκνό εδώ και πολύ ώρα. Η ομίχλη έκανε την ατμόσφαιρα του νεκροταφείου ακόμη πιο ανατριχιαστική. Τη σιωπή διέλυσαν τα βαριά βήματα ενός άντρα πάνω στο γρασίδι. Βήματα που κατευθύνονταν προς τον τάφο. Ο Γκάμπριελ είχε αποφασίσει να κάνει αυτή τη τελευταία επίσκεψη που χρωστούσε στον άλλοτε προστατευόμενό του. Φυσικά και ήξερε που κρυβόταν ο Μάρκος. Χρόνια τώρα το να τον βρίσκει ήταν η μοναδική του έγνοια. Έφτασε μπροστά στην είσοδο του μικρού μαυσωλείου. Άπλωσε το δεξί του χέρι και ακούμπησε τα δάκτυλά του ακριβώς στο σημείο που ενώνονταν τα δύο μέρη της βαριάς μεταλλικής πόρτας. Και εκεί στάθηκε για λίγο, για μερικά δύσκολα δευτερόλεπτα. Η ώρα της τελικής εκδίκησης είχε φτάσει, στο πρόσωπό του όμως υπήρχε μια περίεργη μελαγχολία. Θα περίμενε κάνεις να δει ζωγραφισμένα σ' αυτό θυμό μαζί με χαρά και ικανοποίηση που ο στόχος χρόνων ήταν έτοιμος να επιτευχθεί με απόλυτη επιτυχία. Κάτι τέτοιο όμως δεν υπήρχε. Άνοιξε τα μάτια του και έσπρωξε ελάχιστα τη πόρτα προς τα μέσα. Τα δύο φύλλα της πόρτας μετακινήθηκαν αργά και σταθερά. Ο Γκάμπριελ αμέσως είδε τον Μάρκο να κάθεται γεμάτος θλίψη στην άκρη του σχετικά μεγάλου δωματίου. Δεκάδες κεριά ήταν αναμμένα τριγύρω. Ταυτόχρονα είδε πως τα σώματα των δύο γυναικών ήταν εκεί και πρόσεξε πως ήταν φροντισμένα. Δεν έβλεπες πουθενά αίμα αλλά και τα σημάδια που μαρτυρούσαν το τι πέρασαν ήταν σχεδόν εξαφανισμένα. Ο Μάρκος είχε φροντίσει με τόση ευλάβεια την αγάπη του και τη φίλη της. Μέχρι και καθαρά φορέματα τις είχε φορέσει. Αυτό ήταν το λιγότερο που μπορούσε να κάνει γι' αυτές στο μακρύ ταξίδι που είχαν μπροστά τους.

Ο Μάρκος σήκωσε το κεφάλι του και κοίταξε τον Γκάμπριελ με ανακούφιση...

"Επιτέλους ήρθες...Σε περίμενα δυο μέρες τώρα."

Ο Γκάμπριελ δεν απάντησε. Στη στιγμή βρέθηκε δίπλα στον Μάρκο, τον άρπαξε από τον ώμο και τον πέταξε στο πλάι. Ο Μάρκος έκανε να σηκωθεί αλλά δεν έδειξε σημάδια άμυνας, πόσο μάλλον ότι ετοιμάζεται για επίθεση. Ο Γκάμπριελ που πλέον ξεχείλιζε από οργή τον έπιασε από τον λαιμό, τον ανύψωσε και λες και ήταν το πιο εύκολο πράγμα στο κόσμο τον πέταξε στον εκ διαμέτρου απέναντι τοίχο περνώντας τον πάνω από το κεφάλι του. Πριν καν σωριαστεί στο έδαφος ήταν εκεί και τον περίμενε. Έχοντας ήδη αποκαλύψει τους κυνόδοντές του τον δάγκωσε με μανία στον λαιμό και τότε ξαφνικά σταμάτησε...

"Γιατί δεν αντιστέκεσαι; Εμπρός πολέμησέ με. Δε θέλω να είναι τόσο εύκολο."

Ο Μάρκος που πλέον αιμορραγούσε, όσο φυσικά το επέτρεπε αυτό η φύση του βρικόλακα, με βαριά και σταθερή φωνή του είπε...

"Αυτό δε πρόκειται να γίνει...Κάνε το να τελειώνουμε. Είμαι έτοιμος να δεχθώ τη τιμωρία μου."

Ο Γκάμπριελ τραβήχτηκε πίσω...

"Μη το κάνεις αυτό. Νομίζεις πως μετά από 15 χρόνια θα το παίξεις μετανιωμένος και θα σε λυπηθώ;"

"Το αν μετάνιωσα που δε γύρισα εκείνο το βράδυ το ξέρω μόνο εγώ. Έπρεπε να επιστρέψω μόλις κατάλαβα ότι δε με ακολουθούσατε. Δείλιασα, αυτή είναι η αλήθεια. Φοβήθηκα, φέρθηκα λες και ήμουν ένας απλός θνητός. 15 χρόνια κλείστηκα στον εαυτό μου, απομονώθηκα. Η σκέψη μου έμεινε κολλημένη στο ότι ο αδερφός μου και η αγαπημένη του χάθηκαν και είχα μερίδιο σ' αυτό. Το τελευταίο καιρό αποφάσισα λίγο να ανοιχτώ, να ξεφύγω από τη μοναξιά. Η Έλενα βοήθησε πολύ στην αλλαγή αυτή."

"Σταμάτα!"...του φώναξε ο Γκάμπριελ.

"Την αλήθεια σου λέει"...είπε μια γυναικεία φωνή. Αμέσως και οι δύο γύρισαν να κοιτάξουν προς το μέρος της. Ήταν η Έλενα, πιο όμορφη από ποτέ μέσα στο λευκό και λιτό φόρεμα που της έβαλε ο σύντροφός της. Ο Μάρκος βέβαια το ήξερε αυτό. Περίμενε δύο μέρες για να τη δει να σηκώνεται.

Ο Γκάμπριελ, έκπληκτος, το μόνο που κατάφερε να πει ήταν...

"Πως είναι δυνατόν να ζεις;"

"Δεν είναι δύσκολο να σκεφτείς το πως. Νόμιζες ότι μετά από την επίθεση στο θέατρο θα καθόμασταν με σταυρωμένα χέρια; Σε περιμέναμε και κατά τη διάρκεια της αναμονής ο Μάρκος σχεδόν κάθε μέρα μου έδινε λίγο από το αίμα του. Όταν μου πήρες τη ζωή, είχα το αίμα του μέσα μου. Απλά δρομολόγησες τη μεταμόρφωσή μου. Μια μεταμόρφωση που την ήθελα αφού την απόφαση να ζήσω με τον Μάρκο την είχα πάρει εδώ και καιρό."

"Και τώρα τι περιμένεις από μένα;...τόσα χρόνια ζω για την εκδίκηση. Θέλω να χάσει ότι έχασα και εγώ."...είπε άγρια ο Γκάμπριελ. Ενώ το πρόσωπό του άρχισε παραδόξως να ηρεμεί, η Έλενα έπαιρνε και πάλι τον λόγο...

"Ο Μάρκος τιμωρούσε τον εαυτό του όλα αυτά τα χρόνια με το να γίνει απλώς ένας παρατηρητής της ζωής. Πέρα από τα βιβλία του δεν είχε ζωή. Ξέρω ότι θα έκανε τα πάντα για να διορθώσει το λάθος του. Εδώ που τα λέμε την Ελίζα δε τη σκότωσε ο Μάρκος. Οι άνθρωποι σας το έκαναν, όπως το έκαναν και σε μένα. Βλέπεις ο αδερφός μου ήταν βρικόλακας και εκείνη τη νύχτα τον είδα να γίνεται στάχτη μπροστά μου. Ξέρω τα πάντα για το βράδυ της σφαγής και για τη σχέση σας γενικότερα από την αρχή. Μόλις μου είπε ο Μάρκος ότι είναι βρικόλακας μοιράστηκε μαζί μου και την αιτία της μοναξιάς του. Ξέρεις όμως κάτι;...δεν άφησε τον θυμό του για την ανθρωπότητα να τον μεταμορφώσει για δεύτερη φορά στη ζωή του, αυτή τη φορά σε πραγματικό τέρας, όπως δηλαδή ακριβώς σαν είδαν οι περισσότεροι θνητοί."

Τότε ο Μάρκος τη διέκοψε...

"Έλενα φτάνει...Οι άνθρωποι έκαναν ότι θεώρησαν σωστό και εγώ δε προσπάθησα καν να αγωνιστώ για τον άνθρωπο που θεωρούσα αδερφό μου."...και γυρνώντας προς τον Γκάμπριελ, ένιωσε τις αντοχές του να τον εγκαταλείπουν, έπεσε στα γόνατα και συνέχισε..."Μακάρι να έβρισκες τη δύναμη να με συγχωρέσεις. Εγώ στη θέση σου δε ξέρω αν θα μπορούσα να το κάνω. Δεν έχω κάτι άλλο να πω. Μόνο μη πειράξεις ξανά την Έλενα, σε παρακαλώ. Εγώ είμαι έτοιμος για το τέλος."

Η Έλενα, βρικόλακας πια, μέσα σε μια στιγμή βρέθηκε στο πλευρό του Μάρκου. Τα μάτια και των δύο ήταν καρφωμένα στον Γκάμπριελ που είχε πλέον βουρκώσει και ήταν έτοιμος για τη τελευταία πράξη.

Κοίταξε γύρω του. Τα κεριά είχαν σχεδόν λιώσει. Η ώρα είχε περάσει, κόντευε να ξημερώσει. Τους κοίταξε και τους δύο και άρχισε με αργά και σταθερά βήματα να τους πλησιάζει...

"Τόσα χρόνια σε παρακολουθούσα. Παρατηρούσα τη κάθε σου κίνηση, διάβαζα τα βιβλία σου, εκνευριζόμουν με την επιτυχία τους και περίμενα...Περίμενα, περίμενα και ξαφνικά έκανες τη λάθος κίνηση. Γνώρισες την Έλενα. Τρελάθηκα από τη χαρά μου. Το μίσος φούντωσε μέσα μου. Η εκδίκησή μου επιτέλους θα έφτανε στο τέλος."...ένα δάκρυ έτρεξε στο μάγουλό του καθώς μιλούσε..."Ήσουν φίλος μου...σου έσωσα τη ζωή...σου έδωσα νέα ζωή...σε κατεύθυνα για να μη χάσεις την ανθρωπιά σου...και τελικά την έχασα εγώ..."

Ο Μάρκος έκανε μερικά βήματα προς το μέρος του και του είπε..."Δεν είναι αργά για να τη ξαναβρείς."

"Είναι πάρα πολύ αργά"

Γύρισε και κοίταξε το σώμα της Σάρα. Το πρόσωπό του σκοτείνιασε. Πήγε δίπλα της. Η Έλενα προσπάθησε να τον σταματήσει χωρίς όμως τελικά να χρειαστεί.

"Δε πρόκειται να τη πειράξω. Και να θέλω δε μπορώ να της κάνω και άλλο κακό."

Η Έλενα πλέον κρατούσε το χέρι του Μάρκου. Δεν ήξερε τι θα κάνει ο Γκάμπριελ αλλά δεν υπήρχε περίπτωση να αφήσει ανυπεράσπιστο τον αγαπημένο της ή τον εαυτό της, ακόμη και αν ο Μάρκος είχε παραιτηθεί. Συνέχισαν να τον ακούνε...

"Μου λείπει...η αγκαλιά της, τα φιλιά της, η μυρωδιά της, τα χάδια της...Η Ελίζα ήταν ο άνθρωπός μου. Νόμιζα πως θα κρατούσε για πάντα. Και ήρθε εκείνη η νύχτα και τα έχασα όλα. Την Ελίζα, την πίστη μου στην ανθρωπότητα, τα συναισθήματά μου, εσένα. Έψαχνα να βρω κάποιον να του ρίξω το φταίξιμο, κάποιον να του φορτώσω την ευθύνη για τη κατάρρευση του κόσμου μου. Και βρήκα εσένα και κατόπιν τους θνητούς."

Ο Μάρκος έντονα συγκινημένος έβαλε το χέρι του στον ώμο του δημιουργού του. Ήξερε πως δε θα του έκανε κακό πια.

"Και σε μένα λείπει η Ελίζα, όπως μου έλειπες και εσύ αφού νόμιζα πως σε είχα χάσει. Τώρα όμως είσαι εδώ. Μπορούμε να τα αφήσουμε όλα πίσω μας. Να μείνουμε εδώ μιας και ξημέρωσε και μόλις βραδιάσει να φύγουμε και οι τρεις μας. Να κάνουνε μια νέα αρχή, να είμαστε περίπου όπως παλιά. Συχγώρεσέ με φίλε μου. Λυπάμαι πολύ για ότι έγινε..."

"Νομίζω πως σε έχω συγχωρέσει εδώ και μερικά χρόνια. Μόνο που τη δίψα για αίμα δε μπορούσα να τη κάνω στην άκρη. Ζούσα μόνο για την εκδίκηση και δε μπορούσα να δω τίποτε πέρα από αυτό. Τί αρχή μπορεί να υπάρξει για μένα; Αν κοιτάξω πίσω μου βλέπω αίμα και δεκάδες πτώματα ανθρώπων που δε μου έκαναν τίποτε, απλά είχαν την ατυχία να βρεθούν στο δρόμο μου. Επέτρεψα στον εαυτό μου να γίνει ένα τέρας. Έλενα είσαι τυχερή που τον βρήκες. Είστε και οι δύο τυχεροί. Νομίζω πως σας ζηλεύω. Τελικά άξιζε η αναμονή, νιώθω πραγματικά ήρεμος. Μου έλειπε αυτό."

