Πέμπτη, 28 Αυγούστου 2014

13. Η Πτώση

20 Δεκεμβρίου 1982

Περπατούσαν μέσα στο σκοτάδι προς τα δέντρα με γρήγορο βήμα, φορώντας οι περισσότεροι μακριά, μαύρα, δερμάτινα πανωφόρια. Το κρύο ήταν έντονα αισθητό. Το ξημέρωμα δεν αργούσε πολύ. Τη σελήνη πάνω από τα κεφάλια τους άρχισαν να τη κρύβουν λευκά σύννεφα. Ο Christopher, η Angelica, ο Charlie, η Evelyn και οι άλλοι 15 μάγοι και μάγισσες που τους συνόδευαν, έφτασαν στις βελανιδιές και χωρίς να σταματήσουν ούτε για λίγο χάθηκαν ανάμεσά τους. Προχώρησαν ακόμη πιο βαθειά μέσα στο σιωπηλό δάσος για τα επόμενα 15 λεπτά και τότε ο Christopher ξαφνικά στάθηκε ακίνητος. Κοίταξε πιο προσεχτικά ίσια μπροστά και διέκρινε το σπίτι που πριν από λίγες μέρες είχαν δει μέσα στον καθρέφτη. Έκανε νόημα στους υπόλοιπους και πριν προλάβει να τους πει να προσέχουν, ένας θόρυβος ακούστηκε. Ήταν ο ήχος που κάνει ένα κλαδί όταν σπάει και ερχόταν πίσω από ένα δέντρο, μόλις μερικά μέτρα από τον ίδιο και την ομάδα του. Μια σκούρα φιγούρα ξεπρόβαλε πίσω από τον κορμό. Τη στιγμή που ο Christopher διαπίστωνε πως απέναντί του πια στεκόταν ο Nicolas και άλλες σκοτεινές φιγούρες έκαναν την εμφάνισή τους. Ήταν όλοι τους εκεί και τους περίμεναν μέσα στη νύχτα. Ο Nicolas ήξερε καλά πως τα σχέδιά του μπορούσαν να έχουν την οποιαδήποτε τύχη, μόνο αν οι αντίθετες φωνές μέσα από την κοινότητα των μάγων εκλείψουν. Ο Christopher ήταν γι' αυτόν μια εκκρεμότητα που έπρεπε να διαγραφεί. Η ώρα της αναπόφευκτης σύγκρουσης είχε φτάσει, καμία όμως παράταξη δεν ήξερε πως όλα ήταν έτοιμα να πέσουν...

Κανένας δεν είπε έστω και μία λέξη, καθώς δεν είχαν βρεθεί εκεί για κουβέντα, ούτε υπήρχε πιθανότητα κάποια ομάδα να αλλάξει πεποιθήσεις. Είχαν έρθει για αίμα και εκδίκηση. Στη στιγμή ο Nicolas έκανε στροφή και έτρεξε προς το σπίτι. Δεν ήταν δειλός, κάθε άλλο. Ήξερε πως ο Christopher θα τον ακολουθούσε, στηριζόταν μάλιστα σ' αυτό κι έτσι ακριβώς έγινε. Ο τελευταίος Winterblood έτρεξε αμέσως πίσω του. Ο πρώτος μπήκε στο ξύλινο σπίτι και δευτερόλεπτα αργότερα τη πόρτα περνούσε και ο δεύτερος μάγος.

"Κλείσε!"...είπε ο Nicolas και η πόρτα έκλεισε απότομα.

Οι δύο άντρες βρέθηκαν σε ένα μεγάλο δωμάτιο ελαφρώς φωτισμένο, με αρκετά παράθυρα και με αμέτρητα βιβλία, είτε τοποθετημένα σε βιβλιοθήκες είτε απλά ακουμπισμένα σε στοίβες στα περβάζια των παραθύρων, σε τραπέζια, ακόμη και στο πάτωμα. Τα μάτια και το δύο είχαν πάρει φωτιά. Ο Christopher φωνάζοντας..."Πώς μπόρεσες να το κάνεις;"...έβγαλε από τη θήκη στη μέση του το στιλέτο του και επιτέθηκε στον Nicolas. Ο τελευταίος αποφεύγοντας το κτύπημα τον έσπρωξε προς τα αριστερά και τον έριξε πάνω σε μια βιβλιοθήκη. Πολλά βιβλία έπεσαν και σκορπίστηκαν στο πάτωμα. Ο Nicolas στάθηκε πάνω απ' αυτά και είπε...

"Ανύψωση και περιστροφή!"

Τα βιβλία σηκώθηκαν στον αέρα και άρχισαν να περιστρέφονται γύρω από τον Nicolas με ορμή, παρασέρνοντας και γκρεμίζοντας φωτιστικά, μπουκάλια με φίλτρα, διακοσμητικά, άλλα βιβλία και ότι άλλο βρισκόταν στο πέρασμά τους. Δυο από αυτά έπεσαν με δύναμη πάνω στο κεφάλι του Christopher. Τα χτυπήματα τον ζάλισαν, τον έκαναν να χάσει την ισορροπία του και να πέσει στο πάτωμα. Έστω για λίγο. Για την ακρίβεια, για όσο χρειαζόταν ο Nicolas. Ο μεγαλομανής μάγος άρπαξε το στιλέτο του Christopher που είχε πέσει στο έδαφος, έσυρε τη κοφτερή του λεπίδα στο κέντρο της αριστερής του παλάμης και την ώρα που ο Christopher προσπαθούσε να σηκωθεί, έβαλε το ματωμένο του χέρι στο μέτωπό του. Την ίδια στιγμή έσκυψε και του ψιθύρισε κάτι στο αυτί. Όλα μαύρισαν για τον Christopher, αλλά μόνο για τρία δευτερόλεπτα. Όταν άνοιξε τα μάτια του είδε τον Nicolas να βγαίνει από την ανοιχτή πόρτα και να χάνεται μέσα στο δάσος. Σηκώθηκε έχοντας μια απίστευτη ζαλάδα, μάζεψε το στιλέτο του και τον ακολούθησε. Βγήκε από το σπίτι. Έντρομος είδε το χάος που επικρατούσε εκεί έξω.

Παντού κραυγές, οι πυροβολισμοί έπεφταν βροχή, σκόρπιες λέξεις ακούγονταν η μια πίσω από την άλλη, τα στοιχεία της φύσης οργίαζαν υπό τις εντολές των μάγων. Αμέσως είδε την Angelica να είναι κρυμμένη πίσω από ένα δέντρο, ώστε να αποφύγει τις σφαίρες του John Dealton και στη συνέχεια να βγαίνει από τη προστασία της και να του ορμά μαζί με ένα κύμα αέρα, ρίχνοντάς τον κάτω και καταφέρνοντας τελικά ένα θανάσιμο κόψιμο στο λαιμό του με το μαχαίρι της. Παραδίπλα η κόρη της η Evelyn εξουδετέρωνε τον αντίπαλό της ρίχνοντας με ένα ξόρκι ένα τεράστιο κλαδί επάνω του. Έψαξε να βρει τον Silverlock αλλά δε τον έβλεπε πουθενά. Το βλέμμα του έπεσε πάνω στον ανήμπορο Danny McSteven. Ο εχθρός πετώντας στον αέρα ένα μικρό φιαλίδιο έβαλε φωτιά σε μια βελανιδιά και στη συνέχεια με ένα ξόρκι κατεύθυνε τις φλόγες επάνω του, καίγοντάς τον ζωντανό. Κοίταξε πιο προσεκτικά και είδε τα πτώματα τουλάχιστον 6 μάγων που ανήκαν και στις δυο πλευρές διάσπαρτα στο χώμα πεσμένα. Τότε στο οπτικό του πεδίο βρέθηκαν τα αδίστακτα αδέρφια Jonah και Billy Smith που είχαν παγιδέψει τον νεαρό Liam Lightheart μέσα σε ένα σύννεφο μαύρου καπνού, προκαλώντας του ασφυξία. Τέλος όμως που σχεδόν αμέσως βρήκαν και οι ίδιοι, καθώς η Angelica και η Evelyn φρόντισαν να τους παγιδέψουν μέσα στον δικό τους καπνό. Σύντομα οι πυροβολισμοί είχαν πια σχεδόν σταματήσει, μιας και οι σφαίρες καταναλώθηκαν. Οι μάγοι είχαν πλέον στη διάθεσή τους μαχαίρια, ακόμη και σπαθιά, μα πάνω απ' όλα χρησιμοποιούσαν τα ξόρκια τους, τα φίλτρα τους, τη μαγεία τους.

Και ο Christopher στεκόταν ακίνητος, σα να ήταν ένας αμέτοχος παρατηρητής. Μέχρι όμως που είδε τον Nicolas. Τα μάτια του πήραν φωτιά, το πρόσωπό του αγρίεψε και χωρίς προειδοποίηση έτρεξε προς το μέρος του, κρατώντας το στιλέτο του σφιχτά στο δεξί του χέρι. Ο Nicolas τον αντιλήφθηκε και άρχισε να απομακρύνετε. Ο Christopher ουρλιάζοντας..."Όσο και να τρέξεις, αυτή τη φορά δε θα μου ξεφύγεις!"...ανέπτυξε ακόμη μεγαλύτερη ταχύτητα και την ώρα που τον πλησίασε επαρκώς φώναξε..."Απομάκρυνση!"

Το σώμα του Silverlock σηκώθηκε από το έδαφος και εκτινάχθηκε με δύναμη προς τα εμπρός, καταλήγοντας πάνω στο γέρικο κορμό ενός δέντρου. Μια κραυγή πόνου και αγωνίας έβγαλε ο σκοτεινός μάγος την ώρα που έπεφτε ανάσκελα στο χώμα. Πριν προλάβει να αντιδράσει ο Christopher βρισκόταν δίπλα του. Γονάτισε πάνω στο σώμα του, τον ακινητοποίησε και άρχισε να ρίχνει τη μια γροθιά μετά την άλλη στο πρόσωπό του. Φώναζε ξανά και ξανά..."Πως μπόρεσες!"...ενώ συνέχισε να τον κτυπάει με όλη του τη δύναμη. Όταν διαπίστωσε πως ο αιμόφυρτος πια Silverlock δεν αντιστεκόταν ιδιαίτερα, είπε...

"Γιατί δεν αντιδράς; Νομίζεις πως θα σε λυπηθώ;"

Δε σταμάτησε όμως, ούτε μείωσε την ένταση των χτυπημάτων. Η δίψα του για αίμα ήταν ακλόνητη και μόνο με μια κατάληξη θα έμενε ικανοποιημένος.

Ένα κύμα ενέργειας διαπέρασε το δάσος, μετακινώντας χώμα και πέτρες, ρίχνοντάς τους όλους κάτω, διακόπτοντας τις λιγοστές πλέον μάχες, τραβώντας τη προσοχή των υπολοίπων προς το μέρος τους. Αυτό που αντίκρισαν τους ξάφνιασε, τους τρόμαξε. Μόλις τρεις μάγοι είχαν απομείνει από την ομάδα του Nicolas. Δεν έμειναν όμως για πολύ ακόμη. Συνειδητοποιώντας πως όλα κόντευαν να χαθούν το έβαλαν στα πόδια. Η Angelica όμως ήταν αυτή που τρόμαξε πιο πολύ απ' όλους και άρχισε να τρέχει προς τους δύο μάγους.

Τα σώματα των δύο αντρών δε πατούσαν πια στο έδαφος. Αιωρούνταν πάνω από αυτό, κάθετα σε αυτό, ενώ γύρω τους οι πρώτες νιφάδες χιονιού είχαν κάνει την εμφάνισή τους. Το χρώμα της φωτιάς είχε χαθεί από τα μάτια του Christopher και τώρα πια είχαν γίνει ολόμαυρα. Η Angelica καθώς τους έφτανε του φώναζε..."Christopher σταματά!!!"...αλλά αυτός δεν της έδινε τη παραμικρή σημασία. Προσπάθησε να χρησιμοποιήσει ακόμη και μαγεία για να τον διακόψει, αλλά δε κατάφερε απολύτως τίποτε. Η συναισθηματική φόρτιση του Christopher είχε εκτινάξει τη δύναμή του στα ύψη. Ήταν η στιγμή που περίμενε, μέρες τώρα. Η στιγμή της εκδίκησης.

Ο Christopher με το αριστερό του χέρι κρατούσε τον Nicolas από τον αντίστοιχο ώμο και με το δεξί του το στιλέτο του. Ήταν έτοιμος να το τελειώσει, χωρίς δισταγμό, χωρίς τύψεις. Όπως πήρε τις ζωές των δικών του, τώρα θα έπαιρνε κι αυτός τη δική του ζωή. Αυτό σκέφτηκε και του κάρφωσε το στιλέτο ψηλά στο θώρακα. Το έβγαλε και το κάρφωσε για μια ακόμη φορά. Άφησε το άψυχο σώμα να πέσει στο χώμα και προσγειώθηκε και ο ίδιος. Γεμάτος ικανοποίηση, που η αποστολή του ολοκληρώθηκε, έκανε δύο βήματα προς τα πίσω και τότε ένιωσε ένα χέρι στον αριστερό του βραχίονα. Γύρισε και ήταν η Angelica.

"Τι έκανες παιδί μου;"...του είπε με δάκρυα στα μάτια και συνέχισε..."Τον σκότωσες!"...

Και ο Christopher παραξενεμένος απάντησε..."Μα γι' αυτό δεν ήρθαμε σήμερα εδώ; Τελειώσαμε λοιπόν!"...είπε και χαμογέλασε.

Εκείνη την ώρα έφτασαν στο σημείο και οι υπόλοιποι της ομάδας. Μόνο που στα πρόσωπά τους δεν υπήρχε καμία ανακούφιση, αντίθετα ο Christopher έβλεπε έκπληξη και θυμό. Η Angelica τον τράβηξε προς το νεκρό μάγο και του είπε...

"Κοίταξε λίγο καλύτερα...!"

Πλησίασε καχύποπτα και έμεινε άφωνος με αυτό που είδε. Στο έδαφος δεν ήταν σωριασμένο το σώμα του εχθρού, όχι δεν ήταν ο Silverlock...ήταν ο Julius Kell, ο νεαρός φίλος του, αυτός που κατασκόπευσε τον Nicolas στο Παρίσι, που είχε δώσει το παρών και στη πρόσφατη συνάντησή τους στο κρυφό διαμέρισμα. Η ζαλάδα επέστρεψε. Έκανε μερικά βήματα προς τα πίσω και παραπατώντας σχεδόν έπεσε επάνω στη σοκαρισμένη Evelyn. Γύρισε προς το μέρος τους. Η αδερφή του Julius, που ήταν εκεί, έσκυψε δίπλα στο αδερφό της, τον τράβηξε στην αγκαλιά της και χωρίς καν να τον κοιτάξει του φώναξε..."Γιατί;"

Ο Christopher καθώς απομακρυνόταν από όλους κατάφερε να πει μερικές λέξεις. Προσπάθησε να καταλάβει, να εξηγήσει το τι έγινε.

"Δεν είναι δυνατόν. Είμαι σίγουρος πως ήταν ο Silverlock. Είμασταν μαζί στο σπίτι, ολομόναχοι. Τον είδα να βγαίνει από το δωμάτιο. Να χάνεται μέσα στο δάσος. Και έχει πλέον ξημερώσει, έχει αρκετό φως, δε γινόταν να μπερδευτώ. Ήταν ο Silverlock, παίρνω όρκο γι' αυτό."

Η Angelica, μη μπορώντας να πιστέψει αυτό που συνέβη, προσπάθησε να κρατήσει τη ψυχραιμία της. Η αγάπη της για τον Christopher βοηθούσε σε αυτό. Πήρε το λόγο επιχειρώντας να δώσει μια εξήγηση.

"Κάτι έγινε μέσα στο σπίτι, κάτι σου έκανε, μάλλον κάποιο ξόρκι σύγχυσης...και έπρεπε να το έχεις καταλάβει. Εσύ περισσότερο απ' όλους. Βλέπεις, ο Silverlock δε βγήκε ποτέ από το σπίτι. Είναι ακόμη εκεί κλεισμένος. Νομίζω όμως πως πρέπει να φύγεις τώρα. Δε μπορείς πλέον να μας βοηθήσεις και δε νομίζω να θέλει κανείς από μας πια τη βοήθειά σου. Φύγε Christopher."

Ο Winterblood όσο περνούσαν τα λεπτά όλο και συνειδητοποιούσε τι είχε κάνει. Σκότωσε έναν από τους καλύτερους φίλους του. Έναν νεαρό μάγο, όχι πολύ μικρότερο από τον ίδιο, που η ωριμότητα και η συνέπεια τον χαρακτήριζαν. Η απόγνωση και ο τρόμος τον κυρίευσαν. Όντως δεν είχε καμία θέση πια εκεί, όχι μετά από αυτό που είχε κάνει. Δεν υπήρχε καμία δικαιολογία που να είναι ικανοποιητική. Το ότι ο Nicolas ήταν ακόμη ζωντανός δε τον αφορούσε. Έσκυψε το κεφάλι. Δε τολμούσε να κοιτάξει κανέναν στα μάτια.

"Αν και ξέρω πως δε σημαίνει τίποτε...Συγγνώμη."...είπε και έφυγε βιαστικά. Χάθηκε μέσα στο δάσος χωρίς να ξέρει που ακριβώς θέλει να πάει. Το μόνο που ήθελε ήταν να εξαφανιστεί.

Η Angelica, η κόρη της και οι υπόλοιποι αποφάσισαν πως πρέπει να αφήσουν για λίγο τη λύπη, την οργή και την όποια εκκρεμότητα αποτελούσε ο Christopher. Κατευθύνθηκαν προς το ξύλινο σπίτι. Όταν τους χώριζαν από αυτό περίπου 6 μέτρα σταμάτησαν. Στάθηκαν και οι δώδεκα μάγοι ο ένας δίπλα στον άλλον, περίπου σε ευθεία, κοιτάζοντας προς το σπίτι. Άπλωσαν τα χέρια τους και πιάστηκαν σφιχτά μεταξύ τους, φτιάχνοντας μια αλυσίδα. Τα μάτια τους πυράκτωσαν και όλοι μαζί, σχεδόν με μια φωνή, είπαν αργά και φωναχτά.

"Οι τέσσερις τοίχοι αυτού του σπιτιού θα γίνουν η φυλακή σου."

Τότε η Evelyn και ενώ η υπόλοιπη ομάδα επαναλάμβανε τη φράση χαμηλόφωνα, φώναξε...

"Silverlock όλα τελειώνουν εδώ, απόψε."

Μερικά δευτερόλεπτα μετά η πόρτα άνοιξε και ο Nicolas ξεπρόβαλε. Γέλασε ειρωνικά και είπε...

"Υποτίθεται πως πρέπει να φοβηθώ τώρα;"...όμως το χαμόγελο από το πρόσωπό του εξαφανίστηκε μονομιάς όταν προσπάθησε να διαβεί το κατώφλι της πόρτας και είδε πως δε μπορούσε. Μια αόρατη δύναμη τον κρατούσε μέσα, εκεί φυλακισμένο στο σπίτι. Τα μάτια του απέκτησαν πορτοκαλί χρώμα, μουρμούρησε μερικές λέξεις, αλλά με απογοήτευση διαπίστωσε πως η μαγεία του δεν έπιανε έξω από το σπίτι. Η συνδυασμένη μαγεία των δώδεκα ήταν πολύ δυνατή για να νικηθεί. Πολύ πιο δυνατή από τη δική του. Το δε ξόρκι που τους είχε κάνει πριν μπει στο ναό του St. Joseph, ώστε να μη μπορούν να προβάλουν αντίσταση, είχε πια εξασθενήσει. Φανερά εκνευρισμένος έκλεισε τη πόρτα και κλείστηκε μέσα.

Οι διώκτες του απ' έξω δε διέκοψαν στιγμή το ξόρκι. Το έλεγαν ξανά και ξανά. Δεν ήθελαν να του αφήσουν το παραμικρό περιθώριο διαφυγής. Έκαναν μερικά βήματα προς τα μπρος. Οι δύο μάγοι που βρίσκονταν στις άκρες, άφησαν την αλυσίδα, έβγαλαν από τις τσέπες τους αναπτήρες, τους άναψαν και τους πέταξαν πάνω στο ξύλινο σπίτι. Ψιθύρισαν..."Ανάφλεξη!"...Δύο μικρές εκρήξεις προκλήθηκαν αμέσως και η στέγη του σπιτιού τυλίχθηκε στις φλόγες. Η φωτιά εξαπλώθηκε γρήγορα. Ο Nicolas μετακινήθηκε στο κέντρο του δωματίου. Οι τοίχοι πλέον φλέγονταν. Επιχείρησε να σβήσει τη πυρκαγιά, αλλά όλες οι προσπάθειές του ήταν άκαρπες. Το κύμα αέρα που δημιούργησε απλά τη φούντωσε ακόμη πιο πολύ. Καιρός για να σκεφτεί κάτι άλλο δεν υπήρχε. Άλλωστε τα περισσότερα αντικείμενα εκεί μέσα ήταν βιβλία και τι καλύτερο προσάναμμα από το χαρτί. Όλη αυτή την ώρα είχε μείνει κρυμμένος στο δωμάτιο και παρατηρούσε από τα παράθυρα τις μάχες που μαίνονταν απ' έξω. Ο βασικός όμως λόγος που έμεινε μέσα ήταν για να αφήσει το παραισθησιογόνο ξόρκι που έκανε στον Christopher να μπει σε εφαρμογή. Ένας Nicolas έπρεπε να υπάρχει στο δάσος, ο ψεύτικος φυσικά, δηλαδή αυτός που ο Winterblood έβλεπε για αληθινό. Η στέγη άρχισε να καταρρέει σε κάποια σημεία. Πετάχτηκε προς τα δεξιά αποφεύγοντας τα συντρίμμια τη τελευταία στιγμή. Άλλος χρόνος δεν υπήρχε. Το τέλος είχε έρθει και ο ίδιος είχε αποτύχει. Έβγαλε με βιαστικές κινήσεις από την εσωτερική τσέπη του δερμάτινου παλτό που φορούσε τη μεταλλική πλακέτα που με τόση δυσκολία είχε καταφέρει να εντοπίσει και να αποκτήσει από τη γυάλινη προθήκη στη Notre Dame. Όταν πριν από περίπου ένα μήνα το ξόρκι της μαύρης μαγείας ερχόταν στη κατοχή του, χάρηκε γι' αυτό, αλλά ήλπιζε να μη χρειαζόταν να το χρησιμοποιήσει. Τώρα όμως δεν υπήρχε άλλη λύση. Ήταν η μοναδική δικλείδα ασφαλείας, που αν λειτουργούσε, ίσως να του έδινε μια δεύτερη ευκαιρία. Συγκράτησε με τα δόντια του τη πλακέτα. Γδύθηκε από τη μέση και πάνω και με ένα μικρό μαχαίρι χάραξε στο στήθος του μια πεντάλφα. Το αίμα άρχισε να τρέχει και τότε πιάνοντας και με τα δυο του χέρια τη πλακέτα διάβασε αυτό που ήταν γραμμένο επάνω της αργά και ψύχραιμα.

