Κυριακή, 27 Νοεμβρίου 2011

12. Η Αρχή Του Τέλους

Λονδίνο 1931

Ο Μάρκος πριν από ένα χρόνο έπιασε δουλειά σε ένα τυπογραφείο. Ήταν ακόμη άνθρωπος και αγνοούσε την ύπαρξη των βρικολάκων, κάτι που ίσχυε για το σύνολο σχεδόν της ανθρωπότητας. Την αγαπούσε τη δουλειά του και ένιωθε πολύ τυχερός που τη βρήκε μιας και το να βρίσκεται ανάμεσα σε τόσα βιβλία ήταν ότι καλύτερο γι' αυτόν. Άλλωστε από τότε ασχολούνταν και ο ίδιος με το γράψιμο. Όποτε έβρισκε ευκαιρία έβγαζε το σημειωματάριό του και έγραφε κείμενα με ιστορίες αγάπης, φαντασίας, αγωνίας. Βέβαια ακόμη δεν είχε τολμήσει να τα δείξει σε κανέναν. Τα κρατούσε για τον εαυτό του. Στο τυπογραφείο εργάζονταν πολλά άτομα αφού ήταν από τα μεγαλύτερα του Λονδίνου. Ανάμεσα στους εργαζόμενους ήταν και ένας πολύ ευγενικός νέος άντρας, ο Γκάμπριελ. Οι δύο άντρες είχαν αρχίσει να κάνουν παρέα γρήγορα καθώς και οι ηλικίες τους και οι χαρακτήρες τους ταίριαζαν. Ο Μάρκος ήταν στα 35 και ο Γκάμπριελ στα 31. Έκαναν μεγάλες βόλτες δίπλα στον Τάμεση, παρακολουθούσαν κονσέρτα κλασικής μουσικής που λάτρευαν και οι δύο, πήγαιναν κινηματογράφο και χάνονταν μέσα στις εικόνες του και με τις ώρες διάβαζαν πρώτοι απ' όλους τα βιβλία που τύπωναν στο τυπογραφείο. Όλες δραστηριότητες που τις έκαναν είτε μέσα σ' αυτό είτε τη νύχτα. Ο Γκάμπριελ έμενε μέσα στο τυπογραφείο. Το είχε για σπίτι του. Ο ιδιοκτήτης τον αγαπούσε σα γιο του. Γνώριζε την αλήθεια αλλά αυτό δεν επηρέαζε τα συναισθήματά του. Όλος ο υπόλοιπος κόσμος ήξερε πως ο Γκάμπριελ έπασχε από μια σπάνια ασθένεια που προκαλούσε φωτοευαισθησία. Αυτή ήταν η επίσημη και ψεύτικη δικαιολογία με την οποία απέφευγε το φονικό φως της μέρας τα τελευταία χρόνια όπου ζούσε εκεί. Τα μοιράζονταν όλα μεταξύ τους οι δύο φίλοι. Σχεδόν όλα δηλαδή. Ο Μάρκος δεν ήξερε ότι ο Γκάμπριελ ήταν βρικόλακας και πως γεννήθηκε πριν από 200 χρόνια. Ήταν ένας διαφορετικός βρικόλακας με αρχές και ήθος, που είχε βγάλει το αίμα από τη ζωή του εδώ και δεκαετίες. Ήταν πιο άνθρωπος από τους περισσότερους θνητούς.

Μόλις είχε μπει ο Δεκέμβριος όταν ο Μάρκος αρρώστησε. Ανέβασε πολύ υψηλό πυρετό που δεν έλεγε να πέσει. Οι γιατροί δεν μπορούσαν να κάνουν και πολλά. Η λοίμωξη ήταν ιδιαίτερα σοβαρή. Ο Μάρκος θα έχανε τη ζωή του αν ο Γκάμπριελ δεν έπαιρνε την απόφαση να προχωρήσει σε αποκαλύψεις και να του σώσει τη ζωή. Ένα βράδυ και ενώ ο Μάρκος ψηνόταν στον πυρετό αλλά είχε ακόμη τις αισθήσεις του ο Γκάμπριελ του είπε πως είναι βρικόλακας και πως ο μόνος τρόπος για να γίνει καλά και να μη πεθάνει είναι να μετατρέψει και τον ίδιο σε βρικόλακα. Ο Μάρκος είχε τεράστια όρεξη για ζωή, είχε τόσα πολλά στο μυαλό του που δε πρόλαβε ακόμη να πραγματοποιήσει και γι' αυτό μόλις πέρασε το πρώτο σοκ της αποκάλυψης δέχτηκε. Είπε το ναι, διστακτικά μεν αλλά το είπε. Το άγνωστο τον φόβιζε. Τον θάνατο όμως τον φοβόταν ακόμη περισσότερο. Το ίδιο βράδυ όταν έμειναν μόνοι στο δωμάτιο του νοσοκομείου ο Γκάμπριελ δάγκωσε όσο πιο προσεκτικά μπορούσε το λαιμό του Μάρκου και δεν ήπιε πολύ από το αίμα του. Ήταν αρκετό για τη διαδικασία της μεταμόρφωσης το γεγονός ότι απλώς το γεύτηκε. Αμέσως δάγκωσε τον καρπό του και την ώρα που ο Μάρκος βυθιζόταν στον ίσως τελευταίο του ύπνο άφησε μερικές σταγόνες από το αίμα του να πέσουν στο στόμα του. Στο λεπτό άνοιξε τα μάτια του και μέσα σε λίγες ώρες ο πυρετός έπεσε τελείως. Οι γιατροί ανακουφισμένοι μίλησαν για θαύμα. Το επόμενο βράδυ ο Μάρκος ξαναγεννήθηκε. Άφησε μια και καλή τη θνητή ζωή πίσω του και γεννήθηκε για δεύτερη φορά ως αθάνατος. Ένιωσε όλες τις αισθήσεις του να οξύνονται, τη σωματική του δύναμη να αυξάνεται σε υπεράνθρωπα επίπεδα και το πρόσωπό του να αποκτά μια πρωτόγνωρη λάμψη. Έκανε πολλές μέρες να συνηθίσει τις αλλαγές, να μάθει να "ζει" περιορισμένος μόνο στο σκοτάδι της νύχτας. Το πιο δύσκολο όμως ήταν η δίψα για ανθρώπινο αίμα. Η παρουσία του Γκάμπριελ βοήθησε πάρα πολύ σ' αυτό το πρόβλημα. Του συμπαραστάθηκε σα πραγματικός φίλος και συνέβαλε στο να τη ξεπεράσει σε σχετικά σύντομο χρονικό διάστημα. Δεν έλειψαν βέβαια και τα "ατυχήματα" που είχαν ως αποτέλεσμα κάποιες φορές να τον κλειδώσει στο υπόγειο του τυπογραφείου μέχρι να μειωθεί το αίσθημα της πείνας, ώστε να τον προστατέψει και να μη κάνει κάτι που σίγουρα μετά θα μετάνιωνε. Αυτό που κυρίως όμως τον βοήθησε να την καταπνίξει ήταν η καλλιέργειά του και το ότι ήθελε να είναι σωστός απέναντι στους συνανθρώπους του. Η φιλία των δύο αντρών δυνάμωσε κι άλλο και τα επόμενα χρόνια έμειναν αχώριστοι.