Στάθηκε στο κέντρο του τάφου. Την απόφασή του την είχε πάρει. Απομακρύνθηκε λίγο ακόμη, σκούπισε τα μάτια του από τα δάκρυα που έτρεχαν και γύρισε προς το ζευγάρι...

"Η Ελίζα με περιμένει...Καλύτερα να κρυφτείτε κάπου...Αντίο..."

Αμέσως τράβηξε και με τα δυο του χέρια τα φύλλα της πόρτας και αυτά άνοιξαν απότομα. Ο ήλιος που είχε αρχίσει να ανεβαίνει στον ουρανό στεκόταν απέναντι, δυνατός, φονικός. Ο Μάρκος φώναξε..."Γκάμπριελ μη το κάνεις σε παρακαλώ"...την ίδια στιγμή που άρπαζε την Έλενα για να την πάει πίσω από τον μαρμάρινο τάφο των γονιών του. Οι ακτίνες του ήλιου είχαν κιόλας πλημμυρίσει τον χώρο με φως και διαπέρασαν το σώμα του Γκάμπριελ. Άρχισε να καίγεται, πρώτα στα χέρια και στη συνέχεια παντού. Δε φώναξε από τον πόνο, είχε κλείσει τα μάτια του, είχε την εικόνα της Ελίζας στο μυαλό του και ήταν σαν ο πόνος να μη τον ενδιέφερε, να μη τον άγγιζε, ίσως να μη τον ένιωθε καθόλου. Μέσα σε δευτερόλεπτα είχε μείνει μόνο η στάχτη. Και μετά...σιωπή...

Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

12. Η Αρχή Του Τέλους

Λονδίνο 1931

Ο Μάρκος πριν από ένα χρόνο έπιασε δουλειά σε ένα τυπογραφείο. Ήταν ακόμη άνθρωπος και αγνοούσε την ύπαρξη των βρικολάκων, κάτι που ίσχυε για το σύνολο σχεδόν της ανθρωπότητας. Την αγαπούσε τη δουλειά του και ένιωθε πολύ τυχερός που τη βρήκε μιας και το να βρίσκεται ανάμεσα σε τόσα βιβλία ήταν ότι καλύτερο γι' αυτόν. Άλλωστε από τότε ασχολούνταν και ο ίδιος με το γράψιμο. Όποτε έβρισκε ευκαιρία έβγαζε το σημειωματάριό του και έγραφε κείμενα με ιστορίες αγάπης, φαντασίας, αγωνίας. Βέβαια ακόμη δεν είχε τολμήσει να τα δείξει σε κανέναν. Τα κρατούσε για τον εαυτό του. Στο τυπογραφείο εργάζονταν πολλά άτομα αφού ήταν από τα μεγαλύτερα του Λονδίνου. Ανάμεσα στους εργαζόμενους ήταν και ένας πολύ ευγενικός νέος άντρας, ο Γκάμπριελ. Οι δύο άντρες είχαν αρχίσει να κάνουν παρέα γρήγορα καθώς και οι ηλικίες τους και οι χαρακτήρες τους ταίριαζαν. Ο Μάρκος ήταν στα 35 και ο Γκάμπριελ στα 31. Έκαναν μεγάλες βόλτες δίπλα στον Τάμεση, παρακολουθούσαν κονσέρτα κλασικής μουσικής που λάτρευαν και οι δύο, πήγαιναν κινηματογράφο και χάνονταν μέσα στις εικόνες του και με τις ώρες διάβαζαν πρώτοι απ' όλους τα βιβλία που τύπωναν στο τυπογραφείο. Όλες δραστηριότητες που τις έκαναν είτε μέσα σ' αυτό είτε τη νύχτα. Ο Γκάμπριελ έμενε μέσα στο τυπογραφείο. Το είχε για σπίτι του. Ο ιδιοκτήτης τον αγαπούσε σα γιο του. Γνώριζε την αλήθεια αλλά αυτό δεν επηρέαζε τα συναισθήματά του. Όλος ο υπόλοιπος κόσμος ήξερε πως ο Γκάμπριελ έπασχε από μια σπάνια ασθένεια που προκαλούσε φωτοευαισθησία. Αυτή ήταν η επίσημη και ψεύτικη δικαιολογία με την οποία απέφευγε το φονικό φως της μέρας τα τελευταία χρόνια όπου ζούσε εκεί. Τα μοιράζονταν όλα μεταξύ τους οι δύο φίλοι. Σχεδόν όλα δηλαδή. Ο Μάρκος δεν ήξερε ότι ο Γκάμπριελ ήταν βρικόλακας και πως γεννήθηκε πριν από 200 χρόνια. Ήταν ένας διαφορετικός βρικόλακας με αρχές και ήθος, που είχε βγάλει το αίμα από τη ζωή του εδώ και δεκαετίες. Ήταν πιο άνθρωπος από τους περισσότερους θνητούς.

Μόλις είχε μπει ο Δεκέμβριος όταν ο Μάρκος αρρώστησε. Ανέβασε πολύ υψηλό πυρετό που δεν έλεγε να πέσει. Οι γιατροί δεν μπορούσαν να κάνουν και πολλά. Η λοίμωξη ήταν ιδιαίτερα σοβαρή. Ο Μάρκος θα έχανε τη ζωή του αν ο Γκάμπριελ δεν έπαιρνε την απόφαση να προχωρήσει σε αποκαλύψεις και να του σώσει τη ζωή. Ένα βράδυ και ενώ ο Μάρκος ψηνόταν στον πυρετό αλλά είχε ακόμη τις αισθήσεις του ο Γκάμπριελ του είπε πως είναι βρικόλακας και πως ο μόνος τρόπος για να γίνει καλά και να μη πεθάνει είναι να μετατρέψει και τον ίδιο σε βρικόλακα. Ο Μάρκος είχε τεράστια όρεξη για ζωή, είχε τόσα πολλά στο μυαλό του που δε πρόλαβε ακόμη να πραγματοποιήσει και γι' αυτό μόλις πέρασε το πρώτο σοκ της αποκάλυψης δέχτηκε. Είπε το ναι, διστακτικά μεν αλλά το είπε. Το άγνωστο τον φόβιζε. Τον θάνατο όμως τον φοβόταν ακόμη περισσότερο. Το ίδιο βράδυ όταν έμειναν μόνοι στο δωμάτιο του νοσοκομείου ο Γκάμπριελ δάγκωσε όσο πιο προσεκτικά μπορούσε το λαιμό του Μάρκου και δεν ήπιε πολύ από το αίμα του. Ήταν αρκετό για τη διαδικασία της μεταμόρφωσης το γεγονός ότι απλώς το γεύτηκε. Αμέσως δάγκωσε τον καρπό του και την ώρα που ο Μάρκος βυθιζόταν στον ίσως τελευταίο του ύπνο άφησε μερικές σταγόνες από το αίμα του να πέσουν στο στόμα του. Στο λεπτό άνοιξε τα μάτια του και μέσα σε λίγες ώρες ο πυρετός έπεσε τελείως. Οι γιατροί ανακουφισμένοι μίλησαν για θαύμα. Το επόμενο βράδυ ο Μάρκος ξαναγεννήθηκε. Άφησε μια και καλή τη θνητή ζωή πίσω του και γεννήθηκε για δεύτερη φορά ως αθάνατος. Ένιωσε όλες τις αισθήσεις του να οξύνονται, τη σωματική του δύναμη να αυξάνεται σε υπεράνθρωπα επίπεδα και το πρόσωπό του να αποκτά μια πρωτόγνωρη λάμψη. Έκανε πολλές μέρες να συνηθίσει τις αλλαγές, να μάθει να "ζει" περιορισμένος μόνο στο σκοτάδι της νύχτας. Το πιο δύσκολο όμως ήταν η δίψα για ανθρώπινο αίμα. Η παρουσία του Γκάμπριελ βοήθησε πάρα πολύ σ' αυτό το πρόβλημα. Του συμπαραστάθηκε σα πραγματικός φίλος και συνέβαλε στο να τη ξεπεράσει σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Δεν έλειψαν βέβαια και τα "ατυχήματα" που είχαν ως αποτέλεσμα κάποιες φορές να τον κλειδώσει στο υπόγειο του τυπογραφείου μέχρι να μειωθεί το αίσθημα της πείνας, ώστε να τον προστατέψει και να μη κάνει κάτι που σίγουρα μετά θα μετάνιωνε. Αυτό που κυρίως όμως τον βοήθησε να την καταπνίξει ήταν η καλλιέργειά του και το ότι ήθελε να είναι σωστός απέναντι στους συνανθρώπους του. Η φιλία των δύο αντρών δυνάμωσε κι άλλο και τα επόμενα χρόνια έμειναν αχώριστοι.


Λονδίνο 1996

Ο Μάρκος, ο Γκάμπριελ και η Ελίζα ζούσαν μαζί σε μια μικρή μονοκατοικία της τελευταίας. Η Ελίζα ήταν βρικόλακας εδώ και τρία χρόνια και σύντροφος του Γκάμπριελ. Οι τρεις τους κρατούσαν ένα ιδιαίτερα χαμηλό και σεμνό προφίλ. Τις τελευταίες μέρες τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων είχαν σχεδόν αποκλειστικά τα νέα από μια σειρά φρικιαστικών και σε μερικές περιπτώσεις μαζικών φόνων που είχαν σοκάρει τη κοινή γνώμη. Η ανησυχία τους ήταν πολύ μεγάλη μιας και κατάλαβαν πως όλο αυτό ήταν έργο βρικολάκων. Μέσα σε λίγες μέρες οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες. Όλα μαθεύτηκαν και για να ηρεμήσουν τα πνεύματα οι βρικόλακες βγήκαν από τις κρυψώνες τους. Όταν άρχισε η καταγραφή των βρικολάκων ο Γκάμπριελ ήθελε να παραμείνει στην αφάνεια. Δε του άρεσε ο όλος εκβιασμός από μέρους των θνητών. Ο Μάρκος όμως τελικά τον έπεισε να αποκαλυφθούν. Η αφάνεια τον είχε κουράσει όλα αυτά τα χρόνια. Τις επόμενες μέρες ένιωσαν ελεύθεροι. Δυστυχώς αυτό κράτησε για λίγο. Τραγικά λίγο.

Η 14η Μαΐου, που θα έμενε στην ιστορία ως η μέρα της σφαγής, έφτασε. Ο Μάρκος ήταν από ώρα έτοιμος και περίμενε το ερωτευμένο ζευγάρι για να ξεκινήσουν για τη παράσταση κλασικού χορού που τόσο περίμενε. Μια παράσταση που δε θα έβλεπε ποτέ. Λίγο πριν αφήσουν το σπίτι, ενώ φυσικά είχε κιόλας νυχτώσει, ο Γκάμπριελ διαισθάνθηκε κάτι. Γύρισε προς τους άλλους δύο λέγοντας πως κάτι περίεργο συμβαίνει και ότι νιώθει τη παρουσία αρκετών ατόμων έξω από το σπίτι. Ατόμων που μέσα τους είχαν πολύ θυμό. Μια μόνο λέξη θα μπορούσε να χαρακτηρίσει αυτό που θα περνούσαν στα επόμενα λεπτά...Κόλαση. Τα τζάμια από τα παράθυρα θρυμματίστηκαν καθώς άντρες της αστυνομίας πέταξαν βόμβες μολότοφ την ίδια στιγμή που την εξώπορτα γάζωναν δεκάδες σφαίρες. Τα πρόσωπά τους αγρίεψαν, οι κυνόδοντες πετάχτηκαν έξω. Οι τρεις βρικόλακες μετακινήθηκαν προς τα πίσω και πλησίασαν ο ένας τον άλλον. Η φωτιά που ξέσπασε δε τους επέτρεψε να προλάβουν να διαφύγουν από τα παράθυρα. Παγιδεύτηκαν στο εσωτερικό του σπιτιού. Οι άντρες της αστυνομίας εισέβαλαν μέσα συνεχίζοντας να πυροβολούν. Με ταχύτατους ελιγμούς απέφυγαν τις σφαίρες. Χωρίστηκαν. Ο Μάρκος έπιασε έναν αστυνομικό και τον έβαλε μπροστά του για ασπίδα ενώ στη συνέχεια τον πέταξε με δύναμη πάνω σε τρεις άλλους άνδρες εξουδετερώνοντάς τους. Ο Γκάμπριελ δάγκωσε έναν αστυνομικό ακριβώς στην καρωτίδα, κατόπιν τον αποκεφάλισε χωρίς καμία δυσκολία, κρύφτηκε πίσω από μια κολόνα και αμέσως όρμησε στον επόμενο. Βύθισε το δεξί του χέρι στο στήθος του σπάζοντας τον θώρακα και του τράβηξε έξω τη καρδιά που κτυπούσε ακόμη. Η σκέψη του ήταν να φτάσει δίπλα στην αγαπημένη του που βρισκόταν πίσω από τον πάγκο της κουζίνας χωρίς να μπορεί να ξεφύγει. Κανένας δεν ήταν δυνατόν να τον σταματήσει. Ο Μάρκος και ο Γκάμπριελ μέσα στη παραζάλη της βίας και φρίκης στην οποία τους οδήγησε το αίμα που είχαν δεκαετίες να δοκιμάσουν δε μπορούσαν να συγκρατηθούν. Έχασαν κάθε έλεγχο. Νεκροί αστυνομικοί έπεφταν συνεχώς στο πάτωμα. Διαμελισμένα πτώματα γέμισαν το χώρο. Ήταν και οι δύο λουσμένοι στο αίμα. Ο Γκάμπριελ άπλωσε το χέρι του στη τρομοκρατημένη Ελίζα και της είπε πως ήρθε η ώρα να φύγουνε. Η Ελίζα αν και βρικόλακας ήταν ανήμπορη να αντιδράσει. Τη κλειστοφοβία που είχε ως θνητή την είχε και μετά τη μεταμόρφωσή της από τον Γκάμπριελ. Η ιδέα ότι τους έχουν παγιδεύσει στο σπίτι την έκανε να παγώσει. Οι αστυνομικοί ήταν ή νεκροί ή στη καλύτερη περίπτωση πολύ τραυματισμένοι για να τους σταματήσουν. Ο Μάρκος είχε από τους γονείς του ένα κρυφό σπίτι λίγο έξω από τη πόλη, που μόνο αυτός γνώριζε που βρισκόταν και είχαν πει μετά το γεγονός της δημοσιοποίησης πως αν συμβεί το παραμικρό θα βρούνε εκεί καταφύγιο.