"Όταν το σώμα αυτό πεθάνει και η ψυχή του το αφήσει, θα έρθει καιρός που θα βρει νέο δοχείο, ένα καινούριο σώμα και θα ξαναγεννηθεί στο όνομα του Εωσφόρου."

Οι πυρήνες γλώσσες είχαν απλωθεί παντού και ο Nicolas Silverlock έκλεισε τα μάτια του και άφησε να τον καταβροχθίσουν.

Και οι δώδεκα μάγοι ήταν ακόμη εκεί έξω και περίμεναν...

Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

12. Λίγο Πριν Όλα Χαθούν

Ξημέρωσε μια μέρα άχρωμη, δύσκολη. Ο ήλιος, καθόλη τη διάρκειά της, παρέμεινε κρυμμένος πίσω από βαριά, γκρίζα σύννεφα. Μια μέρα που ο Christopher πολύ θα ήθελε να γινόταν κάτι και να τη προσπεράσει, να ξεφύγει από αυτήν. Τέτοιο ξόρκι όμως δεν υπήρχε, διαφορετικά ο γιος των Winterblood θα το είχε αναζητήσει και θα το είχε ήδη βρει. Βρισκόταν στο πατρικό του διαμέρισμα. Τη νύχτα δεν είχε κοιμηθεί καθόλου, δεν είχε καν ξαπλώσει στο κρεβάτι του. Λίγα εικοσιτετράωρα μετά από τη δολοφονική απόδραση του Nicolas Silverlock από τον ερειπωμένο ναό του St. Joseph, λίγες μέρες μετά από τις πρώτες κηδείες, οι μάγοι της Νέας Υόρκης είχαν να αποχαιρετήσουν και άλλα αγαπημένα τους πρόσωπα που τα μέλη της ομάδας του Nicolas κυνήγησαν και σκότωσαν χωρίς δισταγμό, ακολουθώντας τις εντολές του σκοτεινού μάγου. Ανάμεσά τους μερίδιο στο θρήνο και μάλιστα διπλό είχε και ο Christopher. Τη προηγούμενη μέρα είχε χάσει τους δικούς του τόσο τραγικά και αναπάντεχα. Η εικόνα του κατεστραμμένου αυτοκινήτου δεν έφευγε από το μυαλό του. Αλλά ούτε και τη μυρωδιά της καμένης σάρκας μπορούσε να ξεχάσει. Στεκόταν κοντά στην εξώπορτα του διαμερίσματος ντυμένος στα μαύρα, με το βλέμμα κενό. Δάκρυα δεν έτρεξαν από τα ματιά του εδώ και πολλές ώρες. Όλη τη νύχτα ο θυμός και η οργή ξεχείλιζαν από μέσα του και τώρα που ήρθε η στιγμή να πει το αντίο στους γονείς του δεν ένιωθε απολύτως τίποτε. Άνοιξε τη πόρτα, γύρισε και κοίταξε μια τελευταία φορά τη φωτογραφία τους που υπήρχε σε μια κορνίζα στο απέναντι ράφι και στη συνέχεια κλείδωσε βιαστικά και άφησε πίσω του το διαμέρισμα, χωρίς να είναι σίγουρος αν θα ήθελε να ξαναεπιστρέψει εκεί ποτέ.

Βγήκε στο δρόμο και προχώρησε μέχρι την άκρη του πεζοδρομίου. Σήκωσε το χέρι του για να κάνει νόημα σε ένα ταξί και εκείνη τη στιγμή άκουσε μια γνώριμη φωνή.

"Christopher! Christopher! Είμαστε εδώ με τη μητέρα μου και σε περιμένουμε να πάμε μαζί."

Ήταν η Evelyn. Στεκόταν δίπλα στο αυτοκίνητο της μητέρας της. Μάλιστα η τελευταία, η Angelica, βρισκόταν στη θέση του οδηγού και τον κοίταζε με βλέμμα όλο θλίψη αλλά και συμπόνια.

Ο Christopher απάντησε καθαρά και αυστηρά...

"Θα πάω μόνος μου."

...και χωρίς να αφήσει στην Evelyn περιθώρια για καμία απάντηση, άνοιξε τη πόρτα του ταξί που είχε κιόλας σταματήσει μπροστά του και μπήκε μέσα.

Έμεινε μέσα στο όχημα περίπου είκοσι λεπτά και διαρκώς κοιτούσε έξω. Είχε τα μάτια του στραμμένα προς τον ουρανό. Ο οδηγός τον ρώτησε για ποιο λόγο πάει εκεί, αλλά ο ίδιος δεν αντέδρασε καθόλου. Στην πραγματικότητα ήταν τόσο πολύ χαμένος στις σκέψεις του που δεν τον άκουσε. Σκεφτόταν πολλά μα κυρίως το πως δε πρόλαβε να τους πει πόσο πολύ τους αγαπά. Έφτασε στον προορισμό του. Πλήρωσε τον οδηγό και χωρίς να περιμένει τα ρέστα του βγήκε από το ταξί και περπάτησε προς την πύλη του νεκροταφείου Holy Cross της Νέας Υόρκης. Πρώτη φορά πήγαινε εκεί. Τις ετοιμασίες της κηδείας τις είχαν αναλάβει οι φίλοι του από τον κύκλο των μάγων που ανήκε. Είδαν τη κατάσταση στην οποία βρισκόταν και δε τον άφησαν να κάνει το παραμικρό. Είδε σε ένα σημείο μαζεμένο αρκετό κόσμο και προχώρησε προς το μέρος τους περνώντας ανάμεσα στους συμμετρικά τοποθετημένους τάφους. Μερικές σταγόνες άρχισαν να πέφτουν. Πήγε και στάθηκε δίπλα στην Angelica. Της έπιασε το χέρι και αυτή γύρισε και τον κοίταξε με βουρκωμένα μάτια. Τα εφτά φέρετρα ήταν τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο, κλειστά, ολόμαυρα. Ο Christopher στεκόταν μπροστά στους δικούς του. Κάποιοι άνοιξαν τις ομπρέλες τους, αφού η βροχή δυνάμωνε σταδιακά. Ο καθολικός ιερέας είπε αυτά που έπρεπε, τα φέρετρα κατέβηκαν μέσα στους τάφους και όλοι πέρασαν να ρίξουν λίγο χώμα. Μερικοί άφησαν λουλούδια στα αγαπημένα τους πρόσωπα, στους φίλους τους, στους συγγενείς τους. Ο ιερέας έφυγε μα όλοι οι άλλοι έμειναν και περίμεναν...περίμεναν μέχρι που η Angelica αφήνοντας το χέρι του Christopher βγήκε μπροστά και πήρε το λόγο.

"Ξέρω πως ο θρήνος μας δεν έχει τελειωμό, μα αυτή εδώ η μέρα είναι για να πούμε αντίο στους δικούς μας ανθρώπους. Ας κρατήσουμε την οργή μας για αύριο. Δε θα μείνουμε άπραγοι, απλοί θεατές. Θα εκδικηθούμε, να είστε σίγουροι. Όμως θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί και να μη κάνουμε βιαστικές κινήσεις. Πρέπει να οργανώσουμε την αντίδραση μας, να τα μελετήσουμε όλα μέχρι και τη τελευταία λεπτομέρεια."

Κουνώντας καταφατικά το κεφάλι τους οι περισσότεροι έδειξαν πως συμφωνούν. Την Angelica την είχαν όλοι σε πολύ μεγάλη εκτίμηση. Για την ευθύτητα που την διέκρινε, τις αρχές της, το ζεστό της λόγο αλλά και τις μαγικές της ικανότητες. Επέστρεψε δίπλα στη κόρη της, την Evelyn και γεμάτη έκπληξη τη ρώτησε...

"Ο Christopher που είναι;"

Μητέρα και κόρη κοίταξαν ολόγυρά τους μα ο τελευταίος εναπομείναν Winterblood δε φαινόταν πουθενά.

"Πρέπει να έφυγε την ώρα που μιλούσες."...είπε η Evelyn λυπημένα και συμπλήρωσε..."Είναι σε πολύ άσχημη κατάσταση, πράγμα που το βρίσκω λογικό. Απλά δε ξέρω πως να τον πλησιάσω. Δε ξέρω τι να του πω."

Την ίδια στιγμή ο Christopher περνούσε τη πύλη του νεκροταφείου. Ήθελε όσο τίποτε άλλο να μείνει μόνος του. Η διαδικασία της ταφής των γονιών του ήταν ίσως η πιο τραγική στιγμή της ζωής του. Ευτυχώς ήταν μικρής διάρκειας. Το να ξέρει πως δε πρόκειται να τους ξαναδεί τον έπνιγε. Έφυγε και δε κοίταξε ούτε μια φορά πίσω του.

Οι μέρες πέρασαν. Ήταν 7 του Δεκέμβρη, απόγευμα. Η Evelyn περπατούσε στην οδό Libertine έχοντας κουμπωμένο μέχρι πάνω το μακρύ κόκκινο παλτό της, μιας και η θερμοκρασία ήταν μετά βίας πάνω από το μηδέν της κλίμακας Κελσίου. Έφτασε στο βιβλιοπωλείο των Winterbloods. Το κατάστημα ήταν σκοτεινό. Έσπρωξε την εξώπορτα μα ήταν κλειδωμένη. Κτύπησε με το χέρι της δύο με τρεις φορές αλλά καμία ανταπόκριση δεν ήρθε. Κόλλησε το πρόσωπό της στα τζάμια. Δε φαινόταν κανείς μέσα. Αφού σιγουρεύτηκε πως ο φίλος της δεν ήταν εκεί έφυγε απογοητευμένη.

Την επόμενη μέρα το πρωί αφού τηλεφώνησε αρκετές φορές και είδε πως κανένας δεν απαντά, πέρασε από το διαμέρισμα στο οποίο έμενε η οικογένεια. Κτύπησε το κουδούνι ξανά και ξανά. Τίποτα. Δεν ακουγόταν κανένας θόρυβος. Το διαμέρισμα έδειχνε να είναι έρημο. Και αυτή ήταν η αλήθεια. Ο Christopher δεν ήταν εκεί. Από τη κηδεία και μετά είχε αφήσει το πατρικό διαμέρισμα και είχε πάει να μείνει σε ένα μικρότερο, μερικώς επιπλωμένο διαμέρισμα που ανήκε στην οικογένεια και που ο ίδιος το χρησιμοποιούσε που και που, όταν επιζητούσε λίγη μοναξιά. Και τώρα την ήθελε όσο τίποτε άλλο.

Ο χρόνος κύλησε λίγο ακόμη. Ο Christopher εξακολουθούσε να μην ανταποκρίνεται στα καλέσματα των φίλων του. Δεν ήταν θυμωμένος μαζί τους, κάτι τέτοιο θα ήταν παράλογο. Άλλωστε δεν ήταν ο μόνος που έχασε τους δικούς του ανθρώπους. Απλά ήταν μπερδεμένος και κυρίως βρισκόταν σε μια φάση απόλυτης άρνησης. Αρχικά τον κατέκλυσε η λύπη, η απώλεια, συναισθήματα που κάλυψαν όλα τα άλλα. Δε μπορούσε να συνειδητοποιήσει πως οι δικοί του έφυγαν. Του έλειπαν απίστευτα. Συνέχεια σκεφτόταν πως θα έπρεπε να τους έχει προστατέψει καλύτερα, πως θα έπρεπε να τους λέει πόσο πολύ τους αγαπά πιο συχνά. Τα δυο τους πρόσωπα ήταν μονίμως καρφωμένα στο μυαλό του. Προσπαθούσε παράλληλα να θυμηθεί μία προς μία εκείνες τις λέξεις που αντάλλαξε μαζί τους στο βιβλιοπωλείο. Δε τα κατάφερνε όμως, γεγονός που τον εκνεύριζε. Αν ήξερε πως αυτές οι λέξεις θα ήταν οι τελευταίες, σίγουρα θα τις είχε διαλέξει πιο προσεκτικά. Τον εαυτό του τον είχε παραμελήσει. Μπορεί να του άρεσε να μένει αξύριστος, τώρα όμως το είχε παρακάνει. Πλέον διέθετε ένα απεριποίητο μούσι. Περνούσε την ώρα του αδιάφορα, χωρίς να κάνει το οτιδήποτε, με μάτια κατακόκκινα από την αϋπνία. Πότε ξαπλωμένος στον καναπέ, πότε στο κρεβάτι, με χιλιάδες σκέψεις να του προκαλούν πονοκέφαλο. Μουσική δεν άκουγε, τηλεόραση δεν άνοιγε...και οι μέρες περνούσαν και στο μυαλό του ερχόταν συνέχεια η φράση του σημειώματος.

"Έπρεπε να τους αποχαιρετήσεις..."

Τέσσερις λέξεις που τις θυμόταν ξανά και ξανά. Στο τέλος άρχισε να τις λέει και ο ίδιος, πρώτα από μέσα του, μετά δυνατά και στο τέλος σχεδόν φωναχτά. Τα μάτια του πυράκτωσαν. Τα φώτα του διαμερίσματος αναβόσβησαν και τότε ξαφνικά άνοιξε η τηλεόραση. Το βλέμμα του είχε πάρει φωτιά για τα καλά όταν πρόσεξε την οθόνη της τηλεόρασης και συγκεκριμένα τη λεζάντα κάτω από τη παρουσιάστρια των ειδήσεων. Το χρώμα των ματιών του επανήλθε στο φυσιολογικό και αμέσως έψαξε να βρει το τηλεχειριστήριο για να ανεβάσει την ένταση της φωνής.

"Οι επτά διπλωματικοί υπάλληλοι της χώρας μας που αφαίρεσαν τις ζωές τους κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες και με ιδιαίτερα φρικιαστικούς τρόπους, δε φαίνεται μέχρι στιγμής να έχουν καμία σχέση μεταξύ τους, αφού ο κάθε ένας από αυτούς εργαζόταν σε αμερικανική πρεσβεία διαφορετικής χώρας της Ευρώπης. Μόνο το κοινό επάγγελμα δείχνει να τους συνδέει καθώς και το γεγονός πως τα συμβάντα έγιναν μέσα σε διάστημα δύο ωρών. Να σημειώσουμε πως πριν από δύο μέρες οι πρεσβευτές μας στο Λονδίνο και στη Ρώμη εξαφανίστηκαν και η τύχη τους αγνοείται από τότε."

Ο Christopher κάθισε στον καναπέ και άκουγε προσεκτικά. Η παρουσιάστρια συνέχισε το δελτίο με τις επόμενες ειδήσεις και πήρε το χειριστήριο για να κλείσει τη τηλεόραση. Πριν προλάβει όμως να το κάνει, μια ακόμη είδηση του κέντρισε το ενδιαφέρον.

"Νέο κύμα ανεξήγητης βίας ξέσπασε χθες σε αρκετούς χώρους μαζικής συνάθροισης σε όλη τη χώρα. Σε κινηματογράφο στο Queens της Νέας Υόρκης, κατά τη διάρκεια της βραδινής προβολής του Sophie's Choice, θεατές ξυλοκόπησαν άνδρα με τη δικαιολογία ότι έβαλε φωτιά στο κάδο για τα σκουπίδια που υπήρχε σε μια άκρη. Στη συνέχεια δέκα τουλάχιστον άνθρωποι ποδοπατήθηκαν στη προσπάθειά τους να βγουν από τον κινηματογράφο μέσα στον πανικό που δημιουργήθηκε εξαιτίας της πυρκαγιάς που όπως λένε ξέσπασε. Ανατριχιαστική λεπτομέρεια, το ότι η αστυνομία δε βρήκε κανένα ίχνος πυρκαγιάς. Πέντε συνάνθρωποί μας δεν τα κατάφεραν και άφησαν τη τελευταία τους πνοή στο νοσοκομείο λίγη ώρα μετά. Περίπου την ίδια ώρα στο Chicago του Illinois στο γήπεδο όπου διεξαγόταν αγώνας μεταξύ των Chicago Bulls και των Sacramento Kings οι θεατές των δύο ομάδων ήρθαν στα χέρια καθώς όπως υποστήριξαν κάποιοι, οι οπαδοί της μιας ομάδας χρησιμοποίησαν υβριστικά συνθήματα για την αντίπαλη ομάδα. Το αποτέλεσμα;...Θανατηφόρα χτυπήματα και τρεις νεκροί. Το περίεργο όμως ήταν πως το βίντεο του αγώνα δεν έδειξε κανένα τέτοιο σύνθημα."

Ο Christopher πετάχτηκε από τον καναπέ, έκλεισε τη τηλεόραση, φώναξε..."Ξεκίνησε!!!"...και αρπάζοντας το παλτό του έφυγε από το διαμέρισμα.

Με γρήγορα βήματα κατευθύνθηκε στο βιβλιοπωλείο που δεν ήταν μακριά. Είχε μέρες να το ανοίξει και φυσικά δε πήγαινε τώρα εκεί για κάτι τέτοιο. Ήθελε να πάρει από ένα συρτάρι στο πίσω μέρος του μαγαζιού το στιλέτο που του είχε δώσει ο πατέρας του πριν μερικά χρόνια. Πήγε όμως εκεί και για έναν ακόμη πιο σημαντικό λόγο. Ήξερε πως οι φίλοι του όλο και κάποιο μήνυμα θα του είχαν αφήσει στη περίπτωση που αποφάσιζε να βγει από τη κρυψώνα του. Και το βιβλιοπωλείο ήταν το κατάλληλο σημείο για να το κάνουν. Μπήκε μέσα και αμέσως πρόσεξε πως στο πάτωμα υπήρχε ένα διπλωμένο λευκό χαρτί. Το πήρε στα χέρια του και διαπίστωσε πως δεν έγραφε τίποτε. Ήταν κενό, όμως μόνο για τα μάτια των κοινών θνητών. Πήγε στο πίσω μέρος του καταστήματος και τράβηξε το συρτάρι. Μετακίνησε έναν φάκελο με έγγραφα που είχε στο πάνω μέρος του και από κάτω το στιλέτο ήταν εκεί στη θέση του, μέσα στη δερμάτινη θήκη του. Στη συνέχεια άνοιξε ένα ντουλάπι και έβγαλε ένα μικρό γυάλινο μπουκάλι. Ξεδίπλωσε το χαρτί. Άνοιξε το μπουκάλι και έριξε από μέσα του λίγη μαύρη σκόνη στη χούφτα του. Άφησε το χαρτί στον πάγκο που στεκόταν μπροστά του και βάζοντας το χέρι του πάνω και μπροστά από αυτό φύσηξε δυνατά. Μόλις η σκόνη έπεσε πάνω στο χαρτί μαύρα γράμματα άρχισαν να αποκαλύπτονται.

"Θα μας βρεις στην οδό Meadow, στον αριθμό 11 και στον έκτο όροφο. Το διαμέρισμα θα το καταλάβεις."

Είχε πια βραδιάσει για τα καλά, βγήκε από το βιβλιοπωλείο και χωρίς να χάσει καθόλου χρόνο πήγε με ένα ταξί κατευθείαν στην οδό που έγραφε το σημείωμα. Κατέβηκε ένα τετράγωνο πιο μπροστά από τον αριθμό που ήταν ο προορισμός του. Ήθελε να έχει χρόνο ώστε να σιγουρευτεί πως κανένας δε τον ακολουθεί. Αφού βεβαιώθηκε, μπήκε στην πολυκατοικία με τον αριθμό 11 και με τον ανελκυστήρα ανέβηκε στον έκτο όροφο. Βγαίνοντας από αυτόν έκανε να πάει προς τα αριστερά αλλά εκείνη τη στιγμή ένας ψίθυρος ακούστηκε μέσα στο μυαλό του!

"Στο διαμέρισμα με το νούμερο 21."

