
"Ποια είσαι;...Τι συνέβη εδώ και τι θέλεις;...."
Η γυναίκα τον κοίταξε με αγωνία βαθιά μέσα στα μάτια του και του είπε....
"Ετοιμάσου...Η ώρα έχει σχεδόν φτάσει..."
Όλα μαύρισαν...Πετάχτηκε από το κρεβάτι του μέσα στο άγχος..."Τι όνειρο ήταν αυτό;"...αναρωτήθηκε. Καθώς σκεφτόταν το τι θα μπορούσε να σημαίνει προσπάθησε να συνεχίσει τον ύπνο του.
Άκουσε το ξυπνητήρι δίπλα στο κομοδίνο να κτυπά και άνοιξε τα μάτια του. Είδε την ώρα. Ήταν ακόμη πολύ πρωί, 6 και 30. Αρχικά αναρωτήθηκε γιατί κτύπησε τόσο νωρίς, πολύ γρήγορα όμως θυμήθηκε πως είχε πει να κάνει κάποιες δουλειές πριν πάει στο βιβλιοπωλείο. Άπλωσε το χέρι του και το έκλεισε. Δεν είχε κοιμηθεί καθόλου καλά τη νύχτα. Όσο και να πίστευε το αντίθετο, όσο και να πίστευε στον εαυτό του η χθεσινοβραδινή επίθεση τον είχε επηρεάσει πολύ. Και ύστερα ήρθε και το όνειρο να τον ανησυχήσει ακόμη περισσότερο.
Σηκώθηκε χωρίς δεύτερη σκέψη και ας βαριόταν. Το μαύρο φανελάκι που φορούσε δεν έκρυβε σχεδόν καθόλου το τεράστιο tribal τατουάζ που ξεκινούσε από την αριστερή του ωμοπλάτη, ερχόταν λίγο προς τα εμπρός και κατέληγε στον αντίστοιχο καρπό του. Στο λαιμό του φορούσε ένα παλιό μενταγιόν που δε το αποχωριζόταν ποτέ. Ο Christopher ήταν ένας πολύ ευπαρουσίαστος άντρας. 30 χρονών, με μαύρα μάτια και έντονο βλέμμα, μαύρα κοντά μαλλιά, μόνιμα αξύριστος, αδύνατος και αρκετά ψηλός. Φρόντιζε τον εαυτό του χωρίς να είναι υπερβολικός. Άλλωστε ήταν του μέτρου σε όλα στη ζωή του. Πέρα όμως από όλα ήταν ένας πολύ δυνατός μάγος και όχι ο πρώτος στην οικογένεια. Τη μαγεία την είχε μέσα του από τότε που θυμόταν τον εαυτό του.
Το σπίτι δεν ήταν πολύ μεγάλο. Είχε τρεις βασικούς χώρους. Στο ένα δωμάτιο όμως είχε πρόσβαση ο ίδιος και ελάχιστοι άλλοι. Η πόρτα του ήταν πάντα κλειδωμένη. Τα έπιπλα και η γενικότερη διακόσμηση του διαμερίσματος θα περίμενε κανείς να είναι μοντέρνα, αντίθετα όμως όλα ήταν αρκετά κλασικά. Τα χρώματα που κυριαρχούσαν ήταν οι διάφορες αποχρώσεις του καφέ. CDs και βιβλία γέμιζαν τραπέζια, βιβλιοθήκες και ράφια κάνοντας τον χώρο να δείχνει ακόμη μικρότερος. Παντού υπήρχαν τοποθετημένες κορνίζες με οικογενειακές φωτογραφίες αλλά και φίλων. Ο Christopher ζούσε μόνος του εδώ και χρόνια. Τους γονείς του τους είχε χάσει πριν πολύ καιρό. Έφυγαν και οι δύο μαζί, αναπάντεχα και τραγικά. Ήταν μοναχοπαίδι.