Βγήκαν από το σπίτι περνώντας βιαστικά ανάμεσα από τους αστυνομικούς που μόλις είχαν σκοτώσει μιας και το σπίτι πλέον είχε παραδοθεί για τα καλά στις φλόγες και σε λίγο θα κατέρρεε. Τρία νέα περιπολικά κατέφθασαν εκείνη τη στιγμή. Κάποιος από το πρώτο κύμα της επίθεσης βλέποντας το χάος που προκάλεσαν οι δύο βρικόλακες είχε προλάβει να καλέσει ενισχύσεις. Ο Μάρκος που βγήκε πρώτος γύρισε προς τους φίλους του και τους είπε να τρέξουν όσο πιο γρήγορα μπορούν. Να τον ακολουθήσουν. Οι πυροβολισμοί άρχισαν και πάλι να πέφτουν βροχή και ξαφνικά σταμάτησαν. Ο Μάρκος έτρεχε και έτρεχε και νόμιζε πως η Ελίζα και ο Γκάμπριελ τον ακολουθούσαν. Έκανε όμως λάθος. Μερικές σφαίρες βρήκαν την Ελίζα και την έριξαν κάτω. Ο Γκάμπριελ γύρισε να τη βοηθήσει. Εξαγριώθηκε ακόμη περισσότερο και κομμάτιασε στη κυριολεξία μερικούς αστυνομικούς μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Οι δύο σφαίρες που τον πέτυχαν δεν ήταν δυνατόν να τον σταματήσουν. Λόγω ηλικίας είχε πολύ μεγαλύτερες αντοχές από τους άλλους δύο. Είχε πλησιάσει αρκετά τη σύντροφό του όταν ένας από τους εναπομείναντες άντρες της αστυνομίας κάρφωσε ένα αιχμηρό κομμάτι ξύλου στο στήθος της, στο ύψος της καρδιάς. Ψιθύρισε με δυσκολία το όνομα του αγαπημένου της και άφησε τη τελευταία της πνοή εκεί στο δρόμο, μπροστά από το σπίτι στο οποίο έζησε όλη της τη ζωή κοιτάζοντάς τον. Η ζωή του αστυνόμου κράτησε μερικές μόνο ακόμη στιγμές καθώς ο Γκάμπριελ του ξερίζωσε και τα δύο χέρια. Σήκωσε την Ελίζα από το έδαφος, έβγαλε μια δυνατή κραυγή όλο πόνο αλλά δάκρυα δεν έτρεξαν από τα μάτια του. Μόνο μίσος έβλεπες μέσα τους. Ξαφνικά ένοιωσε τόσο κουρασμένος. Δεν είχε συνειδητοποιήσει πως πλήθος οργισμένων πολιτών ερχόταν προς το μέρος του. Η πρώτη μολότοφ έσκασε στο πρόσωπό του. Τυλιγμένος στις φλόγες και έχοντάς την στην αγκαλιά του χάθηκε στο σκοτάδι. Δεν ήθελε να πολεμήσει άλλο. Αυτή τη μάχη την είχε χάσει. Είχε μετατρέψει τη μονάκριβη Ελίζα του σε βρικόλακα για να είναι μαζί για πάντα και τώρα αυτό το όνειρο πέθανε, έγινε εφιάλτης. Μία ήταν η σκέψη που είχε πλέον στο μυαλό του...

"Μόνο τον εαυτό του κοίταξε να σώσει...Μας εγκατέλειψε...Μας άφησε να πεθάνουμε."

Λίγη ώρα αργότερα και μερικά χιλιόμετρα μακριά ο Μάρκος αιματοβαμμένος έμπαινε στο άδειο εδώ και χρόνια σπίτι των γονιών του. Από πολύ νωρίς συνειδητοποίησε πως οι δυο του φίλοι δε τον ακολουθούσαν. Μα δε γύρισε. Φοβήθηκε, φέρθηκε εγωιστικά. Κατάλαβε πως τους είχαν προλάβει. Πίστευε πως δε ζούσε κανένας από τους δύο. Προδομένος από την ανθρωπότητα στην οποία πίστευε, με απίστευτες τύψεις για τη στάση του και αποκαμωμένος από τη κούραση μπήκε κάτω από το έδαφος, σχεδόν μέσα στο χώμα. Το μετάνιωσε μα ήταν αργά. Έπρεπε να έχει γυρίσει, να τους βοηθήσει. Ίσως τώρα να ήταν ζωντανοί.

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

11. Άγγελος Θανάτου

Ανέβηκε τη σκάλα γρήγορα αφού δεν ήθελε να αφήνει την Έλενα αρκετή ώρα μόνη της. Είχε λείψει μόνο για δεκαπέντε λεπτά καθώς το εστιατόριο από το οποίο πήρε φαγητό για την αγαπημένη του ήταν πολύ κοντά. Πλησιάζοντας στον όροφο που ήταν το διαμέρισμά του διαισθάνθηκε μια ξένη παρουσία. Κάτι ανάλογο είχε νιώσει και στο θέατρο τη βραδιά του κονσέρτου. Αμέσως άφησε κάτω τις σακούλες με το γεύμα και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου βρέθηκε μπροστά στην εξώπορτα. Ήταν ανοιχτή. Ενστικτωδώς οι κυνόδοντές του πετάχτηκαν προς τα έξω. Έσπρωξε την πόρτα απότομα, άνοιξε το φως και είδε πως παντού υπήρχαν κηλίδες αίματος. Φώναξε την Έλενα αλλά απάντηση δεν ήρθε καμία. Έκανε να τρέξει προς τη κρεβατοκάμαρα όταν το βλέμμα του καρφώθηκε σε ένα σημείωμα πάνω στο τραπέζι. Το πήρε στα χέρια του, το ξεδίπλωσε βιαστικά και διάβασε με αγωνία και περιέργεια το περιεχόμενό του...

"Η Έλενα δε θα μπορέσει να δειπνήσει μαζί σου απόψε. Μη μου στεναχωριέσαι όμως γιατί σου άφησα μια αντικαταστάτρια. Θα μας βρεις στο εγκαταλελειμμένο σπίτι δύο τετράγωνα πιο κάτω από το στέκι σας. Μην αργείς. Ο χρόνος κυλάει και φαντάζομαι θέλεις να τη προλάβεις ζωντανή.

Ο δημιουργός σου,
Γκάμπριελ"


Πάγωσε για κανένα λεπτό, μόνο έκπληξη και θυμό έβλεπες στο πρόσωπό του και συνέχισε να κοιτά το σημείωμα.

"Είναι ζωντανός; Πώς είναι δυνατόν; Γιατί θέλει να κάνει κακό στην Έλενα και γιατί ήταν εξαφανισμένος όλα αυτά τα χρόνια;"

Αυτά τα ερωτήματα γεννήθηκαν κατευθείαν στο μυαλό του και ταυτόχρονα σκέφτηκε την αντικαταστάτρια που του έγραφε. Άφησε το σημείωμα και με αστραπιαίες κινήσεις που ανθρώπινο μάτι θα δυσκολευόταν να ακολουθήσει πήγε στη κρεβατοκάμαρα. Το δωμάτιο ήταν μισοφωτισμένο όμως ο Μάρκος χωρίς καμία απολύτως δυσκολία είδε το σώμα μιας κοπέλας να είναι ξαπλωμένο μπρούμυτα στο μεγάλο κρεβάτι και προς στιγμήν σκέφτηκε μήπως είναι η Έλενα, μήπως στο σημείωμα του έλεγε ψέματα. Πλησίασε και διαπίστωσε πως όντως δεν ήταν η Έλενα. Γύρισε το σώμα της άτυχης κοπέλας και κατάλαβε πως δεν υπήρχε κανένα ίχνος ζωής. Παντού έβλεπε αίμα και κάτω από αυτό το δέρμα της ήταν κατάχλομο. Της είχε αφαιρέσει μέχρι και τη τελευταία σταγόνα αίματος και όπως του έδειχνε η εμπειρία του το είχε κάνει εκεί στο δωμάτιο. Το πρόσωπό της δε φαινόταν αφού τα μακριά μαλλιά της το κάλυπταν. Με το χέρι του τα τράβηξε στην άκρη και έντρομος είδε πως η κοπέλα ήταν η Σάρα, η κολλητή της Έλενας από τα παλιά που το τελευταίο καιρό είχε ξαναβρεθεί μαζί της. Μάλιστα την είχε γνωρίσει και ο ίδιος μιας και η Σάρα γνώριζε την αλήθεια για τον ίδιο, όπως γνώριζε και παλιότερα για τον Άντονι, τον αδερφό της Έλενας. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Τη Σάρα τη συμπαθούσε τόσο πολύ. Ήταν γλυκός άνθρωπος και πραγματική φίλη. Τέτοια τύχη δε της άξιζε σε καμία περίπτωση. Της έκλεισε τα μάτια που ήταν ακόμη ανοιχτά και τη σκέπασε με ένα καθαρό σεντόνι. Έσβησε όλα τα φώτα, κλείδωσε πόρτες και παράθυρα, άφησε για αργότερα το τι θα έκανε με το σώμα της Σάρα αφού το κακό είχε γίνει πλέον και σκέφτηκε πόσο καλά σχεδιασμένα πρέπει να τα έχει όλα ο Γκάμπριελ. Σίγουρα τους παρακολουθούσε στενά και υπομονετικά καθώς έλειψε μόλις για ένα τέταρτο της ώρας. Έκλεισε δυνατά τη πόρτα πίσω του και ξεκίνησε χωρίς δεύτερη σκέψη για το εγκαταλελειμμένο σπίτι.

Έφτασε στο σπίτι, ένα παλιό αρχοντικό και εισέβαλε με μεγάλη ταχύτητα διαλύοντας τη παλιά ξύλινη πόρτα. Ο εσωτερικός χώρος ήταν σε ακόμη χειρότερη κατάσταση. Χαραμάδες παντού, από τις οποίες έμπαινε το φως του φεγγαριού, σκισμένες κουρτίνες, λιγοστά σπασμένα έπιπλα, ρίζες δέντρων να διαπερνούν το πάτωμα. Σε μια σκοτεινή γωνία στεκόταν ο Γκάμπριελ ο οποίος κρατούσε την Έλενα από τον έναν της καρπό σφιχτά, χωρίς να της αφήνει περιθώρια να τρέξει κοντά στον Μάρκο.

Ο Γκάμπριελ έκανε ένα βήμα προς τα μπρος που ήταν όμως αρκετό για το φως του φεγγαριού να αποκαλύψει την ουλή του προσώπου του. Ο Μάρκος την πρόσεξε και δε του ήταν καθόλου δύσκολο να καταλάβει πως την απέκτησε. Τότε ακούστηκε η βραχνή φωνή του Γκάμπριελ...

"Δε σε βλέπω Μάρκο και πολύ χαρούμενο που με βλέπεις μετά από τόσα χρόνια."

"Μου φαίνεται απίστευτο το γεγονός ότι είσαι ζωντανός. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα ήμουν χαρούμενος που σε βλέπω. Γιατί τα κάνεις όλα αυτά; Τι σου κάναμε; Τι σου έφταιξε η Σάρα;"

Πριν προλάβει να απαντήσει, η Έλενα κλαίγοντας τον πρόλαβε λέγοντας...

"Μάρκο...κτύπησε το κουδούνι με το που έφυγες σχεδόν και είδα τη Σάρα από το ματάκι. Δε πρόλαβα να ανοίξω και έσπρωξε τη πόρτα με δύναμη ρίχνοντας τη Σάρα επάνω μου. Χωρίς να πει λέξη μας έσυρε στη κρεβατοκάμαρα όπου τη σκότωσε μπροστά στα μάτια μου με τα δόντια του."

Τα δάκρυα δεν έλεγαν να σταματήσουν να τρέχουν στο πρόσωπό της...

"Σου έγραψε το σημείωμα και με πήρε και ήρθαμε εδώ."

Και αμέσως συνέχισε ο Γκάμπριελ...
"Τι συγκινητικό. Ξέρεις να τα λες όμως ωραία."