Προχώρησε στο διάδρομο και έψαξε να βρει τη πόρτα με το 21. Κατάλαβε πως έφτανε στο προορισμό του καθώς ένιωσε ξένες σκέψεις να εισβάλλουν ανάμεσα στις δικές του. Στεκόταν πια μπροστά στην εξώπορτα του διαμερίσματος και ήξερε πως είναι η σωστή, χωρίς να κοιτάξει καθόλου τον αριθμό επάνω της. Πριν προλάβει να απλώσει το χέρι του και να κτυπήσει το κουδούνι η πόρτα άνοιξε προς τα μέσα και μπροστά του εμφανίστηκε η Angelica. Τον κοίταξε γλυκά, με ανακούφιση και του είπε...

"Επιτέλους ήρθες."

Ο Christopher πέρασε αμέσως μέσα και η Angelica χωρίς καθυστέρηση έκλεισε τη πόρτα πίσω του. Είχε μπει σε ένα μικρό διαμέρισμα με λιγοστά έπιπλα και βαριές, σκούρες κουρτίνες στα παράθυρα που εμπόδιζαν τον οποιοδήποτε να δει τη πόλη έξω. Στον χώρο και πέρα από την Angelica ήταν ακόμη πέντε άτομα. Τρεις άντρες και δυο γυναίκες, τους οποίους φυσικά και γνώριζε ο ίδιος πολύ καλά. Μάλιστα όλοι τους είχαν χάσει κάποιο αγαπημένο τους πρόσωπο στα πρόσφατα γεγονότα. Ήταν εκεί εκπρόσωποι των Redstones, των McStevens και των Vators. Η οθόνη της τηλεόρασης που υπήρχε σε μια άκρη έδειχνε μόνιμα κάποιο ειδησιογραφικό κανάλι. Κυρίαρχα θέματα εννοείται πως ήταν αυτά που έκαναν τον Christopher να βγει από την απομόνωση. Η αγαπημένη του Angelica πήρε το λόγο τη στιγμή που ο Christopher αντάλλασσε βλέμματα συμπόνιας με τους υπόλοιπους.

"Θα σε περιμέναμε δυο με τρεις μέρες ακόμη και μετά θα ξεκινούσαμε χωρίς εσένα, μιας όμως και ήρθες σήμερα, νομίζω πως όλοι συμφωνούμε πως πρέπει, βάζοντας τη θλίψη μας για λίγο στην άκρη, να αρχίσουμε τώρα, αυτή τη στιγμή, χωρίς να αφήσουμε να χαθεί κι άλλος χρόνος."

Όλοι κούνησαν καταφατικά το κεφάλι και άφησαν την Angelica να συνεχίσει.

"Είναι φανερό πως ο Nicolas και η ομάδα του είναι πίσω από όλα αυτά που βλέπουμε στη τηλεόραση. Αυτοί βρίσκονται πίσω από τις απαγωγές, τις αυτοκτονίες, τα ξεσπάσματα βίας. Ακόμη δεν έχουν βγει να το παραδεχτούν αλλά είμαι βέβαιη πως με κάποιο τρόπο θα βγούνε δημοσίως να αναλάβουν την ευθύνη, αρχίζοντας τις απειλές και τους εκβιασμούς των πολιτικών και των απλών πολιτών. Καταλαβαίνετε πως αυτό δε πρέπει να το επιτρέψουμε να συμβεί σε καμία περίπτωση. Οι βλέψεις του Nicolas για κυριαρχία πρέπει να σταματήσουν εδώ. Δε πρέπει να μάθει η κοινή γνώμη για την ύπαρξη της μαγείας. Να μάθει για μας."

Σηκώθηκε από τη πολυθρόνα στην οποία είχε καθίσει για λίγο και πλησίασε σε μια μεγάλη βιβλιοθήκη που βρισκόταν ανάμεσα στα δυο παράθυρα του δωματίου. Έψαξε στο δεύτερο ράφι και τράβηξε ένα σχετικά λεπτό βιβλίο με φθαρμένο εξώφυλλο. Γύρισε προς τον Christopher και τους υπόλοιπους και συνέχισε.

"Θα κτυπήσουμε κατευθείαν στο κέντρο. Δε θα σπαταλήσουμε άσκοπα δυνάμεις και χρόνο για να αντιμετωπίσουμε τα μέλη της ομάδας του Nicolas, αλλά θα επιτεθούμε στον αρχηγό τους. Άλλωστε θα τους έχει μαζεμένους τριγύρω του και θα περιμένει την εμφάνισή μας μετά τα όσα έκανε. Συμφωνείτε;"

Όλοι με μια φωνή είπαν "Ναι." και η Angelica πρόσθεσε...

"Οπότε μένει να ανακαλύψουμε το που κρύβονται. Σ' αυτό θα μας βοηθήσει το συγκεκριμένο βιβλίο."

Τότε ο Christopher ρώτησε...

"Τι σπίτι είναι αυτό; Πρώτη φορά έρχομαι."

Η Angelica χαμογέλασε και απάντησε...

"Ανήκει στην οικογένειά μου εδώ και αρκετά χρόνια. Το κράτησα κρυφό και νομίζω πως τώρα μας χρειαζόταν όσο ποτέ άλλοτε. Λοιπόν ξεκινάμε; Ελάτε!"

Μετακινήθηκαν και οι εφτά και στάθηκαν όρθιοι γύρω από ένα μικρό στρογγυλό τραπέζι που βρισκόταν στο κέντρο του δωματίου. Έπιασαν ο ένας το χέρι του αλλού δημιουργώντας έναν κλειστό κύκλο και τότε η Angelica τους είπε να σκεφτούν τα αγαπημένα τους πρόσωπα που έχασαν τόσο τραγικά. Κοίταξε προς τα κάτω, προς το ανοιχτό βιβλίο που είχε ακουμπήσει πάνω στο τραπέζι και έψαξε για μερικά δευτερόλεπτα με τα μάτια της μέχρι να βρει το κατάλληλο ξόρκι.

"Όταν τα μάτια κλείσεις και την εκδίκηση έχεις μόνο στο μυαλό, το μονοπάτι του αίματος θα αποκαλυφθεί μπροστά σου."...είπε η Angelica ήρεμα και καθαρά.

Τα μάτια και των εφτά πυράκτωσαν, καθώς κρατούσαν ο ένας το χέρι του αλλού τώρα ακόμη πιο σφιχτά. Τότε ένας θόρυβος ακούστηκε. Ένας ανεπαίσθητος ήχος, σα μικρός κυματισμός. Γύρισαν όλοι μαζί ταυτόχρονα προς τα δεξιά και είδαν πως η επιφάνεια του τετράγωνου καθρέφτη που ήταν κρεμασμένος στο τοίχο είχε αλλάξει. Σα να είχε μετατραπεί από στέρεη σε υγρή και κάποιος λες και είχε μόλις ρίξει μέσα του ένα βότσαλο. Τη στιγμή που ο κυματισμός σταμάτησε διαπίστωσαν πως ο καθρέφτης δεν έδειχνε πια την αντανάκλασή τους, αλλά κάτι άλλο. Ένα σκοτεινό δάσος και μεταξύ των αρκετά πυκνών δέντρων φαινόταν ένα σπίτι.

"Ωραία, μάθαμε πως βρίσκεται σε ένα σπίτι, κάπου σε ένα δάσος...και ποιος ξέρει ποιο είναι το δάσος αυτό;"...είπε ο Julius Kell, ένας από τους εφτά της συνάθροισης.

"Ξέρω εγώ."...απάντησε αμέσως ο Christopher.

Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

11. Κυνήγι Μαγισσών

Λίγο έξω από τη Νέα Υόρκη, Νοέμβριος 1982

Είχαν περάσει τέσσερις μέρες από την ανακάλυψη στη φημισμένη Παναγία των Παρισίων και τώρα που το σκοτεινό ξόρκι βρισκόταν στην κατοχή του Nicolas Silverlock η ήδη υψηλή του αυτοπεποίθηση ανέβηκε ακόμη περισσότερο. Ωστόσο τώρα ξεκινούσε το βασικό σχέδιό του, απλά αυτή η δικλείδα ασφάλειας που το ξόρκι του πρόσφερε του είχε δώσει μια μεγάλη ανάσα για να προχωρήσει. Και το σχέδιό του ήταν ένα και μοναδικό, μεγαλεπήβολο αλλά και απλό θα έλεγε κανείς...Η αφάνεια δε του ταίριαζε. Είχε όμως και τη τύχη με το μέρος του. Ούτε ο ίδιος δε φανταζόταν πως το ξόρκι που έψαχνε τόσα χρόνια θα το έβρισκε λίγες μόνο μέρες πριν από την ετήσια συγκέντρωση των μάγων της Νέας Υόρκης. Πιο βολική περίσταση δε θα μπορούσε να βρεθεί για να κάνει τη κίνησή του. Και τώρα κατευθυνόταν προς τα εκεί...

Περπατούσε ανάμεσα στα πανύψηλα, γυμνά από φύλλα δέντρα, των οποίων οι ίσιοι και ασπρόμαυροι κορμοί ήταν κάθετα βυθισμένοι στο έδαφος. Ο ήλιος μόλις είχε χαθεί στον ορίζοντα και το ημίφως που ακόμη υπήρχε δημιουργούσε μια μυστηριακή ατμόσφαιρα μέσα στο δάσος. Το κρύο ήταν έντονο. Ο Nicolas στάθηκε για μια στιγμή και κοίταξε γύρω του. Αμέσως πρόσεξε αρκετά μικρά φώτα να ακολουθούν την ίδια πορεία. Δε γινόταν κάτι το μαγικό. Ήταν οι μάγοι που κρατούσαν φαναράκια στα χέρια τους και προχωρούσαν προς το ξέφωτο του Ασημένιου Λόφου της Νέας Υόρκης όπου και βρισκόταν. Δε βιάστηκε καθόλου. Άρχισε να προχωρά με αργά και σταθερά βήματα προς την ίδια κατεύθυνση. Ήθελε να φτάσει αφού θα είχαν μαζευτεί οι περισσότεροι μάγοι. Αν ήταν και τελευταίος θα ήταν ακόμη καλύτερα. Ήθελε να δει τις αντιδράσεις όσων πιο πολλών γινόταν όταν θα έκανε την είσοδό του. Φυσικά φανάρι ο ίδιος δε κρατούσε. Δεν ήταν το ότι και οι υπόλοιποι μάγοι τα είχαν ανάγκη για να βλέπουν μέσα στο δάσος, αλλά ήταν απλώς παράδοση δεκάδων χρόνων να φέρνουν όλοι και από ένα φανάρι για να φωτίζεται ο χώρος της συνάντησης, μιας και εκεί στην ερημιά το εγκαταλελειμμένο κτίσμα στο οποίο συναντιόντουσαν δε διέθετε ηλεκτρικό ρεύμα. Εννοείται πως ο Nicolas περιφρονούσε τις παραδόσεις και γενικότερα στη ζωή του δε του άρεσε να κάνει αυτό που του έλεγαν ή του υποδείκνυαν. Τα φώτα απομακρύνθηκαν. Οι μάγοι προφανώς και έφτασαν στον προορισμό τους. Ο Nicolas προχώρησε ανάμεσα στα δέντρα για δέκα λεπτά ακόμη μέχρι που είχαν πια αραιώσει. Φτάνοντας στο τέλος του δάσους και πριν βγει στο ξέφωτο που υπό το φως του φεγγαριού είχε αποκτήσει ένα ασημένιο χρώμα, δικαιολογώντας με αυτό τον τρόπο ως ένα βαθμό και το όνομα του λόφου της Νέας Υόρκης, στάθηκε κάτω από το τελευταίο δέντρο, κοίταξε το φεγγάρι και στη συνέχεια έριξε το βλέμμα του προς τον εγκαταλελειμμένο καθολικό ναό του St. Joseph που στεκόταν σε μια άκρη, λίγο πριν ξεκινήσουν και πάλι τα δέντρα. Έμεινε ακίνητος. Επικρατούσε απόλυτη σιωπή αν και βρισκόταν μέσα σε δάσος όπου θα έπρεπε να ακούγονται οι ήχοι κάποιων ζώων. Όμως τίποτε απολύτως δεν ακουγόταν. Ξαφνικά τη σιωπή διέλυσε με το δυνατό τίναγμα των φτερών του ένα κατάμαυρο κοράκι. Βγάζοντας μια κραυγή κάθισε στον αριστερό του ώμο. Τα ματιά του μάγου απέκτησαν ένα έντονο πορτοκαλοκόκκινο χρώμα καθώς συνέχισαν να κοιτάζουν προς την εκκλησία. Ανοίγοντας αμυδρά τα χείλη του, σχεδόν μέσα στο στόμα του, ψιθύρισε μερικές λέξεις. Μόνο τη τελευταία λέξη είπε ανεβάζοντας λίγο την ένταση της φωνής του...

...."αντίσταση."

Έβαλε το χέρι του στη τσέπη του παλτού του και άγγιξε τη μεταλλική πλάκα με το ξόρκι της μαύρης μαγείας που είχε πάρει από τη γυάλινη προθήκη των λειψάνων της Αγίας Μπερναντέτ στη Notre Dame. Ήταν καλά ασφαλισμένο εκεί. Χαμογέλασε και με γρήγορα πλέον βήματα βγήκε στο ξέφωτο. Το κοράκι άνοιξε τα φτερά του και άφησε τον ώμο του μάγου, πέταξε πάνω από την εκκλησία και χάθηκε μέσα στο δάσος. Χωρίς να χάσει άλλο χρόνο πλησίασε στο ναό. Πέρασε κάτω από τη μεγάλη πέτρινη πύλη. Πόρτες δεν υπήρχαν. Μπήκε μέσα. Ο μεγάλος σε διαστάσεις ορθογώνιος ναός ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση αφού παρέμενε ερειπωμένος για πολλά πολλά χρόνια. Μόνο οι πέτρινοι τοίχοι είχαν μείνει στη θέση τους. Τα παράθυρα είχαν καταστραφεί από καιρό. Το ίδιο όμως και η στέγη. Ο ουρανός με τα αμέτρητα αστέρια του ήταν η νέα στέγη του πια. Και φυσικά όλα εκείνα τα στοιχεία που δήλωναν την οποιαδήποτε θρησκευτική λατρεία είχαν χαθεί ή κλαπεί. Τριγύρω, στο έδαφος, στα περβάζια των παραθύρων, όπου ήταν δυνατόν, ήταν τοποθετημένα τα δεκάδες φαναράκια φωτίζοντας τον χώρο ζεστά, ρομαντικά και ιδιαίτερα ευχάριστα. Αμέσως μόλις κατάλαβαν ποιος μπήκε στη σύναξη όλοι γύρισαν και τον κοίταξαν επίμονα, ενώ ταυτόχρονα τα σχόλια για το άτομό του δεν έλειψαν. Πίστευαν οι περισσότεροι πως δε θα τολμούσε να εμφανιστεί. Ο Nicolas χωρίς να δώσει τη παραμικρή σημασία και με το ειρωνικό χαμόγελο διατηρημένο στο πρόσωπό του προχώρησε ανάμεσά τους και στάθηκε σε μια άκρη. Παρατηρούσε γύρω του. Εκεί στο κέντρο ήταν το νιόπαντρο ζευγάρι των Redstones, δίπλα τους οι δεκαμελής οικογένεια των Kells, πιο πίσω οι μεγάλοι σε ηλικία και κολλητοί φίλοι από τα παλιά Lotus Torn και Tom Vator, κοντά στην είσοδο οι οικογένεια των Dealtons, λίγο πιο μέσα οι McStevens, οι Smiths και πολλοί πολλοί άλλοι. Μεταξύ τους ήταν και η Angelica Jones, γιαγιά της αγέννητης ακόμη Amy, μαζί με την εικοσιτετράχρονη κόρη της Evelyn. Τουλάχιστον 80 μάγοι είχαν μαζευτεί εκείνο το βράδυ στην εκκλησία του St. Joseph. Η ετήσια συνάντηση ήταν μια συνήθεια που κρατούσε πολλά χρόνια τώρα και που ήταν μια ευκαιρία για τους μάγους της περιοχής και όχι μόνο να βρεθούν ξανά, να ανταλλάξουν τα νέα τους, να μοιραστούν ξόρκια και φίλτρα, να λύσουν τυχών προβλήματα της κοινότητάς τους και φυσικά να αντιμετωπίσουν μερικά έκτακτα θέματα. Ένα τέτοιο είχε προκύψει πρόσφατα. Ο Nicolas κοίταζε δεξιά και αριστερά. Τίποτε δεν έδειχνε να τον συγκινεί, να του κεντρίζει το ενδιαφέρον. Αυτό όμως δε κράτησε για πολύ. Ένας μορφασμός δυσφορίας ξαφνικά ζωγραφίστηκε. Το βλέμμα του σκοτείνιασε μόλις αντίκρισε τον Christopher και τους γονείς του, τον Daniel και την Margaret Winterblood. Μετακινήθηκε προς το μέρος τους και χωρίς να τους χαιρετήσει απευθύνθηκε στη μητέρα του Christopher και της είπε απότομα...

"Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ; Αυτή εδώ είναι μια συγκέντρωση μάγων και εσύ απ' ότι ξέρω δεν είσαι μάγισσα. Η μαγεία μέσα σου είναι ανύπαρκτη. Δεν έχεις καμία θέση στον χώρο αυτό."

Η Margaret δε πρόλαβε να αρθρώσει λέξη. Στην πραγματικότητα δε της ερχόταν καμία λέξη να πει. Η επίθεση του Nicolas την βρήκε τελείως απροετοίμαστη και τη στεναχώρησε πάνω απ' όλα. Ο Christopher όμως δε μπόρεσε να μην αντιδράσει.

"Είπες αυτό που ήθελες. Έδειξες για άλλη μια φορά το πόσο ανώτερο θεωρείς τον εαυτό σου. Μπορείς τώρα να φύγεις. Η θέση της μητέρας μου είναι εδώ μαζί μου και μαζί με τον πατέρα μου."

Και ο μικρός αυτός διάλογος έληξε γρήγορα καθώς ο μεγαλύτερος σε ηλικία μάγος της συγκέντρωσης ανέβηκε σε ένα χαμηλό ύψωμα που υπήρχε στον χώρο και ξεκίνησε να μιλάει. Ήταν ο εβδομηντάχρονος Lucas Lightheart, ο μάγος που πρώτος είχε την ιδέα των ετήσιων συναντήσεων.

"Μπορώ να έχω λίγο τη προσοχή σας παρακαλώ;...είπε χαμογελώντας.

Αμέσως όλοι γύρισαν προς το μέρος του, σταματώντας τις μεταξύ τους κουβέντες.

"Καλώς ήρθατε και φέτος φίλοι μου στη συγκέντρωσή μας. Βλέπω κάνατε κιόλας τα πηγαδάκια σας, ανταλλάσσεται απόψεις, λέτε τα νέα σας. Χαίρομαι γιατί αυτός είναι ο σκοπός της σύναξής μας. Ωστόσο φέτος έχουμε κάτι έκτακτο να συζητήσουμε. Νομίζω πως οι περισσότεροι ξέρετε σε τι αναφέρομαι."

Στην εκκλησία επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Τον Lucas των συμπαθούσαν και τον σέβονταν πολύ όλοι οι μάγοι της Νέας Υόρκης και αυτό γιατί ήταν πάντα σωστός, δίκαιος, σοβαρός και μάλιστα όχι μόνο τώρα που ήταν σε αυτή τη σχετικά μεγάλη ηλικία.

"Ίσως υπάρχουν όμως και κάποιοι που δεν έχουν λάβει γνώση του περιστατικού. Λοιπόν, πριν από τέσσερις μέρες κάποιος εισέβαλε στη Notre Dame στο Παρίσι, προκάλεσε παραισθήσεις στους πιστούς, τραυμάτισε αρκετούς από αυτούς επιδεικνύοντας τις δυνάμεις του, βεβήλωσε τα λείψανα της Αγίας Μπερναντέτ και πήρε κάτι από τη προθήκη στην οποία ήταν τοποθετημένα. Οι πιστοί δε μπορούσαν να θυμηθούν πολλά μετά από την επίθεση. Βρίσκονταν σε σύγχυση. Όμως η μαγεία που χρησιμοποιήθηκε άφησε το στίγμα της. Έγινε αντιληπτή από πολλούς μάγους. Όχι τόσο από τους νέους αλλά από αυτούς με ιδιαίτερα ανεπτυγμένες δυνάμεις. Θα μου πείτε γιατί μας αφορά κάτι που έγινε στην άλλη άκρη του Ατλαντικού; Η απάντηση για να μην αναρωτιέστε είναι απλή. Ο υπεύθυνος βρίσκεται ανάμεσά μας."

Τα σχόλια ξέσπασαν. Ο θόρυβος αντικατέστησε την ηρεμία. Και ο Lucas συνέχισε...

"Η πράξη αυτή είναι ανεπίτρεπτη. Χρησιμοποιούμε τις δυνάμεις μας για το γενικότερο καλό και κυρίως χωρίς να αποκαλύπτουμε την ύπαρξή μας. Το ότι δε προκαλούμε το κακό αθώων δε χρειάζεται να το σχολιάσω. Πόσο μάλλον όταν το κάνουμε για τελείως ιδιοτελή σκοπό. Κύριε Nicolas Silverlock δεν έχεις να πεις κάτι;"

Όλοι γύρισαν μονομιάς και κοίταξαν τον Nicolas. Ο ίδιος ξεχνώντας τη κουβέντα με τον Christopher και την οικογένειά του, προσπέρασε τους μάγους που βρίσκονταν μπροστά του και στάθηκε απέναντι στον Lucas.

"Με κατηγορείς για την επίθεση όπως καταλαβαίνω. Έχεις αποδείξεις;"

Ο Lucas έκανε ένα νεύμα και τότε μια φωνή ακούστηκε από λίγο πιο πίσω...