Σκέφτηκε το όνειρο και ξεκλείδωσε τη συρταρωτή πόρτα του απαγορευμένου δωματίου. Μπήκε στον λιγοστά φωτισμένο χώρο. Παντού γύρω υπήρχαν ράφια με μικρά βαζάκια, γεμάτα με βότανα αλλά και φίλτρα. Όλα φτιαγμένα από τον ίδιο. Στην άκρη υπήρχε μια βιβλιοθήκη που περιείχε πολλά ταλαιπωρημένα βιβλία. Τα περισσότερα ήταν πολύ παλιά. Στο κέντρο είχε βάλει ένα μικρό τραπέζι και πάνω του είχε τοποθετημένο ένα χοντρό βιβλίο. Στο εξώφυλλο έγραφε Winterblood. Το βιβλίο αυτό ανήκε στην οικογένειά του εδώ και πολλές γενιές και ήταν γεμάτο από εκατοντάδες ξόρκια. Όποιος το είχε κάθε φορά πρόσθετε και τις δικές του μαγικές λέξεις.
Άναψε τρία κεριά, συμβουλεύτηκε ένα βιβλίο για να μη κάνει το παραμικρό λάθος και πήρε από τα ράφια τα βαζάκια που χρειαζόταν. Έριξε μέσα σε ένα ξύλινο χαμηλό βάζο τις ποσότητες που έπρεπε από το κάθε βότανο, τα χτύπησε, τα έλιωσε, πρόσθεσε λίγο καυτό νερό και στο τέλος τρία αποξηραμένα πέταλα από τριαντάφυλλο. Τα ανακάτεψε όλα μαζί για δύο λεπτά, με ένα σουρωτήρι απομάκρυνε τα στερεά μέρη και το υγρό που έμεινε το έβαλε σε ένα ποτήρι. Άνοιξε το οικογενειακό βιβλίο και έψαξε για λίγο το κατάλληλο ξόρκι. Κρατώντας με το αριστερό του χέρι το μενταγιόν του διάβασε αργά και καθαρά..."Όταν στο κακό βρεθείς κοντά άσε το νου σου ελεύθερο και θα σε οδηγήσει σ' αυτό." Επανέλαβε τη φράση άλλες δύο φορές και στη συνέχεια πάντα κρατώντας το μενταγιόν σήκωσε το ποτήρι και ήπιε το φίλτρο που έφτιαξε. Μόλις είχε κάνει στον εαυτό του ένα ξόρκι ετοιμότητας, εντοπισμού και ενδυνάμωσης. Τα μάτια του πήραν το χρώμα της φωτιάς και λίγο αίμα έτρεξε από τη μύτη του. Τα περισσότερα ξόρκια έχουν και το τίμημά τους.
Καθάρισε τον χώρο και κλείδωσε τη πόρτα βγαίνοντας από το δωμάτιο. Ντύθηκε βιαστικά μιας και η ώρα είχε πάει 8. Φόρεσε τελευταία στιγμή το αγαπημένο του μαύρο δερμάτινο σακάκι, έβαλε στη θήκη το στιλέτο του, πήρε μαζί του μερικά μπουκαλάκια με φίλτρα και ξεκίνησε με τα πόδια για το βιβλιοπωλείο στην οδό Libertine με το περίεργο όνομα, το δικό του βιβλιοπωλείο. Το είχε ονομάσει Oblivion και όπως όλα τα πράγματα στη ζωή του έτσι και αυτό είχε τη σημασία του.
Έφτασε στο βιβλιοπωλείο. Αμέσως είδε μια κοπέλα να τον περιμένει έξω από αυτό. Ήταν η Amy Blackrose. Γλυκιά, κομψή, με μακριά σπαστά κόκκινα μαλλιά που ήταν και το φυσικό της χρώμα, με καφέ μάτια, 22 ετών και με το μαγικό στοιχείο έντονο μέσα της. Η Amy ήταν αδελφική φίλη του Christopher και κόρη μιας πολύ καλής και οικογενειακής φίλης του. Ήταν όμως και υπάλληλος στο βιβλιοπωλείο. Κρατούσε στα χέρια της μια αγκαλιά τριαντάφυλλα. Φυσικά και είχαν βαθύ κόκκινο χρώμα. Πλησιάζοντας ο Christopher είδε πως η Amy τον αγριοκοίταζε.