Εκείνη τη στιγμή και πριν καλά καλά ολοκληρώσει τη φράση του δάγκωσε τον λαιμό της Έλενας στρίβοντας απότομα τον αυχένα της. Ο Μάρκος βγάζοντας μια απεγνωσμένη κραυγή βρέθηκε δίπλα τους και προσπάθησε να τον σταματήσει όμως ο Γκάμπριελ με το χέρι του τον πέταξε στον απέναντι τοίχο. Ήταν μεγαλύτερος από τον Μάρκο στην ηλικία κατά περίπου 170 χρόνια και γι' αυτό και ήταν πολύ πιο δυνατός αλλά και ταχύτερος. Άφησε το άψυχο σώμα της Έλενας να σωριαστεί στο έδαφος και άρπαξε τον Μάρκο με τα δυο του χέρια. Τον σήκωσε από το έδαφος, τον κόλλησε στον τοίχο, τον κράτησε ακινητοποιημένο, πλησίασε στο αυτί του και του είπε...

"Με ρώτησες το γιατί...Κάνε μια προσπάθεια...Δεν είναι δύσκολο να το σκεφτείς...Με πρόδωσες, με άφησες, έχασα ότι αγαπούσα περισσότερο και όλα αυτά ενώ σου έδωσα ζωή. Με έκανες αυτό που είμαι σήμερα. Να είμαι ένας άγγελος του Θανάτου, να θέλω μόνο εκδίκηση, να σκέφτομαι μόνο το αίμα."

"Ε τότε γιατί δε με σκοτώνεις;"...του είπε έχοντας τα μάτια του κολλημένα επάνω στην Έλενα..."Τι περιμένεις;"

"Όχι ακόμη. Τόσα χρόνια περίμενα. Θέλω να νιώσεις πρώτα τον πόνο, την οργή, την απώλεια...Φύγε, όμως να με περιμένεις γιατί θα έρθω για σένα όπου και αν κρυφτείς για να πάρω πίσω τη ζωή που σου χάρισα."

Τον άφησε κάτω και χάθηκε ξανά στη σκοτεινή του γωνία. Χωρίς να χάσει καθόλου χρόνο ο Μάρκος πήγε δίπλα στην Έλενα, τη πήρε και την έσφιξε στην αγκαλιά του για μερικές στιγμές και τον ρώτησε...

"Να πάρω το σώμα της μαζί μου; Δε θέλω να την αφήσω έτσι εδώ."

"Πάρ' το και φύγε."

Τη σήκωσε προσεκτικά και με τα δυο του χέρια, του είπε πως του υπόσχεται ότι θα τον περιμένει και χάθηκε μέσα στη νύχτα. Αυτή ήταν μια υπόσχεση που δεν είχε σκοπό να αθετήσει σε καμία περίπτωση. Αν και μπερδεμένος αφού δε περίμενε ο βρικόλακας του "ατυχήματος" να είναι ο Γκάμπριελ, πραγματικά ανυπομονούσε να έρθει η ώρα της συνάντησης. Ήθελε το τέλος να έρθει το συντομότερο δυνατό.

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

10. Γκάμπριελ

Σκοτάδι. Στο δωμάτιο επικρατούσε απόλυτη σιωπή. Σηκώθηκε από τη παλιά, φθαρμένη, δερμάτινη πολυθρόνα του και έβαλε στο cd player ένα cd κλασικής μουσικής τόσο δυνατά που η σιωπή διαλύθηκε μονομιάς. Τράβηξε στην άκρη την κουρτίνα. Η νύχτα είχε έρθει κιόλας. Τα φώτα του Λονδίνου γέμισαν το δωμάτιο απότομα. Αποκάλυψαν τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Κοντά και ξανθά μαλλιά, γαλάζια μάτια, έντονα ζυγωματικά, ένα πρόσωπο άγριο, γεμάτο γωνίες και με μια αρκετά ευδιάκριτη ουλή στην αριστερή πλευρά που δε θα έπρεπε να είναι εκεί. Εντυπωσιακός και τρομακτικός ταυτόχρονα. Γύρω στα 30 θα έλεγε κανείς αν προσπαθούσε να μαντέψει την ηλικία του. Βέβαια θα έπεφτε έξω κατά πολλές πολλές δεκαετίες μιας και ως θνητός γεννήθηκε το 1732. Κρατούσε στο δεξί του χέρι ένα ποτήρι γεμάτο, όχι όμως με κρασί όπως θα νόμιζε κάποιος που θα το έβλεπε από μακριά. Ένας σχετικός και γνώστης του θέματος θα καταλάβαινε αμέσως πως το ποτήρι περιείχε κατακόκκινο, ολόφρεσκο αίμα.

Άφησε το ποτήρι σε ένα τραπέζι και κατευθύνθηκε προς το διπλανό δωμάτιο. Έσπρωξε τη πόρτα και άναψε το φως μπαίνοντας. Το δωμάτιο ήταν σχεδόν άδειο. Είχε λιγοστά μικροέπιπλα και ένα μεγάλο ξύλινο κρεβάτι στο κέντρο του. Πάνω του ήταν ξαπλωμένη μια κοπέλα, όχι πολύ μικρή στην ηλικία. Είχε τα μάτια της ανοιχτά αλλά φαινόταν να βρίσκεται σε έναν δικό της κόσμο. Ο λαιμός της και τα γυμνά της χέρια ήταν γεμάτο από πληγές που αιχμηροί κυνόδοντες προξένησαν. Τη κρατούσε εκεί χωρίς δεσμά αλλά με τη δύναμη της αυθυποβολής. Δε μπορούσε να μιλήσει, να φωνάξει, να ξεφύγει από το μαρτύριο και ας είχε μόνο αυτό στο μυαλό της. Τη χρησιμοποιούσε ως δότη, ως πηγή αίματος και δεν ήταν η πρώτη. Ήταν κάτι που έκανε για πολλά χρόνια. Άλλες φορές το θύμα πέθαινε, άλλες πάλι όταν η διάθεσή του ήταν καλή τους άφηνε να φύγουν χωρίς φυσικά να θυμούνται τίποτε. Η νέα κοπέλα ήταν όμως ειδική περίπτωση. Βύθισε τα δόντια του στο λαιμό της. Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της, χωρίς όμως να καταφέρει να βγάλει τον παραμικρό ήχο, πόσο μάλλον να κινηθεί, να προβάλει κάποια αντίσταση. Σκούπισε με το χέρι του το αίμα που έτρεξε στο πηγούνι του και της είπε...

"Μπορεί να έχω αγγελικό όνομα αλλά είμαι σίγουρος πως σκέφτεσαι ότι είμαι το ακριβώς αντίθετο. Μάλλον έχεις δίκιο. Για την ακρίβεια έχεις απόλυτο δίκιο. Ξέρεις όμως το φταίξιμο είναι όλο δικό σας."

Βγήκε από το δωμάτιο σχεδόν αμέσως. Έτσι κι αλλιώς δυνατότητα για απάντηση από μέρους της δεν υπήρχε. Σκέφτηκε πως θέλει λίγο αέρα και το μπαλκόνι ήταν ο κατάλληλος χώρος. Για κανένα δεκάλεπτο χάζευε τους θνητούς από ψηλά. Γι' αυτούς είχε μόνο μίσος. Όχι όμως μόνο γι' αυτούς.

Επέστρεψε στο δωμάτιο και άδειασε το ποτήρι που είχε αφήσει λίγο πριν. Είχε τραφεί μόλις τώρα όμως η δίψα δεν έφευγε ποτέ. Δεν είχε καταφέρει να βρει την ηρεμία που θα τον βοηθούσε να την ελέγξει. Τη γαλήνη και την ισορροπία που είχε εξασφαλίσει με τόσο κόπο την είχε χάσει μια και καλή μερικά χρόνια πριν. Πήρε το ποτήρι στο χέρι του και το πέταξε στον απέναντι τοίχο με τόση δύναμη που έσπασε σε αμέτρητα κομμάτια. Ο τοίχος αυτός ήταν καλυμμένος με δεκάδες ταλαιπωρημένες και μεγάλες φωτογραφίες. Σε αρκετές ήταν η κοπέλα που κρατούσε φυλακισμένη στο διπλανό δωμάτιο. Σε πολλές περισσότερες ήταν η Έλενα. Στη συντριπτική πλειοψηφία τους όμως έδειχναν τον Μάρκο είτε μόνο του είτε μαζί με την Έλενα, σε διάφορες στιγμές της καθημερινότητάς τους. Στο εστιατόριο του Άλεξ, στο θέατρο, στο δρόμο ή και έξω από τα σπίτια τους. Μάλιστα αυτές με τον Μάρκο δεν ήταν όλες πρόσφατες αλλά κάποιες τραβήχτηκαν εδώ και χρόνια. Ανάμεσα στις φωτογραφίες υπήρχαν αρκετές διάσπαρτες χειρόγραφες σημειώσεις με διευθύνσεις αλλά και οργισμένα σχόλια. Το σημείωμα με την ημερομηνία διεξαγωγής του κονσέρτου κινηματογραφικής μουσικής ξεχώριζε στο κέντρο όλων αυτών.

Πλησίασε σε μια από τις φωτογραφίες του Μάρκου. Το πρόσωπό του αγρίεψε κι άλλο. Έσυρε τα νύχια του με οργή πάνω της σκίζοντάς την. Αποκάλυψε τους κυνόδοντές του λες και ήταν έτοιμος να επιτεθεί και είπε...

"Μάρκο...δειλέ...προδότη. Το τέλος σου φτάνει. Το ατύχημα στο θέατρο ήταν μόνο η αρχή. Μια από αυτές τις μέρες η αγάπη θα πεθάνει."

Παρασκευή, 21 Οκτωβρίου 2011

9. Σκιά

Η Έλενα έμεινε στο νοσοκομείο για δύο μέρες μετά από το ατύχημά της. Οι γιατροί ήθελαν να είναι σίγουροι για την κατάστασή της πριν της δώσουν εξιτήριο. Έτσι της έκαναν όλες εκείνες τις απαραίτητες διερευνητικές εξετάσεις. Αξονικές τομογραφίες, μαγνητικές, αιματολογικές. Καμία δεν έδειξε το παραμικρό. Την άφησαν να φύγει και ακόμη είχαν μείνει με την απορία του τι είχε τελικά συμβεί και πως ήταν δυνατόν να έχει γλιτώσει μετά από το θανατηφόρο χτύπημα στο κρανίο που προκλήθηκε πέφτοντας από τη σκάλα και που ο νοσοκόμος του ασθενοφόρου είχε δει με τα μάτια του. Το αίμα του Μάρκου είχε επουλώσει ακόμη και το πιο μικρό τραύμα σε ελάχιστο χρόνο, μαζί φυσικά και το τραύμα στο κεφάλι που ήταν και το βασικό.

Ήταν μεσημέρι όταν η Έλενα μπήκε στο σπίτι του Μάρκου. Την περίμενε με ανυπομονησία και ευχόταν να μπορούσε να την παραλάβει ο ίδιος από το νοσοκομείο, κάτι που όμως ήταν αδύνατο να γίνει υπό το φως του ήλιου. Οι επόμενες μέρες κύλησαν ήρεμα. Τουλάχιστον έτσι έδειχναν να είναι. Ο Μάρκος φρόντιζε και πρόσεχε την Έλενα με τόση αγάπη και τρυφερότητα. Της μαγείρευε, της έβαζε την αγαπημένη του μουσική μήπως και τη μυήσει σ' αυτήν, έβλεπαν μαζί ταινίες όλων των ειδών. Η Έλενα συχνά έπαιζε μουσική με το βιολί της και ο Μάρκος ολοκλήρωνε σιγά σιγά τη συγγραφή του νέου του βιβλίου. Είχε περάσει κιόλας μία εβδομάδα και κανένας από τους δύο δεν είχε βγει από το σπίτι μιας και ο Μάρκος είχε μεριμνήσει τίποτε να μη λείπει. Μιλούσαν για τα πάντα, εκτός από το ατύχημα. Και αυτό γιατί και τους δύο τους απασχολούσε κάτι. Ο Μάρκος δεν ήθελε να τρομάξει την Έλενα και η Έλενα με τη σειρά της δεν ήθελε να τον ανησυχήσει αφού δεν ήταν και πολύ σίγουρη για τον λόγο που την έκανε να νιώθει άβολα.

Ήταν απόγευμα όταν ο Μάρκος αποφάσισε να μιλήσει πρώτος, να κάνει την αρχή...

"Έλενα νομίζω πως τώρα που έχουμε ηρεμήσει και οι δύο πρέπει να μιλήσουμε σοβαρά για το ατύχημα. Με απασχολεί κάτι και βλέπω πως σε απασχολεί και εσένα κάτι."
"Έχεις δίκιο. Νομίζω πως η ώρα γι' αυτή τη κουβέντα ήρθε, αρκετά την αναβάλαμε."

Κάθισαν ο ένας απέναντι στον άλλον με ύφος σοβαρό και την ανησυχία ζωγραφισμένη στα πρόσωπά τους. Ο Μάρκος την κοίταξε όσο πιο ήρεμα μπορούσε και είπε...