"Ήμουν εκεί, σε είδα με τα μάτια μου."

Ήταν ο μικρότερος γιος των Kells, ο Julius. Προχώρησε και αυτός με τη σειρά του και ήρθε δίπλα στον Nicolas λέγοντας...

"Δε χρειάζεται να ρωτήσεις. Ναι σε παρακολουθώ από τη στιγμή που δολοφόνησες τον ιερέα εκείνης της μικρής εκκλησίας. Η πράξη σου έγινε αντιληπτή και από τη Γερμανία όπου έτυχε να βρίσκομαι, ταξίδεψα μέχρι τη Γαλλία για να δω τη συνέβη. Μπορεί να είμαι μικρός αλλά έχω και γω τον τρόπο μου για να ανακαλύπτω αυτά που θέλω. Ήμουν έτοιμος να επέμβω αλλά προτίμησα να μείνω κρυμμένος και να επικεντρωθώ στο να μη πάθουν κάτι σοβαρό οι πιστοί."

Ο Nicolas με ύφος όλο αδιαφορία και χωρίς να δείχνει το παραμικρό σημάδι έκπληξης πήρε το λόγο ενώ ανέβηκε στο ύψωμα...

"Μπράβο σας. Με ανακαλύψατε. Άλλωστε ο στόχος μου δεν ήταν να κρυφτώ. Η διακριτικότητα ποτέ δεν ήταν προτεραιότητά μου σε καμία από τις εκφάνσεις της ζωής μου."

Ο Lucas απάντησε αμέσως...

"Για ποια διακριτικότητα μιλάς; Ξεπέρασες κατά πολύ τα όρια. Έφτασες στη δολοφονία και φαντάζομαι δεν ήταν η πρώτη φορά. Έκανες τα πάντα για να βρεις και να πάρεις κάτι."

Ο Nicolas δεν είχε διάθεση να τον αφήσει να πει πολλά ακόμη.

"Το τι πήρα να μη σε νοιάζει και να εύχεσαι να μη φτάσουμε στο σημείο να το μάθεις. Σας βαρέθηκα και σας και τα όριά σας. Έχουμε τόση δύναμη και τη κρατάμε για τον εαυτό μας. Τόση δύναμη μένει άχρηστη. Ε λοιπόν εγώ πλέον δεν έχω σκοπό να την αφήσω να πάει χαμένη από δω και πέρα."

"Οπότε δεν έχεις καμία θέση εδώ. Δε θέλουμε στη σύναξή μας δολοφόνους, ούτε και άτομα που δε συμφωνούν με τους κανόνες μας. Φύγε και να είσαι σίγουρος πως θα μας βρεις απέναντί σου στην επόμενη κίνησή σου."...αποκρίθηκε ο Lucas.

Ο Nicolas με το γνώριμο ειρωνικό του ύφος τον διέκοψε κοφτά...

"Βιάζεσαι. Νομίζεις πως είχα καμία όρεξη να έρθω στην ηλίθια συγκέντρωσή σας; Παρευρίσκομαι εδώ έχοντας ένα σκοπό. Νομίζω πως τις απόψεις μου αυτές περί μαγείας τις έχουν και άλλοι. Ίσως και κάποιοι ανάμεσά σας. Οπότε σας καλώ ανοιχτά και ξεκάθαρα. Ποιοι από εσάς θέλετε κάτι καλύτερο για τον εαυτό σας; Ποιοι βαρεθήκατε να κρύβεστε; Αν υπάρχει κανείς που θέλει να εκμεταλλευτεί τις δυνάμεις του, τα ξόρκια του, τις γνώσεις τόσων αιώνων, τώρα είναι στιγμή για να με ακολουθήσει. Ο κόσμος πρέπει να μας σέβεται, να μας υπηρετεί και αν δε το κάνει είναι στο χέρι μας να τον αναγκάσουμε."

Σταμάτησε να μιλά. Τη δήλωση που ήθελε να κάνει την είχε πια ξεστομίσει. Κοίταξε κάτω προς το πλήθος των μάγων. Ένοιωσε μια σχετική αμηχανία, αισθάνθηκε αγωνία, κάτι που δε το περίμενε.

"Τελευταία σας ευκαιρία. Ποιος είναι μαζί μου;"

Ο Lucas μίλησε αυστηρά...

"Δεν έχεις καμία δουλειά εδώ. Φύγε..."

Όμως έχασε τα λόγια του όταν είδε όλα τα μέλη των Dealtons και των Smiths να βγαίνουν μπροστά. Σε μερικά δευτερόλεπτα μερικοί ακόμη μάγοι τους ακολούθησαν.

Όλοι είχαν παγώσει. Ο Christopher βγήκε και αυτός μπροστά όχι γιατί ήθελε να ακολουθήσει τον Nicolas, αυτό δεν υπήρχε πιθανότητα ούτε για αστείο να συμβεί, αλλά για να κάνει μια προσπάθεια να τους μεταπείσει.

"Το σκεφτήκατε καλά; Θα σας οδηγήσει στη καταστροφή. Θα σας χρησιμοποιήσει σα πιόνια του και θα σας προδώσει μόλις θα του είστε άχρηστοι."

Κανένας δε μίλησε. Πήγαν μόνο και στάθηκαν πίσω από τον Nicolas. Και ο γιος των Winterbloods συνέχισε...

"Καλώς! Να ξέρετε όμως πως θα μας βρείτε μπροστά σας, όλους μας σε ότι κι αν σχεδιάζετε. Σας το είπε ο Lucas, σας το υπογράφω και εγώ."

Ο Silverlock δεν έδωσε σημασία στα λόγια του και με ένα πλέον τεράστιο χαμόγελο γύρισε και τους είπε...

"Κάνατε σοφή επιλογή! Και τώρα ελπίζω να είστε έτοιμοι για τη μεγαλειώδη μας έξοδο."

Τους ζήτησε να αγγίξουν όλοι ο ένας τον ώμο του αλλού, έκλεισε τα μάτια του και όταν τα άνοιξε δεν υπήρχε ίριδα, κόρη, ούτε καν το λευκό τμήμα γύρω από αυτά. Τα μάτια του είχαν γίνει μαύρα. Κρατώντας σφιχτά ένα μαύρο πετράδι στο δεξί του χέρι που είχε βγάλει από μια εσωτερική τσέπη είπε μόνο τρεις λέξεις...

"Αστραπή! Κεραυνός! Μεταφορά!"

Ακούστηκαν δυνατές βροντές. Όλοι μέσα στο ναό σήκωσαν τα κεφαλιά τους και κοίταξαν τον ουρανό. Τα αστέρια χάθηκαν μέσα σε μια στιγμή. Σύννεφα τα έκρυψαν. Η νύχτα έγινε μέρα από τις διαδοχικές αστραπές. Και ύστερα ήρθε το χάος. Οι κεραυνοί άρχισαν να πέφτουν βροχή. Γύρω από το ναό, μέσα σ' αυτόν. Επικράτησε πανικός. Παντού καπνός και χώμα. Κανένας δε πρόλαβε να αντιδράσει διαφορετικά, να χρησιμοποιήσει έστω κάποιο ξόρκι. Να προστατέψει τον εαυτό του και τους αγαπημένους του. Όχι βέβαια ότι θα κατάφερνε και τίποτε. Ο ουρανός έβρεχε φωτιά. Όλοι έτρεχαν να εγκαταλείψουν την εκκλησία όσο πιο γρήγορα μπορούσαν καθώς οι κεραυνοί έβαλαν φωτιά στα μικρά φυτά που υπήρχαν διάσπαρτα στο έδαφος και που είχαν ξεφυτρώσει μέσα από τις σπασμένες πέτρινες πλάκες του πατώματος. Οι τοίχοι άρχισαν να καταρρέουν από τα κτυπήματα που δέχονταν από το πανίσχυρα στοιχεία της φύσης. Οι μάγοι βγήκαν έξω, οι περισσότεροι, όχι όμως και όλοι. Πέντε λεπτά κράτησε η απόγνωση. Οι αστραπές σταμάτησαν, το ίδιο και οι κεραυνοί. Ο Nicolas και όσοι πήραν το μέρος του είχαν εξαφανιστεί. Οι κεραυνοί ήταν το μέσο διαφυγής τους. Φυσικά το πετράδι έκανε όλη τη δουλειά. Και μετά ξεκίνησε η αγωνία και ο θρήνος. Άντρες και γυναίκες κάθε ηλικίας έτρεξαν, πολλοί με δάκρυα στα μάτια, να δούμε τι απέγιναν αυτοί που δε κατάφεραν να βγούνε. Να ανασύρουν τους δικούς τους από τα χαλάσματα στα οποία είχε μετατραπεί ο ναός. Και τα νέα δεν ήταν ευχάριστα. Δύο μέλη της οικογένειας των Kells, μεταξύ των οποίων και ο Julius, κεραυνοβολήθηκαν και σκοτώθηκαν επί τόπου. Ο Tom Vator καταπλακώθηκε από έναν τοίχο. Την ίδια τύχη είχαν άλλοι δύο μάγοι. Πέντε μάγοι έχασαν τη ζωή τους. Πολλοί παραπάνω τραυματίστηκαν. Κραυγές οργής, θυμού, σπαραγμού ακούγονταν πια μόνο. Λίγοι έφυγαν αμέσως και κυρίως γιατί είχαν τρομοκρατηθεί. Οι περισσότεροι έμειναν εκεί για να βοηθήσουν και να συμπαρασταθούν στις οικογένειες που έχασαν τους δικούς τους, τους φίλους τους. Να περιποιηθούν και να μεταφέρουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα που χάθηκαν δίχως λόγο. Η ετήσια συνάντηση έληξε με τον πιο τραγικό τρόπο. Με τρόπο που κανένας δεν είχε ποτέ φανταστεί. Ο Christopher αφού βοήθησε όπως μπορούσε πήρε τους γονείς του και την Angelica με τη κόρη της, με τις οποίες ήταν οικογενειακοί φίλοι και επέστρεψαν στη Νέα Υόρκη. Είχαν μόνο μερικά επιπόλαια τραύματα που δε χρειάζονταν νοσοκομειακή φροντίδα. Γύρισαν στα σπίτια τους. Για δύο μέρες ο Christopher δεν ήθελε να σχολιάσει το θλιβερό γεγονός. Ούτε με τους δικούς του, ούτε με κανέναν. Πολλά τον χώριζαν και τον συνέδεαν με τον Nicolas. Δε περίμενε κάτι ιδιαίτερο από αυτόν, αλλά σε καμία περίπτωση δεν υποψιαζόταν αυτή την εξέλιξη.


Νέα Υόρκη, Δεκέμβριος 1982

Πρώτη μέρα του μήνα. Η θερμοκρασία είχε πέσει λίγο ακόμη. Οι κάτοικοι της Νέας Υόρκης εκείνη τη μέρα αντίκρισαν και μερικές νιφάδες με το που ξύπνησαν και βγήκαν από τα σπίτια τους για να πάνε στις δουλειές τους. Το έστω λιγοστό χιόνι δημιούργησε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα και λίγο μάλιστα γιορτινή μιας και τα Χριστούγεννα πλέον δεν ήταν πολύ μακριά. Αυτό δεν ίσχυε για όλους. Οι μάγοι που δε πήγαν με τον Nicolas ζούσαν μέσα στο φόβο. Αν ο σαραντάχρονος Silverlock δε δίστασε να αφήσει πίσω του νεκρούς, μόνο και μόνο στη προσπάθειά του να στρατολογήσει μάγους, ποιος ξέρει τι τους επιφύλασσε για τη συνέχεια. Οι περισσότεροι δεν έβγαιναν από τα σπίτια τους, εκτός και αν ήταν απόλυτη ανάγκη. Βέβαια υπήρχαν και λίγοι θαρραλέοι που δεν άλλαξαν τις συνήθειές τους υπό τη σκιά της απειλής του Nicolas. Κακώς...Δεν ήταν μόνο οι νιφάδες που έκαναν την εμφάνισή τους στον ουρανό της Νέας Υόρκης όμως εκείνο το πρωινό. Δεκάδες μαύρα κοράκια πετούσαν σε χαμηλό ύψος σε διάφορα μέρη της τεράστιας πόλης. Η πτήση τους όμως δε κράτησε και πολύ. Ενώθηκαν σε ομάδες και κάθισαν στη ταράτσα τεσσάρων πολυκατοικιών. Περίμεναν και παρατηρούσαν.

Ήταν 11 το πρωί όταν ο Cal Redstone επέστρεψε στο σπίτι του για να δει τη γυναίκα του, την Sophie με την οποία είχαν παντρευτεί πριν από έναν μήνα. Δούλευε σε ένα γραφείο μιας διαφημιστικής εταιρίας όχι πολύ μακριά από το διαμέρισμα επί της οδού Principal στο οποίο πρόσφατα μετακόμισαν και γύρισε γιατί είχε ξεχάσει έναν φάκελο με σημαντικά έγγραφα. Παράλληλα ήθελε να δει και τη γυναίκα του. Μετά από το περιστατικό στο ναό του St. Joseph, όποτε του δινόταν η ευκαιρία, ερχόταν στο σπίτι για να κάνει έναν έλεγχο, για να σιγουρευτεί πως όλα είναι καλά. Ήταν πολύ ερωτευμένος με την Sophie και την γλύκα που ζούσαν όλες αυτές τις μέρες μετά το γάμο τους τη διέλυσε ο Nicolas. Η πόρτα του ανελκυστήρα άνοιξε στον έβδομο όροφο και ο Cal κινήθηκε γοργά προς το διαμέρισμα με το νούμερο 19. Πάγωσε στιγμιαία όμως μόλις είδε την εξώπορτα ορθάνοιχτη. Έτρεξε μέσα φωνάζοντας το όνομα της αγαπημένης του. Καμία απάντηση δεν ήρθε. Μπήκε στη κουζίνα και την είδε πεσμένη μπρούμυτα στο πάτωμα. Φώναξε ξανά και ξανά...

"Όχι! Όχι! Όχι!"...

Πήγε να γονατίσει δίπλα της. Ήθελε να τη γυρίσει, να τη δει. Είχε μια ελπίδα μήπως ήταν ακόμη ζωντανή. Δε πρόλαβε. Μια δύναμη τον σήκωσε βίαια, τον πέταξε με ορμή στο ταβάνι. Κτύπησε το κεφάλι του, το αίμα άρχισε να τρέχει. Ζαλίστηκε αλλά δεν έχασε τις αισθήσεις του. Η δύναμη τον κρατούσε εκεί, κολλημένο, ακινητοποιημένο. Και τότε είδε τη φιγούρα ενός άντρα να μπαίνει στο δωμάτιο. Κοίταξε πιο προσεκτικά και διαπίστωσε πως ήταν ο πριν από κάποια χρόνια φίλος του, ο νεαρός John Dealton.

"Είναι ζωντανή; Τι της έκανες;"

"Σσσσσ, Σσσσσ, μη κουράζεσαι, δεν έχει καμία σημασία. Όλα θα τελειώσουν."...Απάντησε ο John με ιδιαίτερα κυνικό ύφος.

"Τα κατάφερε ο Silverlock. Σε έκανε και σένα δολοφόνο. Είμασταν φίλοι κάποτε!"...είπε ο Cal και αφού άκουσε από τον John να λέει..."Κάποτε όντως."...όλα πραγματικά τελείωσαν.

Ο John με μάτια από φωτιά τον άφησε να πέσει ένα μετρό περίπου και μετά τον πέταξε και πάλι με δύναμη επάνω. Το έκανε αυτό άλλη μια φορά και μετά τον άφησε να σωριαστεί στο έδαφος. Πέφτοντας κτύπησε το κεφάλι του στη γωνία του ξύλινου τραπεζιού και κατέληξε στα πλακάκια του πατώματος. Ακίνητος, δίπλα στη γυναίκα του, μέσα σε μια τεράστια ποσότητα αίματος, νεκροί κι δυο.

Πέντε χιλιόμετρα δυτικά, την ίδια ακριβώς ώρα, ο Lotus Torn τοποθετούσε νέα προϊόντα στα ράφια του μαγαζιού του. Ήταν ιδιοκτήτης ενός μικρού καταστήματος με βιολογικά προϊόντα στην οδό Hollow. Για τους πιο ειδικούς πελάτες και αυτούς που γνώριζαν κάτι παραπάνω το μαγαζί του Lotus ήταν το καλύτερο μέρος για να προμηθευτούν τα βότανα και όλα εκείνα τα απαραίτητα συστατικά για τη παρασκευή ενός φίλτρου. Ο εξηνταδιάχρονος μάγος ήταν γενικά ένας χαμογελαστός άνθρωπος, ήσυχος και καλοσυνάτος. Όμως το χαμόγελο είχε πια χαθεί από το πρόσωπό του. Στο ναό ο τοίχος που έπεσε σκότωσε τον καλύτερό του φίλο, τον αδελφικό του φίλο από τα παιδικά του χρόνια. Όταν ο Lotus άκουσε τον χαρακτηριστικό ήχο από το κουδουνάκι της εξώπορτας, άφησε τα σακουλάκια με τα βότανα στον πάγκο που βρισκόταν μπροστά του και μετακινήθηκε προς το μπροστινό τμήμα του καταστήματος για να εξυπηρετήσει τον πελάτη που προφανώς μπήκε. Αυτόν όμως που βρήκε να περπατά ανάμεσά στους πάγκους και τα διάφορα ράφια δεν ήταν πελάτης αλλά ο Jonah Smith. Ο Lotus κοκκίνισε από θυμό και χωρίς να το πολυσκεφτεί είπε απότομα...

"Δεν έχεις καμία δουλειά εδώ. Να φύγεις τώρα."

Ο Jonah αποκρίθηκε..."Υπομονή και θα φύγω σύντομα."...την ίδια στιγμή που τα μάτια του έπαιρναν πύρινο χρώμα. Ένα ρεύμα αέρα κτύπησε τον Lotus που αμέσως αντιστάθηκε. Το μαγαζί τραντάχτηκε. Οι δύο μάγοι στέκονταν ο ένας απέναντι στον άλλον. Αντιμέτωποι μέχρι τελικής πτώσης. Όμως ο Lotus έδειχνε αδικαιολόγητα αδύναμος. Τα κύματα της ενέργειας σάρωσαν το κατάστημα. Πάγκοι αναποδογύρισαν, ράφια γκρεμίστηκαν, βιτρίνες έσπασαν και όλα αυτά έμοιαζαν να μην είναι η κυρίως επίθεση του Jonah. Ο Lotus έπεσε στα γόνατα και έκλεισε τα μάτια του. Κατάλαβε ότι δε μπορεί να κάνει και πολλά και ας τον θεωρούσαν όλοι από τους πιο δυνατούς μάγους. Άνοιξε τα μάτια του και είδε τον Jonah να στέκεται μπροστά του. Ο τελευταίος γονάτισε και τον άγγιξε στο μέτωπο. Τα μάτια του πια ήταν κατάμαυρα. Του ψιθύρισε κάτι στο αυτί και απομακρύνθηκε. Ο Lotus σηκώθηκε, με βλέμμα αδιάφορο και άβουλο, πλησίασε σε ένα συρτάρι, το τράβηξε, έβγαλε από μέσα ένα περίστροφο, άνοιξε το στόμα του, τοποθέτησε την κάνη του όπλου ανάμεσα στα δόντια του και τράβηξε χωρίς δισταγμό τη σκανδάλη ενώ ένα δάκρυ έτρεχε στο μάγουλό του. Ο λευκός τοίχος από πίσω του βάφτηκε κόκκινος. Ο Jonah βγήκε από το κατάστημα και πριν έρθει η αστυνομία χάθηκε μέσα στους περαστικούς που η καθημερινότητά τους δεν τους άφησε και πολλά περιθώρια να ακούσουν τον θόρυβο, τον πυροβολισμό, να καταλάβουν το παραμικρό.

Ταυτόχρονα στο κέντρο του Manhattan ο Arthur McSteven βγήκε από την είσοδο του τεράστιου κτιρίου όπου δούλευε. Ήταν υπάλληλος σε ένα μεγάλο λογιστικό γραφείο. Μαζί με έναν συνάδελφό του κατευθύνθηκαν προς μια καντίνα που πουλούσε φαγητό στο χέρι. Θα έμεναν μέχρι αργά στο γραφείο και ήθελαν κάτι για να τους κρατήσει χορτάτους. Πήραν από ένα κρύο σάντουιτς, πλήρωσε ο Arthur και για τους δύο και ξεκίνησαν για το γραφείο. Δε κατάφερε όμως να κάνει πολλά βήματα. Τρεις πυροβολισμοί ακούστηκαν. Η πρώτη βολή αστόχησε, καρφώθηκε στο κράσπεδο. Η δεύτερη τον πέτυχε στον αριστερό βραχίονα. Η τρίτη όμως τον βρήκε στο κεφάλι, στον αντίστοιχο κρόταφο. Έπεσε κάτω μπροστά στα έκπληκτα μάτια του συναδέλφου του. Οι πυροβολισμοί σταμάτησαν. Ο φίλος του Arthur χωρίς να χάσει τη ψυχραιμία του, έσκυψε και βάζοντας τα δάκτυλά του στον λαιμό του, διαπίστωσε πως ήταν ήδη νεκρός. Αίμα άφθονο, κατακόκκινο πλημμύρισε τον χώρο. Το πλήθος γύρω τους έτρεχε πανικόβλητο, φωνάζοντας για βοήθεια και προσπαθώντας να καλυφθεί. Δε χρειαζόταν όμως. Ο ελεύθερος σκοπευτής που περίμενε υπομονετικά από πολύ πρωί στη ταράτσα μιας σχετικά χαμηλής γειτονικής πολυκατοικίας είχε φύγει τη στιγμή που ολοκλήρωσε την αποστολή του.