"Άργησες."...του είπε με ύφος αλλά χαμογελώντας ταυτόχρονα.
"Είχα κάτι έκτακτο να κάνω αυτό το πρωινό. Μόλις ξεκλειδώσω και μπούμε μέσα θα καταλάβεις." της απάντησε πολύ σοβαρός και χωρίς να ανταποδώσει το χαμόγελο.
Προχώρησαν μέσα στο κατάστημα και αμέσως η Amy πρόσεξε τα σπασμένα ράφια.
"Τι έγινε εδώ μέσα;...Μη μου πεις!!!...Σου επιτέθηκαν! Και σου είπα να μη μένεις μέχρι αργά στο βιβλιοπωλείο. Μετά από τις δολοφονίες των τελευταίων μηνών πρέπει να είμαστε πιο προσεκτικοί."...του είπε ανεβάζοντας το τόνο της φωνής της.
"Κάποιοι σκοτώνουν μάγους τους τρεις τελευταίους μήνες και εγώ πίστεψα πολύ στον εαυτό μου, περισσότερο απ' ότι θα έπρεπε μάλλον. Με βρήκε απροετοίμαστο και απλά ήμουν τυχερός που δε πέτυχε το στόχο του. Χάσαμε τόσους φίλους, κάτι πρέπει να κάνουμε."
Η Amy παίρνοντας μια έκφραση όλο καχυποψία ρώτησε..."Και τι έκανες το πρωί;"
"Έκανα ένα παλιό ξόρκι που θα με κρατήσει σε εγρήγορση σε περίπτωση απειλής."
"Καλό μου ακούγεται."...συμφώνησε η Amy και συνέχισε..."Τα κενά πώς πάνε;"
"Τα κενά καλώς ή κακώς παραμένουν...κενά...Πιάσε όμως τώρα δουλειά. Βάλε τα τριαντάφυλλα σε ένα βάζο, ετοίμασέ μου έναν καφέ και κανόνισε να έρθει κάποιος να αντικαταστήσει τα ράφια."
"Αρχίσαμε πάλι τις διαταγές βλέπω."...του είπε η Amy αφήνοντας να σχηματιστεί στο πρόσωπό της ένα μικρό χαμόγελο.
Η μέρα κύλησε με πολύ κουβέντα γύρω από το φλέγον θέμα. Η αστυνομία και κατ' επέκταση η κοινή γνώμη ήξερε για κάποιους φόνους χωρίς να γνωρίζει πως όλα τα θύματα συνδέονταν μεταξύ τους αφού ανήκαν στη κοινότητα των μάγων της Νέας Υόρκης. Η Amy και ο Christopher τους ήξεραν τους περισσότερους καλά. Έκαναν παρέα μαζί τους και τώρα που η απειλή κτύπησε τη πόρτα τους κατέληξαν στο ότι πρέπει να μην αφήνει ο ένας τον άλλον πολλές ώρες μόνο του και γενικά να αποφεύγουν την περιττή έκθεση καθώς και τη χρήση μαγικών. Το χαμηλό προφίλ άλλωστε πάντα βοηθούσε. Ο Christopher όμως αποφάσισε και κάτι ακόμη που σκοπίμως δε το μοιράστηκε με την Amy. Ούτε φυσικά μοιράστηκε μαζί της το όνειρο που είδε.
Και το βλέμμα του έμεινε κολλημένο σε εκείνα τα τριαντάφυλλα της Amy ενώ η σκέψη του ταξίδευε, έτρεχε στη προσπάθειά του να βρει απαντήσεις για τα κενά, το όνειρο και τα δεκάδες ερωτήματα που γέμιζαν τη ζωή του.
Αλλά δεν ήταν μόνο αυτά...