"Εκείνο το βράδυ λίγο πριν ξεκινήσει το κονσέρτο και ενώ ήδη καθόμουν στη θέση μου διαισθάνθηκα κάτι περίεργο. Μία παρεμβολή, μία παρουσία. Έψαξα λίγο γύρω μου αλλά δεν είδα κάτι που να με αναγκάσει να σηκωθώ και να το ελέγξω. Να ήξερες πόσο το μετανιώνω τώρα. Έπρεπε να μη το αφήσω να περάσει έτσι. Ο ενθουσιασμός μου όμως για τη μουσική που ξεκινούσε εκείνη την ώρα με έκανε να μη δώσω την απαραίτητη προσοχή, να ξεχαστώ."
"Δεν έκανες κάτι λάθος. Πως να πάει το μυαλό σου στο κακό, αν υπήρχε βέβαια."...του απάντησε αμέσως η Έλενα και συνέχισε...
"Να σου πω όμως και εγώ κάτι που βλέπω ή καλύτερα ακούω τρεις μέρες τώρα, που δε το καταλαβαίνω και έχει αρχίσει να με τρομοκρατεί. Έχει τρεις νύχτες που στον ύπνο μου ακούω μία ανδρική φωνή να μου λέει...'Απλώς παραπάτησες...Δε με είδες ποτέ.'..."

Ο Μάρκος αμέσως πετάχτηκε από τη πολυθρόνα του. Τα είχε καταλάβει όλα. Γύρισε αναστατωμένος προς την Έλενα και της είπε σχεδόν φωναχτά...
"Μάλλον δεν είμαι όσο τελευταίος νόμιζα."
"Τι εννοείς;"
"Μόλις συνειδητοποίησα τι έχει συμβεί...Σε σαγήνευσαν...Σου είπαν τι να πεις και τι να θυμάσαι. Το ότι σου έδωσα το αίμα μου για να σε σώσω εξουδετέρωσε ως έναν βαθμό την αυθυποβολή και γι' αυτό μπορείς και ακούς τη φράση αυτή. Αυτό πρέπει ακριβώς να σου είπε αυτός που το έκανε. Κοίταξε μέσα στα μάτια σου και στο είπε ή καλύτερα στο επέβαλε. Το μόνο που δε καταλαβαίνω είναι ποιος μπορεί να κρύβεται πίσω από αυτό και κυρίως το γιατί να θέλει να σου κάνει κακό και μέσα από εσένα να κάνει κακό και σ' εμένα."

Η Έλενα πλησίασε τον Μάρκο και σαφέστατα αγχωμένη χώθηκε στην αγκαλιά του. Ο Μάρκος σε μια προσπάθεια να της μειώσει την αγωνία της έδωσε ένα μικρό φιλί και της είπε...
"Όλα δείχνουν πως έχουμε να κάνουμε με έναν βρικόλακα. Πρέπει να πάρουμε τα μέτρα μας. Πρέπει να κάνουμε κάτι γι' αυτή τη σκιά που μας ακολουθεί και νομίζω πως έχω βρει και τι ακριβώς..."

Κυριακή, 9 Οκτωβρίου 2011

8. Αίμα

Η μέρα ήταν έτοιμη να δώσει τη θέση της στη νύχτα και ο Μάρκος εδώ και ώρα ετοιμαζόταν για τη μεγάλη βραδιά της Έλενας. Ήταν κιόλας ντυμένος στα μαύρα. Το μαύρο το λάτρευε σαν χρώμα και πλέον δεν αντικατόπτριζε τη διάθεσή του. Η Έλενα είχε φύγει από το σπίτι του από νωρίς το απόγευμα αφού στο πρόγραμμά της είχε μία τελική πρόβα. Είχε φορέσει για το κονσέρτο ένα υπέροχο και πολύ κομψό κατακόκκινο φόρεμα και δεν είπε λέξη στον Μάρκο για το όνειρο της προηγούμενης νύχτας. Ο Μάρκος κατάλαβε πως κάτι την απασχολεί αλλά δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία αφού το απέδωσε στο άγχος εν όψη του κονσέρτου. Στο μυαλό του είχε μείνει ολοζώντανη η εικόνα της Έλενας να του στέλνει ένα φιλί κλείνοντας την πόρτα του διαμερίσματος. Ήταν πανέμορφη!

Άνοιξε τη πόρτα του ταξί και αντίκρισε το έντονα φωταγωγημένο θέατρο. Οι κάτοικοι του Λονδίνου είχαν αρχίσει να καταφθάνουν μαζικά. Ένα κονσέρτο της φημισμένης φιλαρμονικής της πόλης τους ήταν πάντοτε μεγάλο καλλιτεχνικό αλλά και κοσμικό γεγονός. Ο Μάρκος μπήκε στο θέατρο γεμάτος ενθουσιασμό και για το ότι θα θαύμαζε την αγαπημένη του και για το περιεχόμενου του κονσέρτου, αφού εδώ πολλά χρόνια η κινηματογραφική μουσική τον γέμιζε με τόσα ξεχασμένα συναισθήματα. Αυτός ήταν ο λόγος που την άκουγε με τόση ευχαρίστηση. Πριν βρει τη θέση του ανάμεσα στους υπόλοιπους θεατές κατευθύνθηκε προς τα παρασκήνια για να συναντήσει την Έλενα. Της είπε πως ανυπομονεί να τη θαυμάσει και της ευχήθηκε καλή επιτυχία με ένα φιλί. Ο Μάρκος κάθισε στη θέση του, λίγα μόλις μέτρα από την ορχήστρα και η ανυπομονησία του αυξήθηκε όταν είδε πως τα μέλη της φιλαρμονικής είχαν αρχίσει να κάθονται στα καθίσματά τους. Μεταξύ τους και η Έλενα με το βιολί της. Αμέσως της χαμογέλασε και της έκλεισε όλο νόημα το μάτι. Λίγο πριν το κονσέρτο ξεκινήσει ο Μάρκος ένιωσε κάτι πολύ περίεργο. Ένα βλέμμα να είναι επάνω του, μία παρουσία, μία παρεμβολή στο μυαλό του και στη σκέψη του. Γύρισε και κοίταξε πίσω του αλλά δεν είδε τίποτε το ύποπτο. Δεν έδωσε περισσότερη σημασία αφού οι πρώτες νότες μόλις είχαν ακουστεί. Το κονσέρτο είχε μόλις αρχίσει. Επί δύο ώρες η φιλαρμονική του Λονδίνου παρουσίαζε διάσημα ή και λιγότερο γνωστά κινηματογραφικά μουσικά θέματα μεγάλων συνθετών όπως των Hans Zimmer, Danny Elfman, Patrick Doyle, James Newton Howard, Jerry Goldsmith, Zbigniew Preisner και αρκετών άλλων ενθουσιάζοντας το κοινό. Σε κάποια κομμάτια μία οθόνη παραδίπλα έδειχνε σκηνές της αντίστοιχης ταινίας και σε κάποια άλλα χορευτές πάνω στη σκηνή πίσω από την ορχήστρα χόρευαν στο ρυθμό τους. Ο Μάρκος απολάμβανε με απίστευτη χαρά και συγκίνηση τη μουσική, ενώ δε μπορούσε να πάρει τα μάτια του από την Έλενα. Όταν μάλιστα ήρθε και η στιγμή του σόλο της αγαπημένης του θα μπορούσε να πει κανείς πως η ευτυχία ήταν ζωγραφισμένη στο πρόσωπό του.

Το κονσέρτο ολοκληρώθηκε. Οι θεατές δεν έλεγαν να σταματήσουν να χειροκροτούν. Ο Μάρκος άφησε βιαστικός τη θέση του, βγήκε από το θέατρο, αγόρασε 12 κόκκινα τριαντάφυλλα και επέστρεψε πίσω. Πήγε για δεύτερη φορά στα παρασκήνια, βρήκε την Έλενα χωρίς καμία δυσκολία παρά την ύπαρξη πολλών ατόμων, της πρόσφερε τα τριαντάφυλλα, τη φίλησε, την αγκάλιασε και της είπε πως ήταν μαγευτική κατά τη διάρκεια της βραδιάς. Την άφησε λίγο να τα πει και να μοιραστεί τη χαρά της με τους συναδέλφους της και κατέβηκε στην είσοδο του θεάτρου να τη περιμένει. Σχεδόν το σύνολο των θεατών είχε πλέον φύγει και ακολουθούσαν τώρα και τα μέλη της ορχήστρας. Δε πρέπει να είχαν περάσει 15 λεπτά όταν άκουσε μέσα να επικρατεί αναστάτωση και ταυτόχρονα διάβασε τη σκέψη μιας κοπέλας που πέρασε από δίπλα του...
"Τι τραγικό αυτό που συνέβη στην Έλενα...ελπίζω μόνο το ασθενοφόρο να φτάσει εγκαίρως"
Έχασε τη γη κάτω από τα πόδια του. Με αστραπιαίες κινήσεις μπήκε στο θέατρο και είδε σε ένα σημείο μαζεμένο αρκετό κόσμο. Χώθηκε ανάμεσά τους και τότε πάγωσε. Η Έλενα ήταν ξαπλωμένη στο τέλος της μεγάλης μαρμάρινης κεντρικής σκάλας του θεάτρου, γύρω υπήρχε ήδη μια μικρή λίμνη αίματος, τα χαρακτηριστικά του προσώπου της μετά βίας ξεχώριζαν από το αίμα και τα τριαντάφυλλα ήταν σκορπισμένα παντού. Έσκυψε από πάνω της με βουρκωμένα μάτια. Η καρδιά της κτυπούσε ακόμη. Κοίταξε τριγύρω...
"Έχει πολύ κόσμο...μόλις βρω ευκαιρία...ελπίζω να προλάβω."...σκέφτηκε.
Το ασθενοφόρο ευτυχώς έφτασε γρήγορα και ο Μάρκος μπήκε μαζί με την Έλενα στη καμπίνα του αφού είπε στο πλήρωμά του πως είναι ο σύντροφός της. Ξεκίνησαν για το νοσοκομείο, δεν ήταν μόνοι τους αλλά αυτό δεν αποτελούσε πρόβλημα. Κοίταξε στα μάτια τον νοσοκόμο που τους συνόδευε και του είπε...
"Κράτα τα μάτια σου κλειστά για πέντε λεπτά."
Αποκάλυψε τους κυνόδοντές του, δάγκωσε τον αριστερό του καρπό και χωρίς να χάσει καθόλου χρόνο έβαλε το χέρι του στο στόμα της Έλενας που είχε αμυδρά τις αισθήσεις της.
"Πρέπει να πιεις έστω και λίγο."...της είπε χαμηλόφωνα.
Αφού σιγουρεύτηκε πως έπεσαν μερικές σταγόνες κάθισε δίπλα μέχρι που έφτασαν στο νοσοκομείο.

Την έβαλαν σε φορείο και τη πήγαν κατευθείαν στο χειρουργείο. Ο Μάρκος γεμάτος αγωνία περίμενε στην αίθουσα αναμονής και δεν είχαν περάσει δέκα λεπτά όταν ήρθε ο γιατρός και του είπε...
"Πρόκειται περί θαύματος. Έχασε τόσο πολύ αίμα, ήταν τόσο δυνατή η πτώση όπως μας πληροφόρησαν, ωστόσο τα τραύματά της είναι απειροελάχιστα. Αν δε μας έλεγαν τι έγινε δε θα πίστευα πως αυτή η κοπέλα έπεσε από εκείνη τη σκάλα. Αλλά και πάλι δε μπορώ να εξηγήσω τον τόσο χαμηλό αιματοκρίτη. Σε λίγο πιστεύω θα συνέλθει πλήρως με το αίμα που της χορηγούμε και θα μπορέσετε να τη δείτε."
Ο Μάρκος τον ευχαρίστησε και αναστέναξε με ανακούφιση.

Είχαν περάσει τα μεσάνυχτα κατά πολύ. Η Έλενα άνοιξε σιγά σιγά τα μάτια της και είδε δίπλα της τον Μάρκο.
"Γεια σου καρδιά μου, πώς είσαι; Πώς νιώθεις;"
"Καλά είμαι. Λίγο περίεργα αλλά καλά."
"Πώς έγινε;"
"Απλώς παραπάτησα στο πρώτο σκαλοπάτι και δε μπόρεσα να κρατήσω την ισορροπία μου."
Ο Μάρκος έσκυψε, της έδωσε ένα φιλί και της ψιθύρισε...
"Δεν θα άντεχα να σε χάσω. Συγχώρεσέ με αλλά έπρεπε να το κάνω."
"Τι έκανες;"
"Έπρεπε να σου δώσω μερικές σταγόνες από το θεραπευτικό για σένα αίμα μου αλλιώς δε θα ήσουν τώρα εδώ."
Του ανταπέδωσε το φιλί και του είπε...
"Σε ευχαριστώ...τώρα σ' αγαπώ ακόμη περισσότερο."

Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

7. Στάχτη

Τρίτη απόγευμα και η Έλενα βρισκόταν στο σπίτι της καλύτερης φίλης της όπου εδώ και ώρα απολάμβαναν το τσαγάκι τους ενώ κουβέντιαζαν περί ανέμων και υδάτων. Η Έλενα σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Το φως είχε αρχίσει να χάνεται. Το ρολόι στον τοίχο έδειχνε 8 και 5. Το ημερολόγιο παρά δίπλα 14 Μαΐου του 1996...Είπε στη φίλη της ότι πρέπει να φύγει γιατί είχε υποσχεθεί στον αδερφό της, τον Άντονι πως θα πάνε βόλτα. Βγήκε στο δρόμο και ξεκίνησε για το σπίτι της που απείχε μόλις μερικά τετράγωνα. Στο δρόμο καθώς περπατούσε και σκεφτόταν πως να περάσουν τη βραδιά τους η ίδια και ο πολυαγαπημένος της βρικόλακας αδερφός της δεν έδωσε καθόλου σημασία στην περίεργη ησυχία που επικρατούσε. Έφτασε στο σπίτι, αποφάσισαν να πάνε για φαγητό ή να δούνε καμιά ταινία ή και τα δύο όμως τα σχέδιά τους μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα ανατράπηκαν ριζικά. Είχαν φτάσει σχεδόν στην εξώπορτα της μονοκατοικίας όπου έμεναν από τα παιδικά τους χρόνια όταν ξαφνικά κάποιος έσπασε την πόρτα. Ήταν άντρες του στρατού. Ένα χέρι τράβηξε την Έλενα απότομα προς τα έξω και ταυτόχρονα ένας άλλος πυροβόλησε τον Άντονι πέντε φορές. Κάποιες σφαίρες βρήκαν στόχο μιας και ο Άντονι ήταν τελείως απροετοίμαστος και έτσι δε πρόλαβε να αντιδράσει και να αμυνθεί. Οι σφαίρες μπορεί να μην ήταν δυνατό να τον σκοτώσουν αλλά ήταν αρκετές για να τον ακινητοποιήσουν. Η Έλενα προσπαθούσε με όλες της τις δυνάμεις να ξεφύγει από τους άντρες του στρατού και να πάει κοντά στον αδερφό της αλλά τα χέρια που τη κρατούσαν δεν της έδιναν το περιθώριο να το κάνει. Φώναζε για βοήθεια, τους παρακαλούσε να σταματήσουν αλλά μάταια. Ο Άντονι αιμόφυρτος σύρθηκε προς την εξώπορτα. Το βλέμμα του συναντήθηκε με αυτό της Έλενας. Της έκανε ένα ανεπαίσθητο νεύμα σα να της έλεγε αντίο και τότε ήταν που ξεκίνησε η φωτιά. Οι στρατιώτες έβαλαν φωτιά στο σπίτι και λίγο πριν αυτό τυλιχτεί στις φλόγες το εγκατέλειψαν αφού προηγουμένως πυροβόλησαν τρεις φορές ακόμη τον Άντονι για να είναι σίγουροι πως δε θα ξεφύγει. Η Έλενα πια ούτε να φωνάξει μπορούσε, ούτε να αντιδράσει πια. Τα μάτια της είχαν πλημμυρίσει από δάκρυα καθώς έβλεπε τον Άντονι να γίνεται στάχτη μπροστά της.

Άνοιξε τα μάτια της και είδε πως βρισκόταν στο σπίτι της φίλη της. Η Σάρα το προηγούμενο βράδυ μόλις τα τηλεοπτικά κανάλια άρχισαν να μεταδίδουν τα νέα από την επιχείρηση εξόντωσης των τεράτων, όπως την χαρακτήριζαν, έτρεξε και μάζεψε την Έλενα στο σπίτι της αφού ήταν από τα ελάχιστα εκείνα άτομα που γνώριζαν την αλήθεια για τον Άντονι. Η Έλενα μετά βίας σηκώθηκε από το κρεβάτι με μάτια κατακόκκινα και χωρίς να έχει κανένα συναίσθημα μέσα της παρά μόνο οργή. Δε μπορούσε να πιστέψει το τι είχε γίνει. Πρώτα έφυγε η μητέρα της, μετά ήρθε η μεταμόρφωση και τώρα χάθηκε και ο Άντονι. Μπορεί να μην είχε μισήσει τους βρικόλακες, μόλις όμως μίσησε το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας. Μπήκε στο μπάνιο, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της, μετά κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και πριν προλάβει να πάρει το βλέμμα της από το είδωλό της πρόσεξε δύο μικρές πληγές στον λαιμό της, δύο μικρές τρύπες, τα απομεινάρια ενός δαγκώματος.

Πετάχτηκε τρομαγμένη από το κρεβάτι της, μέσα στο άγχος. Ο Μάρκος δεν ήταν δίπλα της. Μάλλον της έφτιαχνε πρωινό στη κουζίνα. Σκέφτηκε πως ήταν όνειρο αλλά η ανακούφιση δεν ήρθε. Και πως να έρθει όταν ξαναέζησε μέσα από το όνειρο όλη εκείνη την πέρα για πέρα αληθινή και εφιαλτική νύχτα της σφαγής. Και πως να εξηγήσει το τελευταίο φανταστικό κομμάτι του ονείρου με τα σημάδια στο λαιμό της. Τι να σήμαιναν άραγε; Μία τόσο σημαντική μέρα και ενώ ένιωθε πραγματικά ευτυχισμένη με τον Μάρκο γιατί θυμήθηκε και είδε κάτι τόσο θλιβερό; Η μεγάλη μέρα του κονσέρτου είχε μόλις ξημερώσει και δυστυχώς δε ξεκίνησε καθόλου καλά.

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

6. Μεταμόρφωση

Οι επόμενες μέρες κύλησαν ήρεμα, όμορφα, γλυκά, τρυφερά. Ο Μάρκος όλη την ημέρα έγραφε το νέο του βιβλίο και το βράδυ συναντούσε την Έλενα. Της είχε πει πως την ημέρα συγκεντρώνεται πιο εύκολα και γι' αυτό θα προτιμούσε να βλέπονται όταν βραδιάζει. Αυτό εν μέρη ήταν και η αλήθεια αν εξαιρέσει κανείς βέβαια το γεγονός πως αυτό ήταν κυρίως δικαιολογία μιας και ο Μάρκος δε μπορεί να βγει την ημέρα στο φως του ήλιου. Η Έλενα από τη μεριά της είχε εντατικές πρόβες με την ορχήστρα στην οποία είχε ενταχθεί με το που επέστρεψε στο Λονδίνο και έτσι ήταν και η ίδια απασχολημένη αρκετές ώρες κάθε μέρα. Τα βράδια τους τα περνούσαν με ατελείωτες βόλτες και συζητήσεις αλλά και κινηματογράφο και φυσικά επισκέψεις στο στέκι τους, το αγαπημένο τους εστιατόριο όπου ο Άλεξ τους υποδέχονταν με μεγάλη χαρά. Άλλωστε και τους δύο τους συμπαθούσε ιδιαίτερα. Ο Μάρκος στιγμή δε μπήκε στον πειρασμό να διαβάσει τη σκέψη της Έλενας και ας ήταν γι' αυτόν το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο. Προτιμούσε να την ανακαλύψει σιγά σιγά. Να την αφήσει ελεύθερη να του αποκαλύψει με τη δική της θέληση οτιδήποτε θέλει όταν το επιθυμήσει. Ωστόσο δεν ήταν η Έλενα μόνο που δε μιλούσε για το παρελθόν αλλά και ο Μάρκος το απέφευγε όσο μπορούσε. Οι κουβέντες τους ήταν γύρω από τα ενδιαφέροντά τους και για το πως πέρασαν τη μέρα, όταν φυσικά δεν αφορούσαν τα συναισθήματά τους.

Είχε περάσει σχεδόν ένας ολόκληρος μήνας από εκείνη τη πρώτη συνάντηση στο εστιατόριο και στη διάρκειά του το πρώτο φιλί είχε δοθεί, το ακολούθησαν και άλλα πολλά, κάποιες νύχτες τις πέρασαν μαζί στο σπίτι της Έλενας, το σ' αγαπώ είχε ειπωθεί και από τις δύο πλευρές και δεν ήταν βιαστικό αλλά πέρα για πέρα αληθινό. Τις τελευταίες μέρες οι πρόβες της Έλενας είχαν ελαττωθεί πολύ. Η μέρα του αφιερωμένου κονσέρτου σε μεγάλους κινηματογραφικούς συνθέτες πλησίαζε και ήταν όλοι στην ορχήστρα πανέτοιμοι, γι' αυτό μόνο λίγες ακόμη πρόβες είχαν προγραμματιστεί πριν τη μεγάλη βραδιά ώστε το αποτέλεσμα να είναι απλά τέλειο. Ο ελεύθερος χρόνος της Έλενας ξαφνικά αυξήθηκε. Άρχισε να ζητά από τον Μάρκο να περνούν πιο πολλές ώρες μαζί, να βρεθούνε και μέσα στη διάρκεια της μέρας τώρα που το πρόγραμμά της χαλάρωσε, να δει τον χώρο όπου ζει μιας και αυτό δεν είχε γίνει ακόμη. Οι ερωτήσεις αυξάνονταν και ο Μάρκος ένιωθε όλο και περισσότερο πως της χρωστούσε κάτι πολύ παραπάνω από τα αισθήματά του...την αλήθεια για το τι είναι. Τις χρωστούσε να της πει το ποιον ακριβώς είχε ερωτευτεί. Έτσι πήρε τη μεγάλη απόφαση να της αποκαλύψει την πραγματικότητα. Και το περίεργο ήταν πως δεν είχε άγχος. Δε τον ένοιαζε το πως θα αντιδρούσε η Έλενα γιατί κάτι του έλεγε μέσα του πως όλα θα πάνε καλά και γιατί ήταν σίγουρος για τη δύναμη των συναισθημάτων τους.

Ήταν Παρασκευή. Ο ήλιος είχε κρυφτεί και ο Μάρκος ελεύθερος από τα δεσμά του φωτός συνάντησε την Έλενα. Είχαν πει να βρεθούν στο εστιατόριο του Άλεξ. Κάθισαν σε ένα απομονωμένο τραπέζι στην άκρη του μαγαζιού μιας και ο Μάρκος δεν ήθελε να έχουν απρόσκλητους ακροατές. Μετά το καθιερωμένο φιλί μπήκε αμέσως στο θέμα καθώς ανυπομονούσε να του φύγει το δυσβάσταχτο βάρος της αλήθειας.

"Λοιπόν Έλενα νομίζω πως ήρθε η ώρα να πάρεις απαντήσεις στις ερωτήσεις σου και μαζί να πάρεις τις αποφάσεις σου."
"Πολύ βαρύ μου ακούστηκε. Ποιες αποφάσεις;"
"Έλενα είναι πολύ σημαντικό για μένα αυτό που θα πω...θέλω να στο πω...στο χρωστάω."
"Συγγνώμη, δε θα ξαναδιακόψω."
"Ο λόγος που σε συναντώ μόνο το βράδυ δεν είναι απλώς το ότι γράφω το βιβλίο μου. Είναι γιατί δεν αντέχω το φως του ήλιου...Βλέπεις εδώ και 80 χρόνια είμαι βρικόλακας..."
"Αυτό ήταν; Είναι όντως σημαντικό, καταλαβαίνω την αγωνία σου να μου το πεις και σε ευχαριστώ που μου το εμπιστεύτηκες. Πέρασε ομολογώ κάποια στιγμή από το μυαλό μου ότι μπορεί να ισχύει κάτι τέτοιο...Βλέπεις δεν είμαι άσχετη αφού και ο αδερφός μου ήταν βρικόλακας, έστω και για πολύ λιγότερο από 80 χρόνια."

Ο Μάρκος έμεινε άφωνος. Κάτι τέτοιο πραγματικά δε το περίμενε. Ήταν προσκολλημένος εδώ και15 χρόνια στην ιδέα ότι είναι ο τελευταίος του είδους του. Δεν είπε λέξη και άφησε την Έλενα να πει ή καλύτερα να θυμηθεί αυτά που ήθελε.