Μερικά τετράγωνα πιο κάτω ο Lucas Lightheart παρέδιδε μαθήματα ζωγραφικής και σχεδίου στους οκτώ μαθητές του. Ο Lucas, οικοδεσπότης της ετήσιας σύναξης εδώ και δέκα χρόνια τουλάχιστον, ήταν καθηγητής σε μια διάσημη σχολή καλών τεχνών. Το μάθημα είχε φτάσει στο τέλος του. Χαιρέτησε τους μαθητές του που ήταν όλων των ηλικιών και με τους οποίους είχε πολύ καλή και ιδιαίτερα φιλική σχέση, τους ξεπροβόδησε μέχρι την εξώπορτα της αίθουσας και επέστρεψε στη πολυθρόνα του και στο γραφείο του. Κοίταξε τις σημειώσεις του μέχρι να έρθουν οι μαθητές του επόμενου τμήματος και τότε πρόσεξε πως πάνω στο τρίτο θρανίο υπήρχε ακουμπισμένο ένα μικρό ξύλινο καφέ κουτί. Σκέφτηκε πως μάλλον θα το ξέχασε κάποιο από τα παιδιά του προηγούμενου μαθήματος. Σηκώθηκε από τη πολυθρόνα του, πλησίασε στο θρανίο, το έπιασε με το δεξί του χέρι και το περιεργάστηκε για λίγο. Πρόσεξε πως στο κέντρο του, στη μπροστινή του πλευρά, είχε ένα μικρό επίχρυσο κουμπί. Χωρίς να σκεφτεί πως το κουτί δεν είναι δικό του πίεσε το διακόπτη προς τα μέσα. Το καπάκι απελευθερώθηκε και πετάχτηκε αμέσως προς τα πάνω κάνοντας έναν αρκετά δυνατό θόρυβο που αποδείκνυε πως ήταν αεροστεγώς κλεισμένο. Μέσα υπήρχε μια μαύρη σκόνη που εκτοξεύθηκε στο πρόσωπό του. Έκλεισε αντανακλαστικά τα μάτια του, όμως το κακό είχε γίνει. Η σκόνη είχε ήδη μπει μέσα. Παράλληλα άρχισε να βήχει έντονα. Βγήκε βιαστικά από την αίθουσα. Έτρεξε στο διάδρομο βήχοντας και τρίβοντας τα μάτια του. Έφτασε στο τέλος του όπου ήταν οι τουαλέτες. Μπήκε μέσα, άνοιξε τη βρύση και έριξε άφθονο νερό στο πρόσωπό του που πλέον το ένιωθε να καίγεται. Το νερό τον ανακούφισε αρκετά. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Συνήλθε προς στιγμήν. Σήκωσε το κεφάλι του, πήρε χαρτί από μια θήκη στο πλάι και σκούπισε τα νερά. Πριν βγει από τη τουαλέτα κοίταξε τον εαυτό του για μια ακόμη φορά στον καθρέφτη. Τα μάτια του ήταν κατακόκκινα. Και τότε συνειδητοποίησε πως δεν ήταν μόνο αυτό. Μικρές σταγόνες αίματος άρχισαν να τρέχουν από αυτά, από τις άκρες τους. Βγήκε στο διάδρομο παραπατώντας και σφαδάζοντας από τον πόνο. Το αίμα έτρεχε όλο και περισσότερο, όχι μόνο από τα μάτια του αλλά και από τη μύτη και τα αυτιά του. Μπήκε με κόπο στο γραφείο του και προσπάθησε να φτάσει στο τηλέφωνο. Ήθελε να ζητήσει βοήθεια από τους Winterbloods. Αυτούς εμπιστευόταν πιο πολύ απ' όλους. Μάταια όμως. Μια καθηγήτρια άκουσε τις φωνές και βγήκε έντρομη από τη γειτονική αίθουσα στην οποία βρισκόταν να δει τι συμβαίνει. Είδε τον Lucas πεσμένο μπρούμυτα στο πάτωμα μέσα σε μια λίμνη αίματος και άρχισε να ουρλιάζει! Ο Lucas ήταν νεκρός και δολοφόνος δεν υπήρχε. Δεν ήταν παρών τουλάχιστον. Κανένας μάγος δε θα διακινδύνευε να αντιμετωπίσει ευθέως τον Lucas που ήταν ένας από τους πιο ικανούς μάγους της Νέας Υόρκης. Γι' αυτό και η δηλητηρίαση ήταν ίσως η μόνη σίγουρη οδός.

Το ίδιο πρωινό, περίπου την ίδια ώρα, στην οδό Libertine, ο Daniel και η Margaret Winterblood ήταν στο βιβλιοπωλείο τους, το Oblivion. Μαζί τους και ο γιος τους, ο Christopher. Ουσιαστικά αυτός ήταν που τα τελευταία χρόνια έπαιρνε τις πρωτοβουλίες σχετικά με το εμπόρευμα και είχε τη συνολική διαχείριση του οικογενειακού καταστήματος. Το συγκεκριμένο πρωινό οι γονείς του Christopher πέρασαν απλά για να του κάνουν λίγο παρέα και να πιούμε τον καφέ τους, πάντα φίλτρου. Ήταν ένα πολύ αγαπημένο ζευγάρι, μαζί για κάτι παραπάνω από 30 χρόνια, με μια ευδιάκριτη ευγένεια στο πρόσωπό τους και μάλιστα όχι ψεύτικη. Ο Daniel ήταν στα 60, η Margaret στα 58. Τελείωσαν τον καφέ τους, φόρεσαν τα πανωφόρια τους και η Margaret αγκάλιασε τον γιο της. Ο Christopher τους είπε λίγο πριν βγούνε από την εξώπορτα...

"Μα γιατί δε μένετε λίγο ακόμη;"

Η μητέρα του του χαμογέλασε και απάντησε...

"Παιδί μου το ξέχασες; Πρέπει να πάω να ετοιμάσω φαγητό και γλυκό. Το μεσημέρι περιμένουμε την Angelica και την Evelyn. Θα τους κάνουμε το τραπέζι! Ότι πρέπει για να περάσουμε χαρούμενα την ώρα μας και να ξεχάσουμε όσο είναι δυνατόν τα τελευταία γεγονότα."

"Α ναι! Μου είχε διαφύγει! Τέλεια! Η Angelica και η Evelyn δεν είναι απλά φίλες, είναι οικογένεια."...είπε ο Christopher καθώς τους χαιρετούσε. Έκλεισαν τη πόρτα πίσω τους, κούμπωσαν καλά τα παλτά τους μιας και το χιόνι έπεφτε πυκνό, μπήκαν στο αυτοκίνητό τους και ξεκίνησαν για το σπίτι. Θα μπορούσαν να περπατήσουν μιας και το διαμέρισμα δεν ήταν πολύ μακριά. Με αυτό το κρύο όμως το αυτοκίνητο ήταν πολύ καλύτερη λύση.

Ο Christopher άρχισε να βάζει μερικά νέα βιβλία σε μια μικρή βιβλιοθήκη στη πίσω μεριά της βιτρίνας. Άκουσε έναν ανεπαίσθητο θόρυβο και κοίταξε προς την εξώπορτα. Ήταν κλειστή. Τότε πρόσεξε πως στο πάτωμα και ακριβώς μέσα από αυτήν υπήρχε ένα λευκό χαρτί διπλωμένο στη μέση. Σκέφτηκε πως το έριξαν εκείνη τη στιγμή, αφού πέντε λεπτά πριν, όταν έφυγαν οι δικοί του, δεν ήταν εκεί. Κάποιος από τους τρεις τους θα το είχε δει. Πλησίασε, έσκυψε και το μάζεψε. Το ξεδίπλωσε και διάβασε από μέσα του αυτό που έγραφε...

"Έπρεπε να τους αποχαιρετήσεις..."

Ζαλίστηκε και έκλεισε τα μάτια του. Ένιωσε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του. Άφησε το χαρτί να πέσει στο έδαφος. Δε σκέφτηκε ούτε σακάκι να φορέσει, ούτε το μαγαζί να κλειδώσει, το μόνο που είχε στο νου του ήταν οι γονείς του. Μήπως προλάβει. Παράτησε την εξώπορτα ανοιχτή και άρχισε να τρέχει...

Τρία χιλιόμετρα πιο ψηλά στην οδό Libertine ο Nicolas Silverlock περπατούσε στη μέση του δρόμου, ανάμεσα στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς το Oblivion. Οι κόρνες των αυτοκινήτων δε τον απασχολούσαν καθόλου. Με μάτια πύρινα περίμενε υπομονετικά, έψαχνε σχολαστικά. Και τότε είδε το αυτοκίνητο των Winterbloods. Ήταν πίσω από ένα ταξί, μόλις πενήντα μέτρα από αυτόν. Τίναξε το δεξί του χέρι προς τα αριστερά και το ταξί, που για καλή του τύχη δεν είχε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα, βγήκε από τη πορεία του. Έπεσε πάνω σε δύο παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Τίποτε δεν υπήρχε πλέον ανάμεσά σε αυτόν και τους Winterbloods. Τους κοίταξε στα μάτια με βλέμμα αδίστακτο. Σήκωσε το κεφάλι του και είδε τα δεκάδες κοράκια που πετούσαν σε χαμηλό ύψος. Είχαν δημιουργήσει ένα ανατριχιαστικό σμήνος και με τις κραυγές τους σκορπούσαν το τρόμο. Μουρμούρησε μερικές λέξεις σε μια άγνωστη γλώσσα και τότε τα κοράκια έκαναν βουτιά. Μια βουτιά θανάτου προς το αυτοκίνητο των Winterbloods. Με τη βοήθεια της μεγάλης ταχύτητας, με τα αιχμηρά τους ράμφη και με τη χρήση λίγης μαγείας έσπασαν το παρμπρίζ του αυτοκινήτου και μπήκαν μέσα τραυματίζοντας τον Daniel και την Margaret ανεπανόρθωτα στον θώρακα και στο κρανίο. Ο πρώτος που ήταν και ο οδηγός έχασε τον έλεγχο του οχήματος, το οποίο πέρασε στο αντίθετο ρεύμα και συγκρούστηκε μετωπικά με ένα λεωφορείο, που δε σταμάτησε αμέσως. Έσυρε το αυτοκίνητο των Winterbloods μερικά μέτρα προς τα πίσω, μέχρι που ξαφνικά μετά από μια μικρή έκρηξη αυτό τυλίχθηκε στις φλόγες. Τα κοράκια που επέζησαν πέταξαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο Silverlock χάθηκε και αυτός μαζί τους, μέσα στο χάος που ο ίδιος δημιούργησε. Οι κάτοικοι της Νέας Υόρκης που έγιναν μάρτυρες της δολοφονικής επίθεσης είτε έτρεχαν κατατρομαγμένοι να σωθούν, είτε προσπαθούσαν να δούνε αν μπορούν να βοηθήσουν. Δεν υπήρχε όμως κανένας πια ζωντανός για να κάνουν κάτι. Κάποιοι ειδοποίησαν τη πυροσβεστική υπηρεσία και τότε ήταν που ο Christopher κατέφθασε. Είχε προλάβει και είχε δει τα κοράκια που έφευγαν, είχε δει και τη φωτιά, όμως από μακριά και ενώ ήταν πια αργά. Ιδρωμένος από την αγωνία, με δάκρυα στα μάτια όρμηξε προς το φλεγόμενο αυτοκίνητο φωνάζοντας πως είναι το αυτοκίνητο των γονιών του. Τον σταμάτησαν όμως οι πιο ψύχραιμοι που ήταν εκεί. Τον τράβηξαν στην άκρη, ενώ μέσα σε πέντε λεπτά είχε έρθει και ένα πυροσβεστικό όχημα. Η φωτιά έσβησε αμέσως, ο Christopher όμως δεν είχε κουράγιο να πλησιάσει, να αντικρίσει σε αυτή τη κατάσταση τους γονείς του. Έμεινε εκεί δίπλα στο πεζοδρόμιο, πεσμένος στα γόνατα, κοντά στα νεκρά κοράκια, στο αίμα, στα σκορπισμένα τμήματα του αυτοκινήτου, χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη, χαμένος σε έναν δικό του κόσμο.

Το βράδυ της ίδιας μέρας ο Nicolas περπατώντας στους δρόμους της Νέας Υόρκης έκανε τον απολογισμό του. Τον σκοπό του τον πέτυχε και με το παραπάνω. Η επιτυχία μάλιστα του ίδιου και όσων τον ακολούθησαν ήταν απόλυτη. Βέβαια δε μπορούσε να γίνει αλλιώς. Το ξόρκι που έκανε κάτω από το δέντρο πριν μπει στην εκκλησία του St. Joseph στέρησε σε όποιον βρισκόταν μέσα στο ναό κάθε δυνατότητα αντίστασης στο οποιοδήποτε ξόρκι. Εννοείται πως αντέστρεψε το ξόρκι σ' αυτούς που λίγο αργότερα πήγαν με το μέρος του και έφυγαν μαζί του. Ήθελε να βγάλει από τη μέση τους ανταγωνιστές του, αυτούς που στο μέλλον θα στέκονταν στο δρόμο του. Όχι όλους, κάτι τέτοιο ήταν έτσι κι αλλιώς αδύνατο. Τους αποδεκάτισε όμως. Αυτός ήταν ο πραγματικός στόχος του. Αυτός και οι προσωπικές του εκκρεμότητες. Γνώριζε πως οι εχθροί του θα ανασυντάσσονταν. Θα ήταν όμως λιγότεροι και ο ίδιος θα τους περίμενε καρτερικά. Τότε θυμήθηκε ξανά το ξόρκι της Notre Dame. Έβγαλε τη μεταλλική πλακέτα, τη κοίταξε για μια ακόμη φορά και το μόνο που σκέφτηκε ήταν να μη φτάσει στο σημείο να το χρησιμοποιήσει. Σήκωσε το χέρι του, σταμάτησε ένα ταξί και μπήκε μέσα. Είπε τη διεύθυνση στον οδηγό και βυθίστηκε γεμάτος ικανοποίηση στο κάθισμα. Το κυνήγι για την ώρα είχε τελειώσει.

Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

10. Όταν Σταμάτησε Ο Χρόνος

Ήταν ξαπλωμένος στο διπλό του κρεβάτι και είχε τα μάτια του ορθάνοιχτα εδώ και ώρα. Εκείνη τη νύχτα ο Christopher είχε κοιμηθεί ελάχιστα. Βέβαια δεν ήταν η πρώτη φορά που η αϋπνία έκανε την εμφάνισή της. Έξω ακόμη δεν είχε ξημερώσει. Σκέφτηκε πως δεν υπήρχε κανένας λόγος να μένει στο κρεβάτι. Αμέτρητες σκέψεις τον έκαναν να χάσει τον ύπνο του από νωρίς. Έτσι κι αλλιώς ο Christopher δεν ήταν και πολύ του ύπνου. Λίγες ώρες την ημέρα του αρκούσαν για να ξεκουραστεί. Παραπάνω θεωρούσε πως απλά είναι χάσιμο χρόνου. Πέταξε στο πλάι το ασπρόμαυρο πάπλωμα και σηκώθηκε από το κρεβάτι. Βγήκε από το δωμάτιό του, δε γύρισε να κοιτάξει τον Dominic που κοιμόταν με την Amy και ας πέρασε από δίπλα τους και κατευθύνθηκε προς το μπάνιο. Αμέσως έβγαλε τα λίγα ρούχα που φορούσε, μπήκε στη ντουζιέρα και άφησε το ζεστό νερό να πέσει άφθονο επάνω του. Ήθελε όσο τίποτε άλλο εκείνη τη στιγμή να χαλαρώσει και αυτός ήταν ο καλύτερος τρόπος για να το κάνει. Δεν έγινε όμως έτσι ακριβώς. Το μυαλό του είχε κολλήσει στο ημερολόγιο που είχε ανακαλύψει τη προηγούμενη μέρα κάτω από το ξύλινο πάτωμα του απαγορευμένου δωματίου. Ο αρχικός ενθουσιασμός είχε πια φύγει. Επί τουλάχιστον τριάντα λεπτά στεκόταν ακίνητος με τα μάτια κλειστά και με το κεφάλι του ακουμπισμένο στα πλακάκια του τοίχου της ντουζιέρας, ενώ το σχεδόν καυτό νερό έπεφτε επάνω του. Η σκέψη του ταξίδευε. Δεν είχε αρχίσει να αμφιβάλλει για το περιεχόμενο του ημερολογίου. Το αντίθετο. Με βάση αυτά που ήδη γνώριζε για τον εαυτό του καταλάβαινε πως ότι ήταν γραμμένο εκεί μέσα ήταν πέρα για πέρα αληθινό. Και αυτό ήταν που τον άγχωνε όσο περνούσε η ώρα όλο και περισσότερο. Την ιδιαιτερότητά του, αυτό που τον έκανε τόσο ξεχωριστό το ήξερε πάντοτε. Ήταν σχεδόν το μοναδικό που θυμόταν, μαζί με μερικά όνειρα. Απλά δε μπορούσε να εξηγήσει μέχρι τώρα το πώς και κυρίως το γιατί του προέκυψε. Κακές επιλογές, δύσκολες στιγμές, πρόσωπα του παρελθόντος είχαν διαγραφεί. Και τώρα όλες αυτές οι μνήμες επέστρεψαν. Τα κομμάτια του παζλ συμπληρώθηκαν. Τα όνειρα επιβεβαιώθηκαν. Και η απορία του ήταν τεράστια. Πως ήταν δυνατόν να ξεχάσει κάτι τόσο μεγάλο; Κάτι τόσο σοβαρό; Φυσικά η εξήγηση τώρα πια του φαινόταν απλή. Το άγχος τον πλημμύρισε. Η αγωνία του εκτοξεύθηκε στα ύψη. Θα είχε τη δύναμη αυτή τη φορά να κάνει τις σωστές επιλογές που θα έφερναν τη χαμένη από καιρό ισορροπία; Δεν ήταν όμως μόνο αυτό. Παράλληλα με τις αποκαλύψεις για το παρελθόν, την ανησυχία για το μέλλον που ερχόταν απειλητικό και που όπως όλα έδειχναν δε θα αργούσε, είχε να αντιμετωπίσει και την Spellbound. Μπροστά στις τόσες ευθύνες άρχισε να νιώθει πως πνίγεται, πως δε του φτάνει ο αέρας. Άνοιξε τα μάτια του, έκλεισε τη βρύση απότομα, άρπαξε μια πετσέτα που κρεμόταν δίπλα, βγήκε από τη ντουζιέρα και στάθηκε μπροστά στον καθρέφτη. Άφησε τη πετσέτα να πέσει στο πάτωμα, κοίταξε επίμονα το είδωλό του, στηρίχτηκε με δύναμη επάνω στον νιπτήρα και τότε τα μάτια του πυράκτωσαν και τα αντικείμενα τριγύρω, η σαπουνοθήκη, το ποτήρι με τις οδοντόβουρτσες, μπουκάλια που περιείχαν προϊόντα προσωπικής υγιεινής και διάφορα άλλα ανυψώθηκαν στον αέρα. Εκείνη τη στιγμή η πόρτα άνοιξε και εισέβαλε μέσα η Amy.

"Σου φωνάζω τόση ώρα, τι έπαθες;"

Ήθελε κι άλλα να πει, να του βάλει τις φωνές για πλάκα, όμως το θέαμα του γυμνού Christopher σε συνδυασμό με τα ιπτάμενα αντικείμενα την αποστόμωσαν. Ο Christopher τρόμαξε στιγμιαία. Το βλέμμα του επανήλθε στο φυσιολογικό και τα αντικείμενα έπεσαν στο πάτωμα. Μερικά μάλιστα έσπασαν. Η Amy γεμάτη έκπληξη τον ρώτησε...

"Τι συμβαίνει εδώ; Τι έχεις πάθει από χθες; Και ρίξε κάτι επάνω σου..."

Ο Christopher παίρνοντας τη πετσέτα από το πάτωμα βγήκε από το μπάνιο και πηγαίνοντας στο δωμάτιό του για να ντυθεί της απάντησε...

"Έρχομαι σε δυο λεπτά, βρες μια δικαιολογία και στείλε κάπου τον Dominic. Πρέπει να μιλήσουμε μόνοι μας."

Σκούπισε τα μαλλιά του, άνοιξε τη ντουλάπα του, έβγαλε ένα μαύρο παντελόνι και ένα μαύρο πουκάμισο και ντύθηκε βιαστικά. Άκουσε τον Dominic να φεύγει από το σπίτι και βγήκε από το υπνοδωμάτιο. Βρήκε την Amy να κάθεται σε μια από τις πολυθρόνες και κάθισε κι αυτός στον καναπέ απέναντί της.

"Που τον έστειλες; Δε φαντάζομαι να κατάλαβε κάτι. Δε θέλω να νομίζει πως δεν τον υπολογίζω. Απλά αυτά που θέλω να συζητήσουμε αφορούν κυρίως εμάς τους δύο. Αργότερα θα τον ενημερώσουμε."

Η Amy που είχε αρχίσει να υποψιάζεται τι είχε γίνει απάντησε ήρεμα...

"Τον έστειλα να μας φέρει πρωινό. Δε νομίζω να κατάλαβε κάτι αφού κοιμόταν μέχρι τώρα. Μόλις ξύπνησε του είπα να μην αργήσει καθώς έχουμε να φύγουμε μετά."

Ο Christopher με ύφος σοβαρό και αρκετά αυστηρό μπήκε κατευθείαν στην ουσία.

"Περίμενα να αναλάβεις δράση πιο σύντομα. Δε φέρθηκες πολύ υπεύθυνα και ομολογώ πως με εξέπληξε αυτό."

Η Amy κατέβασε το κεφάλι και απάντησε χαμηλόφωνα...

"Βρήκες το βιβλίο. Τα έμαθες όλα!"

"Ναι και δε καταλαβαίνω γιατί έπρεπε να βρω το ημερολόγιο για να τα μάθω. Δεχθήκαμε τόσες επιθέσεις. Δε νομίζεις πως ήταν όλος αυτός ο πανικός που ζήσαμε ένας καλός λόγος για να μου μιλήσεις; Να μου πεις ποιος είμαι, τι έγινε στο παρελθόν. Αφού τα ήξερες. Γι' αυτό με είχες από κοντά τόσα χρόνια και εσύ και η οικογένειά σου."

Η Amy απάντησε ανεβάζοντας την ένταση της φωνής της...

"Δεν είναι έτσι. Και εγώ και η οικογένειά μου δε σε είχαμε απλά από κοντά. Σε θεωρούμε μέλος της, δικό μας άνθρωπο. Σε αγαπάμε όσο δε μπορείς να φανταστείς."

Σταμάτησε να μιλά ενώ δάκρυα γέμισαν τα μάτια της. Ο Christopher της έπιασε το χέρι ενώ ταυτόχρονα της σκούπισε τα δάκρυα που έτρεχαν πλέον στα μάγουλά της με τη παλάμη του αλλού του χεριού.

"Δεν αμφέβαλα ποτέ για την ειλικρίνεια της σχέσης μας. Απλά μας έπεσαν πολλά και όπως φαίνεται έρχονται και άλλα. Θα μπορούσα αν γνώριζα την αλήθεια να είμαι πιο προετοιμασμένος, να σε προστατέψω πιο αποτελεσματικά."

Την αγκάλιασε σφιχτά, της έδωσε ένα φιλί στο μάγουλο και καθώς σηκωνόταν όρθιος πρόσθεσε...

"Όπου να ναι έρχεται ο Dominic. Ας αλλάξουμε κουβέντα για να συνέλθουμε λίγο. Ας κρατήσουμε για τώρα αυτή τη συζήτηση μεταξύ μας."

Τα χαμόγελα επανήλθαν στα πρόσωπά τους, η Amy απλά κούνησε το κεφάλι της καταφατικά για να δείξει ότι συμφωνεί και ρώτησε κάτι τελευταίο.

"Πως νιώθεις που τα έμαθες όλα;"

Ο Christopher αφού αναστέναξε της απάντησε...

"Έχω σοκαριστεί και έχω αγχωθεί σε τραγικό βαθμό. Στην αρχή ένιωθα ανακουφισμένος μα τώρα το αντίθετο. Νιώθω πλέον τεράστια πίεση και ευθύνη. Είδες που πήγα να διαλύσω το μπάνιο πριν. Αν δε με διέκοπτες ποιος ξέρει τι θα γινόταν εκεί μέσα. Τόσα μυστικά, τόσα γεγονότα, τόσα πρόσωπα, πραγματικά όλες αυτές τις νέες πληροφορίες δε τις χωρά το μυαλό μου. Δε θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ το μέγεθος της αλήθειας."

Εκείνη τη στιγμή κτύπησε το κουδούνι της εξώπορτας. Ο Dominic είχε επιστρέψει. Η Amy του άνοιξε και αμέσως κατευθύνθηκε στην κουζίνα. Πήρε μερικά πιάτα και ποτήρια, τα μοίρασε στους δύο άντρες του σπιτιού, αφού κράτησε και για τον εαυτό της και όλοι μαζί κάθισαν στο τραπέζι της μικρής κουζίνας για να απολαύσουν τον χυμό τους και μερικά γαλλικά κρουασάν που ο Dominic μόλις είχε φέρει.

Συζήτησαν περί ανέμων και υδάτων και σε λίγο σηκώθηκαν, ετοιμάστηκαν, εξοπλίστηκαν με όπλα, στιλέτα και φίλτρα και ξεκίνησαν για το σπίτι που ο Dominic έμενε μαζί με τον νεαρό μάγο Jake μέχρι τη στιγμή που ο Christopher τον έσωσε από τα χέρια των δολοφόνων της Spellbound εκείνη τη βροχερή νύχτα. Είχε περάσει ενάμιση περίπου μήνας που έλεγαν πως θα πάμε εκεί μιας και ο Dominic ήθελε να πάρει κάποια πράγματά του αλλά, μια οι γιορτές των Χριστουγέννων που πλησίαζαν, μια η επίθεση στην Amy και η νοσηλεία της στο νοσοκομείο που ακολούθησε, το είχαν παραμελήσει παραπάνω βέβαια απ' ότι θα έπρεπε.

Βγήκαν από τη πολυκατοικία και έψαξαν να βρούνε ένα ταξί. Δεν ήθελαν να χάσουν όλη τους τη μέρα στη μετακίνηση μιας και το σπίτι που ο Dominic διέμενε δεν ήταν ιδιαίτερα κοντά τους. Την ιδέα του να πάρουν το λεωφορείο που ο Christopher λάτρευε να χρησιμοποιεί την εγκατέλειψαν από νωρίς. Το ταξί βρέθηκε γρήγορα. Σε όλη τη διαδρομή δεν αντάλλαξαν λέξη. Ο καθένας ήταν χαμένος στις δικές του σκέψεις. Η Amy βέβαια στο μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής είχε στα αυτιά της ακουστικά και άκουγε το ίσως πιο αγαπημένο της συγκρότημα, τους Kamelot. Κουνούσε ρυθμικά το κεφάλι της αν και πολύ θα ήθελε να σιγοτραγουδάει. Τον Christopher και τον Dominic σαφώς και δε τους ντρεπόταν. Έλα όμως που υπήρχε και ο οδηγός του ταξί.

Μετά από αρκετή ώρα μιας και η κίνηση στους δρόμους ήταν ιδιαίτερα αυξημένη έφτασαν στη διεύθυνση που ο Dominic είχε πει στον οδηγό. Πλησίασαν στην είσοδο μιας παλιάς αλλά καλοδιατηρημένης πολυκατοικίας. Ανέβηκαν τα πέντε πέτρινα σκαλιά και στάθηκαν μπροστά στη κλειδωμένη εξώπορτα. Ο Dominic έβγαλε ένα κλειδί από τη τσέπη του παντελονιού του, ξεκλείδωσε και σπρώχνοντας προς το εσωτερικό τη ξύλινη πόρτα μπήκε πρώτος μέσα. Μπαίνοντας ο Christopher ένιωσε ένα περίεργο συναίσθημα, μια μικρή ενόχληση στο κεφάλι του. Σα να τον διαπέρασε στιγμιαία ηλεκτρικό ρεύμα. Αμέσως σκέφτηκε το ξόρκι ετοιμότητας που είχε κάνει στον εαυτό του μετά την επίθεση που είχε δεχθεί εκείνο το βράδυ του Δεκεμβρίου στο βιβλιοπωλείο του. Μάλιστα διερωτήθηκε μέσα του αν το ξόρκι αυτό μετά από τόσο καιρό είχε ακόμα ισχύ. Άρπαξε την Amy που προχωρούσε μπροστά του από το χέρι και της είπε ψιθυριστά...

"Κάτι δε μου αρέσει, κάτι δε πάει καλά!"

Περίμεναν να κατέβει ο θάλαμος του παλιού ανελκυστήρα. Ο Christopher προσπάθησε να μη δείξει την ανησυχία του. Μπήκαν μέσα, έκλεισαν τις εσωτερικές πόρτες και ανέβηκαν στον πέμπτο όροφο. Σε ένα λεπτό και οι τρεις τους βρίσκονταν στο μικρό διαμέρισμα που αποτελούσε τη προηγούμενη κατοικία του Dominic. Το σπίτι είχε έναν αρκετά μεγάλο ενιαίο χώρο που το χρησιμοποιούσαν για καθιστικό, στην άκρη του οποίου υπήρχε η κουζίνα. Ένας διάδρομος οδηγούσε σε ένα ακόμη δωμάτιο.

"Πάω πίσω στη κρεβατοκάμαρα."...τους είπε ο Dominic καθώς περπατούσε στο διάδρομο. Ο Christopher και η Amy περιεργάζονταν με τα μάτια τους το δωμάτιο και μόλις έμειναν μόνοι η Amy ρώτησε...

"Τι συμβαίνει;"

"Δε ξέρω, κάτι ένιωσα. Μπορεί να ήταν και ιδέα μου."...της απάντησε και κάθισε σε μια δερμάτινη πολυθρόνα ενώ χάζευε τριγύρω τον αρκετά τακτοποιημένο και λιτό από πλευράς διακόσμησης χώρο. Η Amy πήγε δίπλα σε μια βιβλιοθήκη που ήταν τοποθετημένη στον ανατολικό τοίχο και έβλεπε τα βιβλία. Τα περισσότερα ήταν μυθιστορήματα και κυρίως αστυνομικά. Όταν το βλέμμα της έφτασε στο κάτω ράφι είδε πολλά παλιά και φθαρμένα βιβλία. Έσκυψε και τράβηξε ένα και μέσα βρήκε ακριβώς αυτό που περίμενε. Αμέτρητα ξόρκια. Την ίδια στιγμή ο Christopher παρατηρούσε τα υπερβολικά λίγα αντικείμενα που υπήρχαν πάνω σε ένα γραφείο. Στην άκρη του στεκόταν μια κορνίζα με μια φωτογραφία του Dominic στην οποία δεν ήταν μόνος του αλλά μαζί με έναν φίλο του. Κοίταξε προσεχτικά τη φωτογραφία και ξαφνικά πετάχτηκε από τη θέση του. Με γρήγορα βήματα πήγε στο γραφείο, πήρε τη κορνίζα στα χέρια του, κοίταξε προσεκτικά την εικόνα, την άφησε πάλι πάνω στο γραφείο και κατευθύνθηκε προς το διάδρομο. Η Amy βλέποντάς τον τοποθέτησε βιαστικά και πρόχειρα το βιβλίο που κρατούσε πίσω στο ράφι και τον ακολούθησε στη κρεβατοκάμαρα.

Ο Christopher έσπρωξε με το χέρι του τη πόρτα που ο Dominic είχε κλείσει μπαίνοντας και τον είδε να κρατά μια κόκκινη μάλλινη μπλούζα. Μπήκε στο δωμάτιο και σε δύο δευτερόλεπτα ήρθε και η Amy.

"Μια από τις πιο αγαπημένες μου μπλούζες και μιας και είναι καθαρή τώρα θα τη φορέσω κιόλας."...είπε με ενθουσιασμό ο Dominic. Ο Christopher δεν απάντησε, απλά παρατηρούσε. Η ανησυχία του εντάθηκε καθώς άρχισε να καταλαβαίνει το τι συμβαίνει. Είναι δυνατόν να νιώθει κάποιος τόσο ευδιάθετος τη στιγμή που επισκέπτεται το σπίτι του δολοφονημένου του φίλου; Έκανε νόημα στην Amy να μη μιλήσει και συνέχισε να βλέπει τον Dominic που πλέον είχε βγάλει το σακάκι του και εκείνη τη στιγμή έβγαζε και τη μονόχρωμη μαύρη μπλούζα του. Δε φορούσε φακελάκι ή οτιδήποτε άλλο από κάτω. Το βλέμμα του Christopher καρφώθηκε στον αριστερό βραχίονα του Dominic. Έπιασε με το χέρι του το μέτωπό του. Έκλεισε τα μάτια του γεμάτος έκπληξη και απογοήτευση. Τέτοια εξέλιξη δε τη περίμενε. Το μυαλό του ταξίδεψε πίσω, για δεύτερη φορά μέσα στη μέρα. Προς στιγμήν χάθηκε, ήταν ουσιαστικά απών. Άνοιξε τα μάτια του και βρισκόταν στο βιβλιοπωλείο του. Ήταν σκοτάδι. Αμέσως κατάλαβε πως ξαναζούσε τη βραδιά της επίθεσης εκείνο το βράδυ του Δεκέμβρη στο αγαπημένο του Oblivion. Όμως ξαναζούσε τα γεγονότα από άλλη σκοπιά. Σα τρίτο πρόσωπο, σαν ένας παρατηρητής έβλεπε από απόσταση τον εαυτό του να αντιμετωπίζει τον άγνωστο άντρα. Δεν είδε πολλές λεπτομέρειες, μόνο αυτή που τον αφορούσε περισσότερο. Ο Christopher εκείνη τη νύχτα, μέσα στο σκοτάδι που ο ίδιος με τα ξόρκια του είχε δημιουργήσει, κατάφερε ένα αρκετά βαθύ κόψιμο με το στιλέτο του στον βραχίονα του επίδοξου δολοφόνου του, λίγο πριν αυτός το βάλει στα πόδια και χαθεί στους γύρω δρόμους. Δεν είχε συγκρατήσει τα χαρακτηριστικά του προσώπου του αφού τα είχε δει αμυδρά. Τώρα όμως ήταν διαφορετικά.

Άνοιξε τα μάτια του και αυτή τη φορά βρισκόταν στο δωμάτιο με την Amy και τον Dominic. Ο τελευταίος δεν είχε προλάβει ακόμη να βάλει τη κόκκινη μπλούζα. Είχε απλά ανοιγοκλείσει τα μάτια του και ας ένιωσε πως έλειπε για κάποια λεπτά. Ο εκνευρισμός του δε μπορούσε πια να κρυφτεί. Αμέσως μπήκε στο θέμα. Χρόνος για χάσιμο δεν υπήρχε οπότε ρώτησε...

"Αυτό το κόψιμο, που δείχνει πρόσφατο, ψηλά στο χέρι σου πως το έπαθες;"

Ο Dominic φόρεσε τη μπλούζα και χαμογελώντας είπε...

"Κάπου κόπηκα, ούτε που θυμάμαι."

Ο Christopher ήταν έτοιμος να εκραγεί. Τα μάτια του πήραν το χρώμα της φωτιάς. Η Amy δε μπορούσε να καταλάβει αν ήταν έτοιμος να κάνει κάποιο ξόρκι ή αν απλά ήταν εκνευρισμένος. Δε μπορούσε να εξηγήσει τη συμπεριφορά του αφεντικού της από τη στιγμή που έφτασαν στη πολυκατοικία.

"Τι συμβαίνει; Θα μου πει κάποιος από τους δύο σας τι παίζεται από την ώρα που ήρθαμε εδώ;"

"Είναι απλό. Ο Dominic είπε ότι δε θυμάται πως κόπηκε όμως εγώ θυμάμαι πολύ καλά. Βλέπεις εγώ του το έκανα πριν από περίπου δύο μήνες στο βιβλιοπωλείο όταν δέχθηκα τους πυροβολισμούς."

Η Amy έκλεισε το στόμα της με τα δύο της χέρια. Τα μάτια της γέμισαν δάκρυα και με κόπο ψέλλισε...

"Μου λες πως ο Dominic ήταν αυτός που σου επιτέθηκε; Πες μου πως με κοροϊδεύεις. Πες μου πως μου κάνετε πλάκα."

"Δε σου κάνω πλάκα. Ξέρεις ότι τέτοιου είδους χιούμορ δε μου αρέσει. Άρχισα να βλέπω την αλήθεια πριν από λίγο, όταν είδα πως η φωτογραφία έξω στο γραφείο δεν έδειχνε κάποιον από τους δύο νεαρούς μάγους που βρήκα σφαγμένους στο εγκαταλελειμμένο διαμέρισμα, κάποιον από τους υποτιθέμενους φίλους. Αντίθετα το πρόσωπο στη φωτογραφία ήταν ίδιο με τον έναν από τους δύο άντρες που κόντεψα να σκοτώσω εκείνο το βράδυ. Στη φωτογραφία έξω είναι το πρόσωπο ενός μέλους της Spellbound. Amy πάρε τα πράγματά σου να φύγουμε."...κατέληξε απότομα ο Christopher, η Amy όμως δεν υπήρχε πιθανότητα εκείνη τη στιγμή να τον ακούσει.

"Δε πάω πουθενά!"...είπε ενώ σκούπιζε τα μάτια της. Πλησίασε τον Dominic, τον έσπρωξε προς τα πίσω, τον χαστούκισε φανερά θυμωμένη και συνέχισε μιλώντας οργισμένα αλλά και ταυτόχρονα έτοιμη να βάλει τα κλάματα, ξανά...

"Δε θα πεις τίποτε; Δε θα τα αρνηθείς όλα αυτά;"

Ο Dominic χωρίς δισταγμό απλά άρπαξε το περίστροφο που ο Christopher του είχε δώσει και που, για να αλλάξει μπλούζα, το είχε τοποθετήσει σε ένα κομοδίνο δίπλα του. Το σήκωσε και σημάδεψε τον μάγο. Στο πρόσωπό του υπήρχαν ανάμεικτα συναισθήματα. Θα περίμενε να δει κανείς έστω ένα ειρωνικό χαμόγελο, κάτι που να έδειχνε κακία αλλά το μόνο που οι δύο μάγοι παρατήρησαν ήταν δυσφορία. Η Amy απομακρύνθηκε και τα δάκρυα τελικά άρχισαν και πάλι να κυλάνε στα μάγουλά της.

"Ήταν λάθος να έρθουμε όλοι μαζί εδώ. Χαλάρωσα υπερβολικά το τελευταίο μήνα. Βέβαια ίσως υποσυνείδητα να ήθελα να γίνει αυτό γιατί νιώθω τόσο μπερδεμένος μέσα μου. Από την αρχή κατάλαβα πως η αποστολή αυτή θα ήταν ιδιαίτερα δύσκολη. Θα δοκιμάζονταν τα όριά μου. Ναι, τους δύο μάγους ούτε που τους ήξερα. Εγώ ήμουν εκεί μαζί με τους άλλους. Το να τους βγάλουμε από τη μέση με τους δύο άντρες που κόντεψες να σκοτώσεις λίγο πιο μετά ήταν ο τρόπος μας για να σε πλησιάσουμε. Δε τους σκότωσα εγώ αν σε ενδιαφέρει ή σε παρηγορεί. Εμένα με ενδιέφερε να κερδίσω την εμπιστοσύνη σου. Για κάποιο λόγο που δεν έχω καταλάβει ακόμη το αφεντικό μου ήθελε πριν προσπαθήσει το οτιδήποτε με σένα να μάθει πρώτα όσες περισσότερες λεπτομέρειες μπορεί. Και το σίγουρο είναι πως με αυτά που έχει μάθει μέχρι τώρα έχει θορυβηθεί ιδιαίτερα. Κάτι τον τρομάζει."

Η Amy και ο Christopher απλά άκουγαν. Ήταν τόσο ξαφνική αυτή η εξέλιξη. Δε μπορούσε να συλλάβει ακόμη το νου τους πως ο άνθρωπος που έβαλαν στο σπίτι τους ήταν μέλος της Spellbound. Ο Christopher εκμεταλλευόμενος τη παύση του Dominic πήρε τον λόγο.

"Ένα δε μπορώ να καταλάβω. Αν τόσο καιρό ψάχνεις ευκαιρία να μας σκοτώσεις ή απλά αν συλλέγεις πληροφορίες για λογαριασμό του εργοδότη σου, την Amy γιατί την έσωσες; Αφού όλα ήταν ένα θέατρο για σένα προς τι το ενδιαφέρον; Προς τι το μαχαίρωμα του συνεργάτη σου; Φαντάζομαι θα τον αναγνώρισες από την οργάνωση."

"Πάψε!...φώναξε ο Dominic που δεν είχε απομακρύνει δευτερόλεπτο το τεταμένο προς την κατεύθυνση του Christopher όπλο του...

"Δεν υπολόγιζα στη παρουσία της Amy. Δε λογάριαζα τα αισθήματά μου. Αν θέλεις δεν ήξερα αν μπορώ να αισθανθώ κάτι και κυρίως δε περίμενα να βρω τέτοια χαρακτηριστικά σε δύο μάγους, ακόμη και ερωτεύσιμα. Και για να απαντήσω στην ερώτησή σου δεν θα άφηνα κανέναν να βλάψει την Amy οποίος κι αν ήταν αυτός."

"Και τώρα; Θα μας αφήσεις δηλαδή να φύγουμε; Έτσι απλά; Θα κάνουμε πως δεν έγινε τίποτε; Προσπάθησες να με σκοτώσεις ή κάνω λάθος;...ρώτησε ο Christopher.

"Μη με διακόπτεις! Σκοπός μου ήταν να σε τραυματίσω τουλάχιστον. Να διαπιστώσω το μέγεθος των δυνατοτήτων σου. Άσε με όμως να πω αυτά που θέλω..."

Έκανε μια μικρή παύση και ξεκίνησε...

"Πριν δύο χρόνια έχασα τους γονείς μου."

"Λυπάμαι..."...ακούστηκε από τη μεριά του Christopher...

"Μη με διακόπτεις! Δε θα στο ξαναπώ!"...επανέλαβε ο Dominic, με φωνή που βγήκε όμως με σχετική δυσκολία και πρόσθεσε...