"Ήταν Σάββατο, 26 Ιουνίου του 1993. Όπως κάθε Σάββατο όλη εκείνη τη περίοδο μαζί με το αδερφό μου, τον Άντονι, είχαμε πάει κινηματογράφο. Τη ταινία που είδαμε δε τη ξέχασα ποτέ εξαιτίας του τι ακολούθησε. Είχαμε δει το Sleepless In Seattle και περιττό να σου πω πως όποτε διαβάζω ή ακούω γι' αυτή τη ταινία ξαναζώ τα πάντα. Βγήκαμε από τον κινηματογράφο και συναντήσαμε τη μητέρα μου που είχε βγει βόλτα με τις φίλες της. Πατέρας στην οικογένεια δεν υπήρχε, μας εγκατέλειψε όταν ήμουν μωρό. Προσωπικά δε τον θυμάμαι καθόλου, μόνο ο Άντονι είχε αναμνήσεις μαζί του. Είπαμε να κόψουμε δρόμο και περάσαμε από ένα μικρό, σχετικά σκοτεινό και έρημο δρομάκι κοντά στο σπίτι μας. Τότε ήταν που έγινε. Ένιωσα κάποιον να με σπρώχνει απότομα και δυνατά από πίσω. Έπεσα και χτύπησα στο κεφάλι. Ζαλισμένη καθώς ήμουν άκουσα τη μητέρα μου να ουρλιάζει για λίγα δευτερόλεπτα και μετά μια βραχνή φωνή να λέει..."Καλή η διασκέδαση αλλά ήρθε η ώρα να γίνω και λίγο δημιουργικός." Είδα έναν μεγαλόσωμο και μαυροντυμένο άντρα να κρατάει τον αδερφό μου ακινητοποιημένο με το ένα του μόλις χέρι ενώ είχε τα δόντια του βυθισμένα στον λαιμό του. Άρχισα να φωνάζω για βοήθεια. Προσπάθησα να τον σταματήσω. Με απώθησε με απίστευτη ευκολία και αφού δάγκωσε τον ένα του καρπό έβαλε τον αδερφό μου να γευτεί το αίμα του. Αμέσως μετά είπε ότι είχε καιρό να διασκεδάσει τόσο καλά και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι με υπεράνθρωπη ταχύτητα. Πλησίασα τον αδερφό μου και είδα πως πέρα από τις πληγές στο λαιμό ήταν σε σχετικά καλή κατάσταση και στο δευτερόλεπτο συνειδητοποίησα πως η μητέρα μου ήταν ξαπλωμένη στο δρόμο. Ο Άντονι τη πήρε στην αγκαλιά του και με κοίταξε με τα βουρκωμένα του μάτια. Μόλις κατάλαβα πως η μητέρα μας 'έφυγε' έχασα τις αισθήσεις μου. Ήταν 44 χρονών όταν τη χάσαμε τόσο τραγικά και αναπάντεχα. Ο αδερφός μου αργότερα όταν συνήλθα στο νοσοκομείο μου ανέφερε πως κάλεσε την αστυνομία και το ασθενοφόρο και πως είπε ότι μας επιτέθηκε μάλλον ένα άγριο ζώο. Δεν απείχε και πολύ δυστυχώς από τη πραγματικότητα. Ήμουν 15 και ο Άντονι 22 χρονών τότε. Στη κηδεία ήμασταν σχεδόν μόνοι μας. Μέσα στις επόμενες μέρες άρχισε η μεταμόρφωση. Αρχικά δεν άντεχε το φως και σύντομα ξεκίνησε και η δίψα. Στο τέλος ήρθε η ταχύτητα και η υπεράνθρωπη δύναμη. Περάσαμε πολύ δύσκολα τον πρώτο καιρό. Ευτυχώς υπήρχαν μερικά χρήματα στην άκρη. Το ότι συνεχίσαμε να ζούμε μαζί σαν οικογένεια τον κράτησε πιστεύω ανθρώπινο και τον οδήγησε στην απόφαση να απαρνηθεί το αίμα. Ίσως και για να μη μου κάνει κακό. Ένιωθα τόσο θυμό γι' αυτόν που τα προκάλεσε όλα αυτά, αλλά ταυτόχρονα πως μπορούσα να μισήσω τους βρικόλακες συνολικά όταν και ο αδερφός μου ήταν ένας από αυτούς. Σταδιακά γνώρισα και άλλους σα τον αγαπημένο μου αδερφό. Έμαθα πως υπάρχουν αμέτρητοι ανάμεσά μας εδώ και εκατοντάδες χρόνια και τους δέχθηκα σα τμήμα της κοινωνίας μας αφού είχα διαπιστώσει πως η συντριπτική τους πλειοψηφία δεν είναι απειλή για τους κοινούς θνητούς...Δε μιλάς καθόλου όμως Μάρκο..."

Ο Μάρκος εξακολουθούσε να είναι άφωνος και λίγο αργότερα με αρκετό κόπο είπε...
"Δε θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ το τι έχεις περάσει. Δηλαδή δε σε ενοχλεί το τι είμαι;"
"Έχω καταλάβει πιστεύω τι άνθρωπος είσαι εδώ και ένα μήνα περίπου. Οπότε όπως δε με ενοχλούσε με τον αδερφό μου, δε με ενοχλεί και μαζί σου."

Η ώρα πέρασε, ο ήλιος ξεπρόβαλε και οι δυο τους ήταν μαζί στο σπίτι του Μάρκου, μάλλον πιο ευτυχισμένοι από ποτέ.

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

5. Κάτω Από Το Φως Του Φεγγαριού

Η Έλενα έσπρωξε την πόρτα του εστιατορίου και μπήκε μέσα με ένα πολύ έντονα διερευνητικό βλέμμα. Χαιρέτισε στα γρήγορα τον Άλεξ και αμέσως μετά πρόσεξε τον Μάρκο που καθόταν σε ένα τραπέζι στην άκρη του μαγαζιού. Τον πλησίασε και χωρίς δεύτερη σκέψη του είπε...

"Πέμπτη συνεχόμενη νύχτα έρχομαι εδώ και φάνηκες επιτέλους. Μάλλον εκείνη η βραδιά μου έδωσε πολύ λανθασμένη εντύπωση."
"Συγγνώμη Έλενα, όχι δε σου έδωσε λάθος εντύπωση. Μου έτυχαν διάφορα και γενικά είχα πολλά στο μυαλό μου."
"Κατάλαβα, υπάρχει κάτι άλλο στη ζωή σου."
"Όχι, απλά υπάρχει πολύ πολύ μοναξιά εδώ και χρόνια."
"Μη πεις κάτι άλλο...Θες να φύγουμε, να πάμε μια βόλτα;"
"Φύγαμε."...απάντησε χωρίς κανένα δισταγμό ο Μάρκος.

Περπάτησαν αρκετή ώρα στους δρόμους της πόλης. Το φως του φεγγαριού, που ήταν σχεδόν πανσέληνος, έδινε στα πάντα ένα υπέροχο ασημένιο χρώμα, κάνοντας την ατμόσφαιρα ακόμη πιο ρομαντική. Στην αρχή δεν μιλούσαν μέχρι που η Έλενα έκανε την αρχή...

"Ώστε μοναξιά ε;"
"Μοναξιά, αλλά από επιλογή. Είμαι χρόνια κλεισμένος στον εαυτό μου και ουσιαστικά μόνος. Ούτε γονείς υπάρχουν πια, ούτε κάποιος συγγενής έχει απομείνει. Το μόνο που έχω είναι μερικοί γνωστοί. Εσύ; Μου είπε ο Άλεξ πως τώρα επέστρεψες στο Λονδίνο."
"Σωστά σου είπε. Έφυγα όταν ακόμη ήμουν 18 χρονών. Γύρισα τώρα γιατί πεθύμησα την πόλη όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα. Είχα ανέβει αρκετά βόρεια. Τώρα είμαι μόνη στη πόλη, τότε είχα και έναν αδερφό."
"Τι συνέβη στον αδερφό σου;"
"Δεν έχω πρόβλημα να σου πω, αλλά πραγματικά προσπαθώ να ξεχάσω το τι έγινε, οπότε καλύτερα να το αφήσουμε για τώρα."
"Φυσικά και συγγνώμη για την αδιακρισία μου."
"Καμία συγγνώμη δε χρειάζεται, κάποια στιγμή θα σου πω. Αλλά ας αλλάξουμε θέμα, να πούμε κάτι πιο ευχάριστο. Με τι ασχολείσαι αυτό το καιρό Μάρκο; Κάποιο νέο βιβλίο;"

Ο Μάρκος ξεκίνησε να της λέει για το βιβλίο και το θέμα του αλλά πριν προλάβει να της δώσει περισσότερες λεπτομέρειες η Έλενα τον διέκοψε και του είπε κάτι άσχετο με τις συγγραφικές του ασχολίες...

"Με μαγνήτισε το βλέμμα σου με το που με κοίταξες σε εκείνη τη πρώτη συνάντηση."

Περπάτησαν για αρκετή ώρα ενώ σταμάτησαν να μιλάνε, όταν κάποια στιγμή ο Μάρκος είπε χαμηλόφωνα...
"Μου επιτρέπεις;"
Σχεδόν ταυτόχρονα και πριν προφτάσει να απαντήσει, έπιασε το χέρι της και το κράτησε σφιχτά.

Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

4. Καθρέφτης

Στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη και ήταν λες και ο χρόνος είχε σταματήσει. Ακίνητος, είχε κολλήσει το βλέμμα του στο είδωλό του. Παγιδευμένος εδώ και 80 χρόνια στην ηλικία των 35, μελαχροινός, αρκετά ψηλός, με ζεστά καφεπράσινα μάτια και ένα ιδιαίτερα φροντισμένο μούσι, κάτι παραπάνω από γοητευτικός. Άλλωστε οι βρικόλακες είναι ειδικοί στο να γοητεύουν τα θύματά τους και η εντυπωσιακή εμφάνιση είναι το κυριότερο όπλο τους. Το χαμόγελο που απέκτησε κατά τη διάρκεια της χθεσινής νύχτας ήταν ακόμη εκεί. Πώς μπορούσε να γίνει διαφορετικά αφού η Έλενα ήταν τόσο γλυκιά, κοντά στη δική του φαινομενική ηλικία και σου κέρδιζε αμέσως το ενδιαφέρον με το εξαιρετικά έξυπνο και σπινθηροβόλο της βλέμμα.

Νιώθοντας μια απίστευτη αισιοδοξία μέσα του, του ήρθε ξαφνικά η διάθεση να συνεχίσει το νέο του βιβλίο. Τίτλο ακόμη δεν είχε σκεφτεί αλλά το κεντρικό του θέμα τον βασάνιζε εδώ και χρόνια...Η ψυχή, η αναζήτησή της, το ταξίδι της, τι είναι ψυχή...Ο Μάρκος μάλιστα πάντα αναρωτιόταν αν ο ίδιος είχε ψυχή ή αν την είχε χάσει τη στιγμή της μεταμόρφωσής του.

Όλο το πρωινό ασχολήθηκε με το γράψιμο με μεγάλο ενθουσιασμό και αρκετή έμπνευση όταν κατά το μεσημέρι, ίσως και εξαιτίας του "δύσκολου" θέματος του βιβλίου, σκοτεινές και απαισιόδοξες σκέψεις έκαναν την εμφάνισή τους. Σε ποια νέα αρχή ήταν δυνατόν να πιστέψει από τη στιγμή που είναι βρικόλακας; Τι μέλλον θα μπορούσε να έχει μια οποιουδήποτε είδους σχέση με έναν θνητό; Και αν τον έβαζε σε κίνδυνο; Και αν η δίψα μέσα του ξυπνούσε; Πώς θα αντιδρούσε το πρόσωπο που θα έχει απέναντι του όταν μάθει πως είναι βρικόλακας; Πώς θα κρύβει κάτι τόσο ουσιαστικό και μεγάλο; Με ποια δικαιολογία θα εξαφανίζεται κατά τη διάρκεια της μέρας; Γενικότερα η όλη ιδέα της σχέσης, ακόμη και της απλής συναναστροφής, ξαφνικά τον άγχωσε. Μήπως καλύτερα να μη πήγαινε αυτό το βράδυ στο εστιατόριο; Η ώρα πλησίαζε και ο ίδιος ήταν πιο μπερδεμένος και αναποφάσιστος από ποτέ.

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

3. Έλενα

Οι ώρες πέρασαν εκπληκτικά γρήγορα. Τουλάχιστον έτσι ένιωσε ο Μάρκος. Ίσως να ήταν από τον έντονο ενθουσιασμό του και τη λαχτάρα του να φύγει από το σπίτι αυτό το βράδυ. Διάλεξε με ιδιαίτερη προσοχή τα ρούχα του, περιποιήθηκε τον εαυτό του (όχι ότι το είχε και μεγάλη ανάγκη) και μόλις χάθηκαν και οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου άφησε πίσω του την ασφάλεια του διαμερίσματός του. Κατευθύνθηκε προς το αγαπημένο του εστιατόριο με σχετικά γρήγορο ρυθμό και έχοντας διάθεση για κουβέντα, γιατί όχι και για φλερτ, ενώ το βλέμμα του ήταν πιο διαπεραστικό από ποτέ. Φτάνοντας με χαρά διαπίστωσε πως το τραπέζι που τις περισσότερες φορές του αρέσει να κάθεται είναι άδειο. Κάθισε, χαλάρωσε και έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω του. Απόψε δεν είχε διάθεση να ακούσει τις σκέψεις κανενός. Σχεδόν αμέσως τα μάτια του εστίασαν σε μια πολύ γλυκιά παρουσία που δεν είχε ξαναδεί εκεί παρά το γεγονός ότι είναι κατά πάσα πιθανότητα ο πιο τακτικός πελάτης του μαγαζιού. Πριν προλάβει να τη κοιτάξει με τον τρόπο που μόνο οι βρικόλακες ξέρουν η κοπέλα είπε κάτι στον υπεύθυνο του μαγαζιού και έφυγε. Αμέσως ο Μάρκος σηκώθηκε και τον πλησίασε μιας και ήθελε όσο τίποτε άλλο εκείνη τη στιγμή να μάθει ποια είναι η κοπέλα που του έκλεψε το βλέμμα.

"Καλησπέρα Άλεξ, πώς είσαι σήμερα; Το μαγαζί πάντως βλέπω είναι σχεδόν γεμάτο."
"Γεια σου Μάρκο. Ναι, ευτυχώς η δουλειά πάει καλά. Πως και άφησες το τραπέζι σου; Συνήθως είσαι πολύ...ας πω αθόρυβος."
"Ήθελα να σε ρωτήσω κάτι...Ποια ήταν η κοπέλα που έφυγε πριν λίγο; Δε την έχω ξαναδεί εδώ."
"Ε είναι λογικό να μη την έχεις ξαναδεί, αφού έλειπε από τη πόλη εδώ και 15 χρόνια. Έφυγε αμέσως μετά από τη μαύρη μέρα της σφαγής."

Ο Άλεξ ανήκε στη μειοψηφία των ανθρώπων που πίστεψαν πως μια συμβίωση με τους βρικόλακες είναι εφικτή. Θεωρούσε πως όπως και στους θνητούς, υπάρχουν παντού και "καλοί" και "κακοί" και πως δεν είναι δυνατόν όλους να τους βάλουν στο ίδιο τσουβάλι χωρίς να τους δώσουν καμία ευκαιρία να αποδείξουν το ποιοι είναι και τι προθέσεις έχουν.