"Δε τους έχασα απλά. Δεν έφυγαν μαζί εξαιτίας κάποιου ατυχήματος. Δολοφονήθηκαν. Ένας μάγος τους περίμενε στο σπίτι να επιστρέψουν από τον κινηματογράφο που είχαν πάει εκείνο το βράδυ του Ιανουαρίου. Μόλις είχε αλλάξει ο χρόνος και είχε μπει το 2010 όταν πέθαναν τόσο βίαια. Για να μην αναρωτιέστε πως έγινε, δε θα σας κρατήσω σε αγωνία περισσότερο. Ο μάγος τους έπνιξε με ένα ξόρκι. Τους έκοψε την ανάσα. Δε μίλησε καθόλου. Απλά τους πήρε τη ζωή. Χωρίς λόγο, χωρίς να έχουν τη παραμικρή σχέση με τη μαγεία. Και ναι, τα ξέρω όλα αυτά γιατί ήμουν παρών. Είχα συνοδέψει τους δικούς μου στον κινηματογράφο. Μας περίμενε καθισμένος στη πολυθρόνα του σαλονιού μέσα στο σκοτάδι. Μουρμούρισε μερικές λέξεις για να με κρατήσει ακίνητο. Τους είδα να πνίγονται, να σωριάζονται στο έδαφος μπροστά μου, νεκροί. Με κοίταξε στα μάτια και με πέταξε με δύναμη στον απέναντι τοίχο με ένα του νεύμα. Τα φλογισμένα του μάτια μέσα στο ημίφως δε θα τα ξεχάσω ποτέ. Όταν συνήλθα είχαν περάσει δύο ώρες. Είχα μείνει καθισμένος στο πάτωμα κι εγώ δε ξέρω πόσο. Το μόνο που ήθελα ήταν να τους κρατάω τα χέρια. Δεν ήθελα να τους αφήσω. Τις επόμενες μέρες με πλησίασαν δύο άντρες της Spellbound. Μου μίλησαν για τους μάγους, τη μαγεία γενικότερα. Τους μίσησα τους μάγους. Εξακολουθώ να τους μισώ. Όλους! Οπότε δέχθηκα αμέσως."

"Δεν είναι όλοι οι μάγοι ίδιοι. Δεν είμαι εγώ σα τον μάγο που περιέγραψες. Ούτε φυσικά η Amy."...είπε ο Christopher αλλά μάλλον ο Dominic την απάντηση την είχε έτοιμη...

"Δε νομίζω πως απέχεις και πολύ! Σε είδα σε δράση και δε σου είναι δύσκολο να σκοτώσεις!"

Ο Christopher δυσανασχέτησε αμέσως...

"Είναι δυνατόν να με κατηγορείς που προσπάθησα να σου σώσω τη ζωή; Γιατί εγώ αυτό νόμιζα πως έκανα. Δεν υποψιαζόμουν πως όλα ήταν μία παράσταση."

Τα λεπτά κυλούσαν βασανιστικά. Ο Christopher κοίταζε επίμονα τον Dominic και το όπλο. Οι ίριδες των ματιών του είχαν το χρώμα του χρυσού. Η Amy, που είχε μείνει στη κυριολεξία άφωνη, έκανε ακριβώς το ίδιο. Ο Dominic τους κοίταξε και τους δύο και με λυπημένο ύφος τους είπε...

"Μάταια προσπαθείτε. Η μαγεία σας δε πιάνει πάνω μου. Τουλάχιστον όχι τις τελευταίες τριάντα μέρες. Όχι από τότε που μπήκα κρυφά στο απαγορευμένο δωμάτιο και βρήκα ένα φίλτρο προστασίας."

"Το ξέρω. Προσπαθώ εδώ και ώρα να σου πάρω το όπλο. Κατάλαβα πως κάτι έκανες. Και τώρα τι θα γίνει; Πόση ώρα θα μείνουμε εδώ; Έχω αρχίσει να εκνευρίζομαι επικίνδυνα και πίστεψέ με, την οργή μου δε θες να τη νιώσεις. Είναι αρκετό που την είδες στο παρελθόν."

"Αφού τα μαγικά σου είναι άχρηστα πια. Ξόρκια και φίλτρα δε πιάνουν!"

"Νομίζεις πως μόνο με τη μαγεία μπορώ να επιτεθώ ή να αμυνθώ; Υπάρχουν τόσοι άλλοι τρόποι για να το κάνω. Και δε καταλαβαίνω τόση ώρα, προς τι οι εξηγήσεις; Απολογείσαι; Τα μετάνιωσες όλα αυτά; Κι αν ναι, γιατί δε επιχείρησες να μας γλιτώσεις από όλο αυτό; Δεν έκανες μια προσπάθεια να μου μιλήσεις πρώτος, να μου εξηγήσεις; Γιατί εξακολουθείς να μας σημαδεύεις με το περίστροφο που εγώ σου έδωσα; Και ξέρεις πια είναι η ειρωνεία Amy; Το περίστροφο που βλέπεις, αυτό που του έδωσα για προφύλαξη, είναι το όπλο που ο νυχτερινός επισκέπτης έχασε μέσα στο σκοτάδι το βράδυ της πρώτης επίθεσης. Του έδωσα πίσω το όπλο του. Θα εκραγεί το κεφάλι μου από τα νεύρα και τη βλακεία μου. Έπρεπε να είμαι πιο επιφυλακτικός. Πάντα ήμουν δύσπιστος, τώρα πώς ξεγελάστηκα έτσι δε μπορώ να το χωνέψω με τίποτε."

Η Amy πλησίασε το αφεντικό της και πιάνοντάς τον από τον αριστερό ώμο του είπε...

"Σε παρακαλώ, δεν αντέχω άλλο, πάμε να φύγουμε."...

Ο Christopher όμως δεν έδειχνε να την ακούει. Με τρία γρήγορα βήματα έφτασε μπροστά στον Dominic. Σήκωσε απότομα και με δύναμη το αριστερό του χέρι διώχνοντας προς τα πάνω το δεξί χέρι του ξαφνιασμένου νέου με το οποίο κρατούσε το όπλο. Το περίστροφο γλίστρησε από τα χέρια του και έπεσε στο πάτωμα. Ο Christopher πριν προλάβει ο Dominic να αντιδράσει έσφιξε τη γροθιά του δεξιού του αυτή τη φορά χεριού και τον κτύπησε οργισμένα στο πρόσωπο.

"Αυτό επειδή προσπάθησες να με σκοτώσεις!"

Ο Dominic ζαλίστηκε ελαφρώς. Αμέσως δέχθηκε και δεύτερο κτύπημα, πάλι στο πρόσωπο, που τον έριξε κάτω.

"Αυτό επειδή άφησες την Amy να πληγωθεί, ενώ το γνώριζες πως αργά ή γρήγορα θα γινόταν."

Ο Dominic ήταν πεσμένος στα γόνατά του. Είχε τα μάτια του κλειστά και έπιανε το κεφάλι του αφού τα κτυπήματα που του κατάφερε ο Christopher ήταν πολύ δυνατά. Η Amy όρμησε και συγκράτησε το αφεντικό της αγκαλιάζοντάς τον σφιχτά και παρακαλώντας τον να σταματήσει, ενώ έκλαιγε πια με λυγμούς. Ο Dominic άνοιξε τα μάτια του και είδε πως το όπλο ήταν πεταμένο μπροστά του. Το έπιασε, αμέσως σηκώθηκε όρθιος και το έστρεψε και πάλι προς τον Christopher λέγοντας...

"Αυτό δεν έπρεπε να το κάνεις!"

Ο μάγος κάνοντας έναν μορφασμό απάντησε...

"Το όπλο τελικά θα το χρησιμοποιήσεις ή απλά θα το κρατάς; Ξέρεις τις απειλές τις βαριέμαι."

Έδιωξε λίγο άτσαλα την Amy μακριά του, έπιασε το φυλαχτό που κρεμόταν στο λαιμό του, τα μάτια του άστραψαν και είπε με αυστηρό τόνο στη φωνή του...

"Ήρθε η ώρα να βάλουμε ένα τέλος σε όλο αυτό!"

"Άσε τις βλακείες!"...του φώναξε η Amy, ενώ ο Dominic συμπλήρωνε..."Αφού τα ξόρκια σου δεν έχουν επίδραση επάνω μου, για ποιο λόγο παιδεύεσαι άσκοπα;"

"Μπορεί η μαγεία μου να μην έχει πάνω σου καμία επίδραση αλλά δεν ισχύει αυτό για τα υπόλοιπα αντικείμενα που βρίσκονται στο δωμάτιο, ούτε και για το όπλο σου."

Εστίασε το φλεγόμενο βλέμμα του στη σκανδάλη του όπλου, έκλεισε τα μάτια του και ψιθύρισε ...

"Μετακίνηση!"

Στη στιγμή η σκανδάλη μετακινήθηκε προς τα πίσω και το όπλο εκπυρσοκρότησε. Η σφαίρα βρήκε τον Christopher στο στήθος, ακριβώς στο ύψος της καρδιάς. Σωριάστηκε μέσα σε ένα δευτερόλεπτο στο πάτωμα. Το αίμα έκανε την εμφάνισή του, άφθονο. Ο Dominic τα έχασε και άφησε το όπλο να πέσει κάτω, φωνάζοντας...

"Μα γιατί το έκανε αυτό; Δε πάτησα εγώ τη σκανδάλη! Δεν είχα σκοπό να πυροβολήσω. Το κρατούσα πιο πολύ από φόβο!"

Η Amy τράβηξε ένα συρτάρι και πήρε από μέσα τη πρώτη πετσέτα που έπιασε το χέρι της. Γονάτισε δίπλα στον Christopher και του πίεζε το τραύμα με τη πετσέτα ρίχνοντας σχεδόν όλο το βάρος της πάνω στο σώμα του. Κάθε τόσο φώναζε...

"Όχι, όχι, όχι...πόσο απερίσκεπτος μπορεί να είσαι; Μείνει μαζί μου σε παρακαλώ."

Τα δάκρυα δεν έλεγαν να σταματήσουν να τρέχουν αν και σε μικρότερη ποσότητα. Πάνω απ' όλα όμως ήταν ανυπόμονη, σα να περίμενε κάτι. Ο Dominic εμφανώς τρομοκρατημένος τους πλησίασε, έσκυψε και δοκίμασε να πιάσει τον σφυγμό στην καρωτίδα του μάγου. Τίποτε όμως δε κατάφερε να αισθανθεί.

"Είναι αργά. Δεν είναι ζωντανός, πάμε να φύγουμε."...ήταν οι λιγοστές λέξεις που ξεστόμισε με κόπο.

Η Amy σήκωσε το κεφάλι της και τον κοίταξε θλιμμένα αλλά και γεμάτη απογοήτευση και θυμό.

"Τι σε κάνει να νομίζεις πως θα φύγω από εδώ, πόσο μάλλον μαζί σου. Φύγε! Εξαφανίσου! Δε θέλεις να είσαι εδώ, πίστεψέ με."

Ο Dominic κατάλαβε πως δε τον έπαιρνε να πει κάτι άλλο. Δεν έκανε τον κόπο να καλέσει κάποιο ασθενοφόρο. Θεώρησε πως θα μεριμνούσε η Amy γι' αυτό. Φοβήθηκε και το γεγονός ότι όλο και κάποιος από τους γείτονες μπορεί να άκουσε τον πυροβολισμό και να κάλεσε την αστυνομία. Πήρε λοιπόν το μπουφάν του, το όπλο του και άφησε το δωμάτιο και γενικότερα το διαμέρισμα όσο πιο γρήγορα μπορούσε. Βγήκε από τη πολυκατοικία, χάθηκε μέσα στο πλήθος και ούτε μια φορά δε γύρισε να κοιτάξει πίσω του. Και ας ήταν η αγάπη του για την Amy μεγάλη και αληθινή. Εκείνη την ώρα ο φόβος του ήταν ακόμη μεγαλύτερος.

Πάνω στο διαμέρισμα η Amy είχε αφήσει τη κόκκινη από το αίμα πετσέτα παραδίπλα της. Είχε ακουμπήσει το κεφάλι του Christopher στα πόδια της και του χάιδευε τα μαλλιά. Τηλεφώνημα για ασθενοφόρο δεν έγινε ποτέ. Τότε είδε πως το αίμα είχε σταματήσει να ρέει. Αλλά δεν ήταν μόνο αυτό. Ακούστηκε ένα περίεργο βουητό και το δωμάτιο άρχισε να τρέμει. Ήξερε όμως πως αυτό που γινόταν δεν ήταν σεισμός. Αμέσως πρόσεξε πως η μικρή λίμνη αίματος που είχε δημιουργηθεί στο πάτωμα γύρω τους άρχισε να μικραίνει. Να συρρικνώνεται. Ένας κρότος ακούστηκε από τον τοίχο στα δεξιά της. Σα να σπάει κάτι. Σήκωσε το κεφάλι της και είδε πως το γυάλινο κάλυμμα του ρολογιού που κρεμόταν στον τοίχο αυτό είχε γίνει θρύψαλα. Το βλέμμα της όμως καρφώθηκε στον μικρό δείκτη που μετρά τα δευτερόλεπτα. Ήταν ακίνητος, όχι όμως για πολύ. Ξεκίνησε να κινείται αλλά διαφορετικά απ' ότι περίμενε. Γύριζε ανάποδα. Μετρούσε αντίστροφα. Κοίταξε τον Christopher. Το αίμα είχε εξαφανιστεί από το πάτωμα αλλά και από τα ρούχα του αγαπημένου της φίλου. Το δωμάτιο έτρεμε πλέον ακόμη πιο έντονα. Ήταν φανερό. Ο χρόνος όχι απλά είχε σταματήσει αλλά γύριζε πίσω. Όχι για όλους. Μόνο για τον Christopher. Άφησε μαλακά το κεφάλι του κάτω και σηκώθηκε. Στάθηκε όρθια ανάμεσα στα κουφώματα της πόρτας στην είσοδο του δωματίου. Κάποια μικροαντικείμενα από τα γύρω ράφια άρχισαν να πέφτουν. Κρατήθηκε από το πόμολο της πόρτας. Και ξαφνικά όλα σταμάτησαν. Ούτε θόρυβοι, ούτε δονήσεις πια. Έριξε το βλέμμα της στον Christopher. Πήγε δίπλα του και έσκυψε πως το πρόσωπό του. Αμέσως αυτό που περίμενε συνέβη μπροστά της. Ο Christopher άνοιξε το στόμα του και πήρε μια βαθιά ανάσα ενώ ταυτόχρονα άνοιγε απότομα τα μάτια του. Του έδωσε το χέρι της και τον βοήθησε να σηκωθεί.

"Καλωσόρισες πίσω! Δεν άργησες και πολύ. Νιώθεις καλά; Με κατατρόμαξες."

"Περίμενε με τις ερωτήσεις σου. Είμαι ζαλισμένος και έχω κι έναν τρομερό πονοκέφαλο. Καλά αισθάνομαι κατά τα άλλα. Δε πήγα κάπου, δεν είδα κάτι αν με ρωτάς αυτό. Ένιωσα πως κοιμήθηκα. Με μία μόνο διαφορά. Αυτά που διάβασα στο ημερολόγιο δε τα ξέρω πλέον μόνο επειδή τα είδα εκεί. Τα θυμάμαι όλα. Η μνήμη μου επανήλθε πλήρως."

"Να και κάτι καλό που έγινε! Χαίρομαι!"...είπε η Amy και του σήκωσε τη μπλούζα. Είχε σκάσει από περιέργεια τόση ώρα. Δεν υπήρχε ούτε ίχνος από το τραύμα. Σα να μη τον είχε βρει ποτέ η σφαίρα.

"Ήταν ανάγκη να κανείς αυτή τη χαζομάρα; Δε σου έφτανε το σοκ που πήραμε; Ο Dominic μέλος της Spellbound. Μου φαίνεται απίστευτο. Η καρδιά μου έσπασε σήμερα."...πρόσθεσε η Amy την ώρα που χωνόταν στην αγκαλιά του Christopher.

Ο μάγος της έδωσε ένα φιλί στο μέτωπο και της είπε...

"Αυτό σκέφτηκα για να εκτονώσω την ένταση. Λίγο παρατραβηγμένο είναι η αλήθεια. Καιγόμουν όμως για μια δοκιμή. Σκέφτηκες πως θα βρίσκαμε καλύτερη ευκαιρία; Όσο για τον Dominic, αν σε παρηγορεί, είμαι σίγουρος πως σ' αγαπάει, αλλιώς θα μας είχε σκοτώσει στο πρώτο λεπτό."

"Ας μη μιλάμε άλλο γι' αυτόν."...του είπε κοφτά.

"Καλά μην θυμώνεις τόσο. Δε λέω πως τον δικαιολογώ αλλά δε μπορείς να πεις ότι και οι μάγοι δεν έβαλαν το χεράκι τους στο μίσος που νιώθει για μας. Αν φυσικά έγιναν τα πράγματα όπως μας τα περιέγραψε, που δε πιστεύω το αντίθετο. Είναι σε τραγικό βαθμό μπερδεμένος. Σίγουρα θα έχουμε νέα του κυρίου Dominic Levy και μάλιστα σύντομα."

"Πάντως τρομοκρατήθηκε. Του είπα να φύγει και το έκανε αμέσως. Ούτε που το ξανασκέφτηκε, απλά εξαφανίστηκε στο λεπτό. Άσε που δεν ήθελα να δει τι θα γινόταν παρακάτω. Δε ξέρω τι θα πάει να πει στα αφεντικά του αλλά νομίζω πως μας συμφέρει να ξέρουν πως πέθανες."

"Ε μα δε πέθανα ακριβώς. Δε μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο."...αποκρίθηκε γελώντας..."Αυτό που έγινε το γνώριζα 29 χρόνια. Όπως και εσύ μεγάλωσες ξέροντάς το. Τώρα ωστόσο είμαστε απόλυτα σίγουροι και οι δύο. Αθάνατος. Κολλημένος στα 30 εδώ και 29 χρόνια, από εκείνη τη δύσκολη νύχτα που αρχικά χθες το ημερολόγιο μου τη θύμισε και που πολύ θα ήθελα να ξεχάσω."

Η Amy που ήταν ακόμη χωμένη στην αγκαλιά του, πρόσθεσε κάτι τελευταίο...

"Νομίζω πως ήρθε η ώρα να φύγουμε επιτέλους από αυτό το ηλίθιο διαμέρισμα. Μη ξεχνάς ότι τα μέλη της Spellbound ίσως ακόμη να μένουν εδώ και μπορεί να εμφανιστούν από στιγμή σε στιγμή."

Δε καθυστέρησαν άλλο, ούτε συζήτησαν περισσότερο. Τράβηξαν τη πόρτα του διαμερίσματος πίσω τους και έφυγαν από το πολυόροφο κτίριο κατεβαίνοντας βιαστικά από τις σκάλες. Αστυνομία φυσικά δεν είχε έρθει. Γείτονας δεν υπήρχε που να άκουσε το οτιδήποτε αφού ο όροφος έτυχε να είναι έρημος. Έξω και ενώ είχε μεσημεριάσει αρκετά, ο ήλιος είχε κρυφτεί και έβρεχε μάλιστα για τα καλά. Ομπρέλα δε διέθετε κανένας από τους δύο, αλλά αυτή τη φορά και παρά το γεγονός πως η βροχή δεν τους άρεσε, τις σταγόνες που έπεφταν στο πρόσωπό τους τις έβρισκαν αναζωογονητικές.

Και το ρολόι στον τοίχο πίσω στο διαμέρισμα είχε αρχίσει και πάλι να προχωράει μπροστά. Το τζαμί του ήταν εκεί, στη θέση του, χωρίς το παραμικρό ράγισμα. Τίποτε δε μαρτυρούσε το παιχνίδι με το χρόνο. Και αυτό δεν ήταν καθόλου παράξενο, αφού έτσι είναι η μαγεία που στη προκειμένη περίπτωση έφερε τον Christopher πίσω στη ζωή.

Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

9. Σε Αναζήτηση Της Μαύρης Μαγείας

Παρίσι, Νοέμβριος 1982

Ο 64χρονος ιερέας μιας μικρής καθολικής εκκλησίας στα αραιοκατοικημένα προάστια του Παρισιού μόλις είδε πως η ώρα πέρασε και ο ήλιος χάθηκε πια στον ορίζοντα βγήκε από το γραφείο του, κλείδωσε τις τρεις πόρτες του ναού και στη συνέχεια αποσύρθηκε στον προσωπικό του χώρο. Πήρε ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη, βυθίστηκε σε μια φαρδιά πολυθρόνα που βρισκόταν δίπλα σε ένα μικρό παράθυρο και ξεκίνησε τη μελέτη. Εδώ και χρόνια τα βράδια του τα περνούσε με διάβασμα και περισυλλογή. Είχε περάσει περίπου ένα δεκαπεντάλεπτο όταν άκουσε μια κραυγή από έξω. "Κανένα κοράκι θα είναι."...σκέφτηκε και δεν έκανε λάθος. Δε πρόλαβε να επιστρέψει στο βιβλίο του και μια δεύτερη κραυγή ακούστηκε. Και αμέσως μια τρίτη και τέταρτη και πέμπτη και μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα αναγκάστηκε να κλείσει τα αυτιά του αφού οι κραυγές κάλυπταν η μια την άλλη. Πετάχτηκε από τη πολυθρόνα του ρίχνοντας το βιβλίο στο πάτωμα, κατατρομαγμένος από τους ήχους αυτής της μακάβριας χορωδίας. Και ξαφνικά οι κραυγές σταμάτησαν. Επικράτησε απόλυτη σιωπή. Σχεδόν κρατώντας την αναπνοή του μετακινήθηκε στο παράθυρο και έσκυψε για να κοιτάξει έξω. Τα φώτα της πόλης ήταν αρκετά για να δει πως δεκάδες κοράκια ήταν καθισμένα στα κλαδιά των δέντρων, στα καλώδια του ηλεκτρικού ρεύματος, στις στέγες των λίγων σπιτιών της περιοχής, παντού. Ανατρίχιασε. Όταν άκουσε ένα κτύπημα που προερχόταν από τη κεντρική είσοδο του ναού πάγωσε το αίμα του. Βγήκε δειλά από το δωμάτιο και διαπίστωσε πως η εξώπορτα ήταν ακόμη κλειδωμένη. Ανακουφίστηκε προς στιγμήν. Προχώρησε αργά στο ημίφως ανάμεσα στις ξύλινες θέσεις που προορίζονται για τους πιστούς. Τότε κάτι έσπρωξε τη δίφυλλη πόρτα. Σα να φύσηξε δυνατός αέρας, μόνο που δεν ήταν ο άνεμος. Στάθηκε εκεί και σκέφτηκε πως κάτι άλλο συμβαίνει. Κάτι που δεν άργησε να καταλάβει. Τα τόσα κοράκια, τα ανεξήγητα κτυπήματα στη πόρτα μόνο ένα πράγμα μπορεί να σήμαιναν. Μαγεία. Αμέσως τον έλουσε κρύος ιδρώτας. Ήταν προετοιμασμένος για μια τέτοια επίσκεψη αλλά είναι διαφορετικό να σου έχουν πει τι να περιμένεις από το να έρχεται η στιγμή που θα το ζήσεις πραγματικά.

"Άνοιξε τώρα."...ακούστηκε μια ανδρική φωνή να φωνάζει από έξω. Τα δύο φύλλα της πόρτας μετακινήθηκαν απότομα προς τα μέσα σπάζοντας τη κλειδαριά που τα κρατούσε ασφαλισμένα. Ο ιερέας έκανε τρία βήματα προς τα πίσω. Του πέρασε από το νου να τρέξει αλλά θα ήταν μάταιο. Κάρφωσε το βλέμμα του στην ορθάνοιχτη πια πόρτα. Περίμενε να δει μια ανδρική φιγούρα να εισέρχεται στο ναό αλλά αντίθετα δύο κοράκια πέταξαν μέσα. Όρμησαν επάνω του με μανία βγάζοντας τη μία κραυγή μετά την άλλη. Το ένα του κατάφερε ένα δυνατό κτύπημα με το ράμφος του στο μέτωπο. Το δεύτερο έχωσε τα γαμψά του νύχια στο δεξί του μάγουλο. Τον έριξαν κάτω. Το πρόσωπό του γέμισε αίμα. Ζαλίστηκε αλλά δεν έχασε τις αισθήσεις του, όχι τουλάχιστον ακόμη. Κοίταξε ψηλά και είδε πως τα κοράκια κάθισαν στο περβάζι ενός παραθύρου και παρατηρούσαν. Αμέσως έστρεψε τα μάτια του και πάλι στην κεντρική εξώπορτα. Ο άντρας στεκόταν εκεί. Η μορφή του ήταν επιβλητική. Προχώρησε στο εσωτερικό της εκκλησίας. Δε μπορούσε να κρύψει το ειρωνικό του χαμόγελο όσο και αν το προσπαθούσε. Σήμερα θα έπαιρνε αυτό που ήθελε. Πλησίασε τον πλημμυρισμένο στο αίμα ιερέα. Ο Πατέρας Patrick, όπως τον έλεγαν από τότε που εντάχθηκε στους κύκλους της καθολικής εκκλησίας, αποφάσισε να σπάσει την εκνευριστική σιωπή που επικρατούσε. Ένωσε το βλέμμα του με αυτό του μάγου και χωρίς ίχνος φόβου του είπε...

"Άδικα ήρθες ως εδώ. Δε πρόκειται να μου πάρεις λέξη."

Ο μάγος γέλασε υποτιμητικά και αμέσως απάντησε φωναχτά...

"Νομίζεις πως έχω έρθει εδώ για μερικές λέξεις σου; Πάντοτε ήμουν των πράξεων και όχι των κενών διαλόγων. Άλλωστε τα πολλά λόγια τα βαριέμαι."

Μόλις ολοκλήρωσε τη φράση του έσκυψε προς το μέρος του και βάζοντας το δεξί του χέρι στον λαιμό του τον ανάγκασε να σηκωθεί. Τα μάτια του μάγου πήραν το χρώμα της φλόγας. Άρχισε να σφίγγει τον λαιμό του ιερέα με όλη του δύναμη και συνέχισε να ανυψώνει το χέρι του μέχρι που το θύμα του έπαψε να πατά στο έδαφος. Τα δύο κοράκια πετούσαν πλέον πάνω από τα κεφάλια τους ενώ η χορωδία των υπολοίπων έξω από το ναό ξεκίνησε και πάλι το σκοτεινό της τραγούδι. Τα βογκητά του άτυχου Πατέρα Patrick είχαν αρχίσει να σβήνουν καθώς πνιγόταν και έχανε τις αισθήσεις του. Τότε ο μάγος έβγαλε ένα μικρό μαχαίρι από μια θήκη στη μέση του και το κάρφωσε στη κοιλιά του ιερέα. Αλλά δε σταμάτησε εκεί. Έβγαλε το μαχαίρι, το έβαλε στη θήκη του και στη θέση του έβαλε το χέρι του. Έχοντας το ένα χέρι μέσα στα σπλάχνα του και το άλλο στον λαιμό του άρχισε να ψιθυρίζει...

"Με την τελευταία σου ανάσα, καθώς η ψυχή σου σε αφήνει και όλη σου η ζωή περνά μπροστά από τα μάτια σου, όλη η γνώση σου δική μου θα γίνει."

Τα μάτια του μάγου πυράκτωσαν και την ώρα που ο ιερέας πέθαινε στα χέρια του χιλιάδες εικόνες, γνώσεις, εμπειρίες ζωής εντυπώθηκαν στο μυαλό του. Τα περισσότερα του ήταν άχρηστα, σχεδόν όλα του ήταν αδιάφορα. Για ένα πράγμα είχε έρθει στην εκκλησία εκείνο το βράδυ και ακόμη δε το είχε δει. Μια απλή πληροφορία αναζητούσε. Μια τοποθεσία που κρατούσε φυλαγμένο και εξαφανισμένο από την ανθρωπότητα κάτι εξαιρετικά πολύτιμο για τον ίδιο. Όμως δε περίμενε να συναντήσει τέτοια δυσκολία. Ήταν καλά κρυμμένο. Έβαλε όλη του τη δύναμη. Μια έκρηξη ενέργειας σάρωσε το ναό. Έσπρωξε τα καθίσματα και όλα τα αντικείμενα προς τους τοίχους, έσπασε όλα τα τζάμια από τα λιγοστά παράθυρα. Και τότε τον είδε να συνομιλεί με ένα από τα προηγούμενα θύματά του και να μαθαίνει το πολυπόθητο μυστικό. Ένα χαμόγελο έκανε την εμφάνισή του. Αυτό που έψαχνε επιτέλους το βρήκε. Τον παίδεψε αλλά ήταν αποφασισμένος να μη φύγει από εκεί αν δε το ανακάλυπτε. Μάλιστα εντυπωσιάστηκε από την αποκάλυψη. Βρήκε τη κρυψώνα ιδιαίτερα έξυπνη, κάτι που τον έκανε να νιώσει ακόμη πιο σπουδαίος αφού κατάφερε και την ανακάλυψε. Κοίταξε τον νεκρό ιερέα στα μάτια που είχαν μείνει ανοιχτά και καθώς τον πέταγε με δύναμη στο πάτωμα είπε...

"Ήσουν απλά ένα εμπόδιο στο δρόμο μου, ένα νήμα που έπρεπε να κοπεί."

Προχώρησε προς την έξοδο του ναού. Τα δύο κοράκια τον ακολούθησαν. Βγήκε στο προαύλιο, σήκωσε το κεφάλι του και απευθυνόμενος στα δεκάδες κοράκια φώναξε...

"Είστε ελεύθερα."

Άνοιξαν τα φτερά τους και κάνοντας αρκετό θόρυβο πέταξαν μακρυά. Ο μάγος ανέβασε τον γιακά από το μακρύ μαύρο δερμάτινο παλτό που φορούσε και χάθηκε μέσα στη νύχτα όσο πιο αθόρυβα μπορούσε.


Μεσημέρι, δύο μέρες μετά

Το μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο σταμάτησε στην άκρη του δρόμου. Η πόρτα του οδηγού άνοιξε και ένας νεαρός βγήκε έξω και πήγε στην εκ διαμέτρου αντίθετη πίσω πόρτα. Την άνοιξε και από μέσα ξεπρόβαλε ένας ψηλός άντρας γύρω στα 40. Τα έντονα χαρακτηριστικά του, το σχολαστικά φροντισμένο του μούσι, οι πολλές γωνίες του προσώπου του του έδιναν μια γοητεία στην εμφάνιση που με τη βοήθεια ενός φίλτρου μαγνήτιζε απίστευτα τα βλέμματα των θνητών. Δεν είχε ανάγκη ένα τέτοιο φίλτρο αλλά η μεγαλομανία και η αλαζονεία του δε του άφηναν και πολλά περιθώρια. Μάλιστα το να περνά απαρατήρητος δε τον ένοιαζε και ήταν κάτι που άφηνε για τους υπόλοιπους μάγους. Το όνομά του...Nicolas Silverlock και βασικό του γνώρισμα η σκοτεινή μαγεία. Μάλιστα ο Nicolas ήταν από τους πιο δυνατούς μάγους με μεγάλες ικανότητες και γνώσεις που κρατούσε μόνο για τον εαυτό του. Η χαρά του εκείνη την ημέρα δε περιγραφόταν αφού όλα έδειχναν πως η αναζήτηση που τον απασχόλησε τέσσερα χρόνια τώρα θα έφτανε στο τέλος της.

Ο Nicolas έψαχνε τα τελευταία χρόνια ένα αρχαίο και χαμένο ξόρκι μαύρης μαγείας. Ένα απαγορευμένο μαγικό που θα του εξασφάλιζε μια δικλείδα ασφαλείας στη περίπτωση που τα σχέδιά του δε θα είχαν τη κατάληξη που επιθυμούσε. Είχε διαβάσει γι' αυτό σε ένα βιβλίο που βρήκε τυχαία σε ένα ράφι στη βιβλιοθήκη των γονιών του και είχε βάλει σκοπό της ζωής του να βρει το που βρίσκεται. Τα πρώτα βήματα της αποστολής του ήταν εύκολα καθώς στο βιβλίο αναφερόταν το τελευταίο άτομο που το είχε στην κατοχή του. Οι έρευνες ξεκίνησαν το 1978, η μια πληροφορία διαδεχόταν την άλλη, τα πτώματα που άφησε στο διάβα του ξεπερνούσαν τα δέκα και τώρα αυτή η πορεία μετά και από τη δολοφονία του Πατέρα Patrick έφτανε στο τέρμα της. Μάλιστα πάντα από ένα σημείο και μετά τη καθολική εκκλησία έβρισκε μπροστά του. Το ξόρκι είχε έρθει στα χέρια καθολικών ιερέων και αυτοί το εξαφάνισαν μαζί με αμέτρητα άλλα ξόρκια μιας και κύριο μέλημά τους ήταν να κρατήσουν τη μαγεία κρυφή από τους πιστούς και την ανθρωπότητα γενικότερα. Ο Πατέρας Patrick, που δυσκολεύτηκε πολύ να εντοπίσει, ήταν ο μοναδικός εν ζωή ιερέας που γνώριζε τη τοποθεσία του συγκεκριμένου μαγικού και τώρα αυτή η γνώση είχε γίνει δική του.

Δεν ήταν όμως μόνο αυτά. Την αναζήτησή του τη κράτησε μυστική. Δεν είχε πει λέξη σε κανέναν μάγο. Άλλωστε δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις με τους περισσότερους του "είδους" του, δεν τους θεωρούσε αντάξιούς του. Στις έρευνές του εμπιστευόταν μόνο τους φτερωτούς του φίλους, τα κοράκια. Ήταν τα μάτια του που παρατηρούσαν τα πάντα. Για μερικές απλές δουλειές χρησιμοποιούσε κοινούς θνητούς, αφού του ήταν εύκολο να τους χειραγωγήσει, να τους χρησιμοποιήσει για τους δικούς του σκοπούς χωρίς καν να τους πει την αλήθεια.

Περπάτησε μόνος του ανάμεσα στους κατοίκους του Παρισιού. Στον οδηγό του έδωσε εντολή να μη τον ακολουθήσει. Δεν έδινε τη παραμικρή σημασία στους θνητούς που ως επί το πλείστον κατευθύνονταν προς τον ίδιο προορισμό. Διέσχισε με αργό ρυθμό τη γέφυρα του Σηκουάνα και έφτασε στο μικρό νησί. Σταμάτησε, σήκωσε το κεφάλι του και ένιωσε δέος με το θέαμα. Ο καθεδρικός ναός της Παναγίας των Παρισίων στεκόταν μεγαλοπρεπής μπροστά του. Δέος δεν είχε νιώσει στη ζωή του πολλές φορές όμως η γοτθικού τύπου αρχιτεκτονική του ναού τον εντυπωσίασε. Αυτό που έψαχνε ήταν μέσα σε έναν από τους πιο όμορφους και γνωστούς ναούς του κόσμου. Έτυχε να είναι εκεί. Οι αναμνήσεις του Πατέρα Patrick του έδειξαν καθαρά πως το ξόρκι που αναζητούσε με τόση μανία βρισκόταν εδώ και χρόνια στη γυάλινη προθήκη του σκηνώματος της Αγίας Μπερναντέτ της Λούρδης και συγκεκριμένα κάτω από το μεταλλικό ταμπελάκι με το όνομα της Αγίας. Τα ανέπαφα από τη πάροδο του χρόνου λείψανα της Αγίας Μπερναντέτ συνήθως οι πιστοί τα έβρισκαν και μπορούσαν να τα προσκυνήσουν στη Νεβέρ της Γαλλίας. Όμως όχι για τις τρέχουσες πέντε μέρες. Το σκήνωμα μια μέρα πριν είχε μεταφερθεί στη Παναγία των Παρισίων ώστε να έχουν τη δυνατότητα και οι πολλοί καθολικοί της Γαλλικής πρωτεύουσας να το προσκυνήσουν. Και δε τον χαλούσε καθόλου μια γρήγορη επίσκεψη στη πόλη του φωτός.

Μπήκε στον ναό, προχώρησε αρκετά και για λίγη ώρα έμεινε ακίνητος να κοιτάζει το πανέμορφο, πολύχρωμο και ξακουστό βιτρό. Σύντομα όμως αναζήτησε τη θέση του σκηνώματος. Δεν είχε σκοπό να χάσει άλλο χρόνο. Σε μια άκρη είδε τους πιστούς που περίμεναν να δούνε από κοντά τα λείψανα και να προσκυνήσουν..."Επιτέλους."...είπε και το βλέμμα του άστραψε. Δεν έκανε τον κόπο να πλησιάσει το γυάλινο φέρετρο. Άπλωσε τα χέρια του, ένωσε τις παλάμες του, τα σήκωσε μέχρι το ύψος του θώρακα και την ώρα που φώναζε..."Ανοίξτε μου δρόμο!"...απομάκρυνε το ένα χέρι από το άλλο απότομα. Μια αόρατη δύναμη μετακίνησε βίαια τους πιστούς και τους λοιπούς επισκέπτες δεξιά και αριστερά. Τους έριξε κάτω τους περισσότερους. Η πρώτη σκέψη όλων ήταν ότι γινόταν ένας σεισμός. Γρήγορα όμως συνειδητοποίησαν πως το συμβάν ήταν στιγμιαίο και δεν έμοιαζε με το γεωλογικό φαινόμενο. Στο ναό επικράτησε πανικός. Φωνές, κραυγές για βοήθεια, κάποιοι μάλιστα τραυματίστηκαν από το κτύπημα. Άλλωστε αρκετοί ήταν μεγάλης ηλικίας. Προσπάθησαν να φύγουν, να εγκαταλείψουν τη φημισμένη Notre Dame τρομοκρατημένοι από το ανεξήγητο γεγονός αλλά ήταν άδικος κόπος καθώς ο Nicolas έχοντας φλογισμένα εδώ και ώρα μάτια συμπλήρωσε...

"Μα που πάτε; Δε βλέπετε πως οι πόρτες είναι κλειδωμένες!"

Και όντως οι πόρτες ήταν κλειστές. Μάταια προσπαθούσαν να τις ανοίξουν. Τουλάχιστον αυτό έβλεπαν με τα μάτια τους οι κοινοί θνητοί. Στη πραγματικότητα όμως αυτό νόμιζαν πως έβλεπαν αφού οι πόρτες δεν είχαν κλείσει ποτέ. Ο Nicolas δεν είχε σκοπό να τους αφήσει να φύγουν, όχι ακόμη, οπότε έκανε κάτι που λάτρευε. Έπαιξε με το μυαλό τους. Η αναστάτωση εντάθηκε κι άλλο. Κάποιοι που άκουσαν τον Nicolas και κατάλαβαν πως με έναν περίεργο τρόπο αυτός ευθύνεται για τον πανικό προσπάθησαν να του επιτεθούν αλλά φυσικά και δε τα κατάφεραν. Ο ισχυρός μάγος τους απώθησε όλους. Τους έδιωχνε μακριά του με ένα του νεύμα. Πλέον στεκόταν μπροστά στα λείψανα της Αγίας. Κοίταξε το σκήνωμα αλλά δεν ένιωσε ίχνος δισταγμού. Δε πίστευε ούτε στο Θεό ούτε σε τίποτε άλλο, παρά μόνο στον εαυτό του. Ακούμπησε τις άκρες όλων των δακτύλων του αριστερού του χεριού πάνω στο γυάλινο φέρετρο λέγοντας..."Ρωγμές!"...Αμέσως στα πέντε σημεία επαφής το γυαλί άρχισε να ραγίζει και μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα η προθήκη έγινε θρύψαλα καταστρέφοντας μερικώς το μέχρι τώρα άφθαρτο σώμα της Αγίας. Και ενώ πολλοί τον φώναζαν βλάσφημο, χωρίς βέβαια να τολμούν τίποτε περισσότερο, ο Nicolas με την άκρη της λεπίδας ενός μικρού μαχαιριού που έβγαλε από τη ζώνη του ξεκόλλησε το ταμπελάκι με τις πληροφορίες για την Αγία από τη ξύλινη βάση. Το έπιασε στα χέρια του με λαχτάρα, το γύρισε από την ανάποδη και χαμογέλασε με ανακούφιση. Το σκοτεινό ξόρκι ήταν εκεί, σκαλισμένο στη πίσω μεριά. Δε το διάβασε, απλά πέρασε το βλέμμα του πάνω από τη μαγική φράση. Η πληροφορία που είχε βρει στο βιβλίο των γονιών του ήταν αληθινή. Ήλπιζε ωστόσο και το ξόρκι να δράσει όταν και αν ερχόταν εκείνη η ώρα. Το γεγονός ότι η καθολική εκκλησία το κρατούσε κρυφό τόσα χρόνια βέβαια ήταν μια ικανοποιητικότατη απόδειξη για τη γνησιότητά του. Τώρα πια ήταν πανέτοιμος για να θέσει σε εφαρμογή τα σχέδιά του.

Έβαλε την ασημένια πλακέτα σε μια εσωτερική τσέπη του παλτού του και όταν έβγαλε το χέρι του αυτό δεν ήταν άδειο αλλά κρατούσε δύο φιαλίδια που περιείχαν δύο διαφορετικά μεταξύ τους φίλτρα. Τα πέταξε ψηλά στον αέρα και κάνοντας μια υπόκλιση προς τους επισκέπτες της Notre Dame τους είπε...

"Είσαστε υπέροχο κοινό!"

Μόλις τα φιαλίδια έσπασαν πέφτοντας στο έδαφος ένας πυκνός μαύρος καπνός εξαπλώθηκε στον ναό μέσα στον οποίο ο Nicolas εξαφανίστηκε. Μέσα σε μερικά λεπτά ο καπνός διαλύθηκε, τις πόρτες τις έβλεπαν πια ανοιχτές και όλοι κοίταζαν ο ένας τον άλλον χωρίς να μπορούν να πούνε με σιγουριά το τι είχε συμβεί. Κανείς τους δε θυμόταν το παραμικρό από την εισβολή του Nicolas, ούτε φυσικά μπορούσαν να δικαιολογήσουν τα ήπια τραύματα ορισμένων που είχαν προκληθεί από το πρώτο κτύπημα. Σα κάποιος να είχε διαγράψει τα τελευταία λεπτά της ώρας από τη μνήμη τους. Και όλο αυτό ήταν έργο του φίλτρου που είχε το δεύτερο φιαλίδιο.

Λίγα μέτρα έξω από την Παναγία των Παρισίων ο Nicolas περπατούσε μέσα στο πλήθος. Δε γύρισε ούτε στιγμή να κοιτάξει πίσω του. Έφτασε στο αυτοκίνητο, μπήκε μέσα και κάθισε εξαιρετικά ευτυχισμένος. Η αποστολή του ολοκληρώθηκε με απόλυτη επιτυχία. Τουλάχιστον το πρώτο τμήμα της. Επόμενος σταθμός του, η Νέα Υόρκη. Τις προσεχείς μέρες είχε ένα ραντεβού που δεν ήθελε να χάσει με τίποτε.