"Και πως είπαμε πως τη λένε;"
"Διακρίνω ένα ενδιαφέρον από μέρους σου Μάρκο ή κάνω λάθος;"
Χαμογέλασαν και οι δύο.
"Έλενα τη λένε!"
Τότε μια ευγενική φωνή ακούστηκε από πίσω τους...
"Μάλλον πρέπει να μιλάτε για εμένα."
Ο Μάρκος για λίγο σταμάτησε και σε μερικά δευτερόλεπτα γύρισε. Τότε τα βλέμματά τους συναντήθηκαν.
"Όπως σου είπε και ο Άλεξ, είμαι η Έλενα."
"Και εγώ είμαι ο Μάρκος."

Η βραδιά πέρασε υπέροχα με ήρεμη κουβέντα γύρω από θέματα γενικού ενδιαφέροντος, ενώ ο Άλεξ που ήταν πάντα διακριτικός τους άφησε μόνους τους λέγοντας πως έχει θέματα του μαγαζιού να φροντίσει. Η Έλενα ενθουσιάστηκε όταν έμαθε πως ο Μάρκος είναι συγγραφέας. Μάλιστα μόλις άκουσε και το ψευδώνυμο με το οποίο υπογράφει συνειδητοποίησε πως έχει διαβάσει μερικά από τα βιβλία του και μάλιστα της άρεσαν πολύ. Ο Μάρκος με τη σειρά του βρήκε εξαιρετικά ενδιαφέρον το ότι η Έλενα είναι μουσικός και ξέρει να παίζει το μουσικό όργανο που πάντα τον συγκινούσε, δηλαδή το βιολί. Τελικά το γεγονός ότι η Έλενα ξέχασε το κινητό της και επέστρεψε να το πάρει τους χάρισε μια όμορφη νύχτα.

Τα μεσάνυχτα είχαν περάσει εδώ και αρκετή ώρα όταν ο Μάρκος γύρισε στο διαμέρισμά του. Η Έλενα του είχε κερδίσει το ενδιαφέρον και με το παραπάνω και το χαμόγελο δεν έλεγε να φύγει από το πρόσωπό του. Δεν το μετάνιωσε στιγμή που αυτό το βράδυ αποφάσισε να αφήσει τη θέση του παρατηρητή. Η διάθεσή του ανέβηκε ακόμη περισσότερο όταν θυμήθηκε πως λίγο πριν μπει στο ταξί που θα τη πήγαινε στο σπίτι της του είπε πως και την επόμενη μέρα πάλι στο εστιατόριο θα ήταν και πως θα την έκανε πολύ χαρούμενη και η δική του παρουσία εκεί. Ο ήλιος ήταν έτοιμος να ανατείλει και ο Μάρκος τράβηξε τις σκούρες κουρτίνες αφού έριξε μια τελευταία ματιά στα φώτα της πόλης. Ταυτόχρονα σκεφτόταν πως η σημερινή έξοδος ίσως ήταν το ξεκίνημα μιας νέας αρχής.

Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

2. Σκοτάδι Και Φωτιά

Είχαν περάσει κιόλας αρκετές ώρες που επέστρεψε στο σπίτι του. Το προηγούμενο βράδυ γύρισε πιο νωρίς από ποτέ. Η σκέψη του είχε μείνει κολλημένη στις εικόνες που ο άντρας του εστιατορίου είχε στο μυαλό του. Δεν είχε καμία όρεξη να συνεχίσει το νέο του μυθιστόρημα και ας τον πίεζε ο εκδότης του. Ο Μάρκος είναι συγγραφέας εδώ και αρκετά χρόνια. Τον εκδότη του δε τον είχε συναντήσει ποτέ αλλά αυτό δε του στάθηκε ούτε μία στιγμή εμπόδιο μιας και τα βιβλία του, που τα έγραφε με ψευδώνυμο, ήταν πάντα πραγματικά καλά και κυρίως γιατί όταν τα χρήματα υπάρχουν και μάλιστα τόσο άφθονα όλες οι πόρτες ανοίγουν και όλες οι παραξενιές δικαιολογούνται. Ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει να ξεπροβάλλει στον ορίζοντα όπως μαρτυρούσαν και οι λιγοστές ακτίνες που έμπαιναν στο δωμάτιο από το μικρό άνοιγμα της κουρτίνας. Σηκώθηκε και έβαλε την αγαπημένη του κινηματογραφική μουσική που τις περισσότερες φορές τον χαλάρωνε. Τότε το ταξίδι στο παρελθόν ξεκίνησε.

Ήταν 14 Μαΐου του 1996 όταν άλλαξε ο κόσμος του. Τους προηγούμενους πέντε μήνες είχαν συμβεί στο Λονδίνο πολλοί μαζικοί και φρικιαστικοί φόνοι. Η αστυνομία εκμεταλλευόμενη την "απροσεξία" των δραστών έφτασε στη σοκαριστική ανακάλυψη πως πίσω από τους φόνους κρύβονταν βρικόλακες. Οι πληροφορίες για την ύπαρξη των βρικολάκων μέσα σε λίγες μέρες διέρρευσαν στη δημοσιότητα. Η ανθρωπότητα αντέδρασε έντονα. Ο φόβος για το άγνωστο που ήταν σε μεγάλο βαθμό δικαιολογημένος οδήγησε τους βρικόλακες, τουλάχιστον τους πιο συνετούς και εξανθρωπισμένους από αυτούς, να πάρουν μια πάρα πολύ λάθος απόφαση όπως αποδείχτηκε αργότερα. Οι βρικόλακες αποκαλύφθηκαν επίσημα στον κόσμο. Η πλειοψηφία τους πίστευε και ήλπιζε σε μια ειρηνική συμβίωση με τους κοινούς θνητούς. Γι' αυτό και υποστήριξαν πως οι απλοί άνθρωποι δεν έχουν τίποτε να φοβηθούν από την ύπαρξή τους καθώς οι περισσότεροι (δυστυχώς βέβαια όχι και όλοι) είχαν μάθει εδώ και πολλές δεκαετίες να ζούνε χωρίς ανθρώπινο αίμα. Τα πράγματα ηρέμησαν αλλά ήταν απλά η ηρεμία πριν τη μεγάλη και άγρια καταιγίδα. Στις 14 Μαΐου ξεκίνησε η σφαγή. Οι άνθρωποι τον τελευταίο μήνα μυστικά μάζευαν στοιχεία για το που βρίσκονται οι δηλωμένοι βρικόλακες. Είχαν απαιτήσει από τους βρικόλακες να δηλώσουν τα ονόματά τους και τα υπόλοιπα στοιχεία τους, καθώς μόνο έτσι θα τους αποδέχονταν και αυτοί απλά δάγκωσαν το δόλωμα αφού το είδαν σα μια πράξη καλής θέλησης. Το βράδυ της 14ης Μαΐου, ακριβώς μόλις χάθηκε ο ήλιος και ήταν πλέον ελεύθεροι να βγούνε έξω, δεκάδες βρικόλακες κάηκαν στα σπίτια τους ή αποκεφαλίστηκαν, ανάλογα με τη περίσταση, από τις συντονισμένες επιθέσεις τους στρατού, της αστυνομίας αλλά και απλών πολιτών που ήθελαν να συμμετέχουν στις σχεδιασμένες μέχρι και τη τελευταία λεπτομέρεια επιχειρήσεις. Βρικόλακες τυλιγμένοι στις φλόγες συχνά πετάγονταν από τα φλεγόμενα σπίτια τους. Αν δεν έβρισκαν θάνατο από τη φωτιά, το μέταλλο ήταν αυτό που τους αποτελείωνε. Φυσικά δεν ήταν λίγες και οι απώλειες από τη πλευρά των ανθρώπων αφού κάποιοι βρικόλακες πρόλαβαν πριν έρθει το τέλος να αμυνθούν. Κανένας θρήνος, κανένα δάκρυ, μόνο οι κραυγές έμειναν από εκείνο το βράδυ. Κάτι αντίστοιχο δεν έγινε μόνο στο Λονδίνο αλλά ταυτόχρονα σε όλο το κόσμο. Το 95% των βρικολάκων πέθαναν μέσα σε λίγες ώρες είτε το άξιζαν είτε όχι. Οι υπόλοιποι κυνηγήθηκαν και εξοντώθηκαν μέσα στις επόμενες μέρες. Τελικά η ανθρωπότητα τους θεώρησε τέρατα, απειλή και τίποτε άλλο. Ο Μάρκος που έτσι κι αλλιώς ζούσε απομονωμένος από επιλογή, κρύφτηκε σε μια ιδιόκτητη μονοκατοικία που βρισκόταν έξω από τη πόλη και που δε γνώριζε καμιά επίσημη αρχή. Για εβδομάδες έμεινε κάτω από το έδαφος στο απόλυτο σκοτάδι, ενώ τα πολλά υλικά αγαθά που του άφησαν οι γονείς του τον βοήθησαν γενικά πολύ τον πρώτο καιρό. Μετά από ένα διάστημα και αφού οι θνητοί είχαν πάψει να ασχολούνται ιδιαίτερα με το θέμα των βρικολάκων ήρθε και εγκαταστάθηκε στο διαμέρισμα που μένει ακόμη και σήμερα.

Το ρολόι στον τοίχο χτύπησε αρκετές φορές μέχρι που άνοιξέ τα μάτια του και επανήλθε στο παρών. Η ώρα είχε πάει κιόλας 2 το μεσημέρι, το cd player είχε πάψει να παίζει πια και αναρωτήθηκε γιατί ήταν ανάγκη αυτή τη μέρα να θυμηθεί ξανά όλα αυτά που έκανε τόσο κόπο να ξεχάσει. Ο Μάρκος είχε πίστη στην ανθρωπότητα αφού την ανθρωπιά του δε την είχε χάσει σχεδόν ποτέ μετά τη μεταμόρφωσή του και γι' αυτό ένιωθε τόσο απογοητευμένος και προδομένος από την αντίδρασή τους. Σηκώθηκε, έβαλε δυνατά ένα album με αγαπημένα symphonic metal τραγούδια που έμαθε να λατρεύει τα 5 τελευταία χρόνια, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και είπε "Απόψε όλα αλλάζουν".

Τετάρτη, 29 Ιουνίου 2011

1. Τελευταίος

Πρέπει να είχε κιόλας νυχτώσει έξω. Κοίταξε βιαστικά το ρολόι στο τοίχο για να σιγουρευτεί και τράβηξε αμέσως στην άκρη τις βαριές, σκούρες κουρτίνες. Ήθελε περισσότερο από κάθε άλλη μέρα να δει τα φώτα της πόλης. Τα θαύμασε για αρκετό χρόνο και στη συνέχεια σκέφτηκε πως είχε έρθει και πάλι η ώρα για τη καθιερωμένη του βραδινή βόλτα. Έβγαλε από τη ντουλάπα τα αγαπημένα του μαύρα ρούχα, ετοιμάστηκε και άφησε πίσω του το καταφύγιό του, έχοντας όμως την αίσθηση πως κάτι είχε αλλάξει εκείνο το βράδυ. Είχε πολλά χρόνια να συναντήσει άλλους του "είδους" του και το μυαλό του δε του έδειχνε κάτι διαφορετικό τώρα. Τη δίψα για ανθρώπινο αίμα την είχε περιορίσει για τα καλά. Οπότε σκέφτηκε πως ίσως το ανακαλύψει αργότερα και κατευθύνθηκε προς το αγαπημένο του εστιατόριο. Εδώ και μια δεκαετία περίπου δεν είχε περάσει ούτε μέρα που να μη δειπνήσει εκεί. Το φαγητό έκανε πως το δοκίμαζε μιας και δε το είχε καθόλου ανάγκη, πήγαινε ωστόσο γιατί του άρεσε η ποιότητα του κόσμου, η ποικιλία στις ηλικίες, μα πάνω απ' όλα το να κρυφακούει τις συζητήσεις τους και κυρίως τις σκέψεις τους. Εκείνη τη νύχτα άκουσε μια μητέρα να καμαρώνει τον δεκάχρονο γιο της, δύο φίλους να κουβεντιάζουν για τα προβλήματα στη δουλειά τους, αλλά το βλέμμα του γρήγορα καρφώθηκε σε έναν άντρα γύρω στα 60 που το μόνο που σκεφτόταν ήταν το πρόσωπο της γυναίκας του που είχε χάσει πολύ πρόσφατα. Στη στιγμή κατάλαβε τι είχε αλλάξει αυτό το βράδυ. Άφησε χρήματα στο τραπέζι για το λογαριασμό και έφυγε για το σπίτι του. Με το που έφτασε πλησίασε στον καθρέφτη για να διαπιστώσει πως του συνέβη κάτι βαθιά ξεχασμένο. Ένα δάκρυ μόλις είχε τρέξει στο μάγουλό του. Είχε πείσει τον εαυτό του πως πρέπει να είναι μόνος του για πάντα, χωρίς φίλους, χωρίς σύντροφο, αφού άλλοι πλέον "δικοί" του δεν υπήρχαν και αφού δεν ήθελε ποτέ του να βλάψει τον οποιονδήποτε. Η μοναξιά όμως είναι πολύ σκληρή και αποφάσισε έτσι στα ξαφνικά πως κάτι θα έπρεπε να κάνει για να την βγάλει από τη μονότονη ζωή του και μάλιστα το συντομότερο δυνατό.