Λονδίνο 1996

Ο Μάρκος, ο Γκάμπριελ και η Ελίζα ζούσαν μαζί σε μια μικρή μονοκατοικία της τελευταίας. Η Ελίζα ήταν βρικόλακας εδώ και τρία χρόνια και σύντροφος του Γκάμπριελ. Οι τρεις τους κρατούσαν ένα ιδιαίτερα χαμηλό και σεμνό προφίλ. Τις τελευταίες μέρες τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων είχαν σχεδόν αποκλειστικά τα νέα από μια σειρά φρικιαστικών και σε μερικές περιπτώσεις μαζικών φόνων που είχαν σοκάρει τη κοινή γνώμη. Η ανησυχία τους ήταν πολύ μεγάλη μιας και κατάλαβαν πως όλο αυτό ήταν έργο βρικολάκων. Μέσα σε λίγες μέρες οι εξελίξεις ήταν ραγδαίες. Όλα μαθεύτηκαν και για να ηρεμήσουν τα πνεύματα οι βρικόλακες βγήκαν από τις κρυψώνες τους. Όταν άρχισε η καταγραφή των βρικολάκων ο Γκάμπριελ ήθελε να παραμείνει στην αφάνεια. Δε του άρεσε ο όλος εκβιασμός από μέρους των θνητών. Ο Μάρκος όμως τελικά τον έπεισε να αποκαλυφθούν. Η αφάνεια τον είχε κουράσει όλα αυτά τα χρόνια. Τις επόμενες μέρες ένιωσαν ελεύθεροι. Δυστυχώς αυτό κράτησε για λίγο. Τραγικά λίγο.

Η 14η Μαΐου, που θα έμενε στην ιστορία ως η μέρα της σφαγής, έφτασε. Ο Μάρκος ήταν από ώρα έτοιμος και περίμενε το ερωτευμένο ζευγάρι για να ξεκινήσουν για τη παράσταση κλασικού χορού που τόσο περίμενε. Μια παράσταση που δε θα έβλεπε ποτέ. Λίγο πριν αφήσουν το σπίτι, ενώ φυσικά είχε κιόλας νυχτώσει, ο Γκάμπριελ διαισθάνθηκε κάτι. Γύρισε προς τους άλλους δύο λέγοντας πως κάτι περίεργο συμβαίνει και ότι νιώθει τη παρουσία αρκετών ατόμων έξω από το σπίτι. Ατόμων που μέσα τους είχαν πολύ θυμό. Μια μόνο λέξη θα μπορούσε να χαρακτηρίσει αυτό που θα περνούσαν στα επόμενα λεπτά...Κόλαση. Τα τζάμια από τα παράθυρα θρυμματίστηκαν καθώς άντρες της αστυνομίας πέταξαν βόμβες μολότοφ την ίδια στιγμή που την εξώπορτα γάζωναν δεκάδες σφαίρες. Τα πρόσωπά τους αγρίεψαν, οι κυνόδοντες πετάχτηκαν έξω. Οι τρεις βρικόλακες μετακινήθηκαν προς τα πίσω και πλησίασαν ο ένας τον άλλον. Η φωτιά που ξέσπασε δε τους επέτρεψε να προλάβουν να διαφύγουν από τα παράθυρα. Παγιδεύτηκαν στο εσωτερικό του σπιτιού. Οι άντρες της αστυνομίας εισέβαλαν μέσα συνεχίζοντας να πυροβολούν. Με ταχύτατους ελιγμούς απέφυγαν τις σφαίρες. Χωρίστηκαν. Ο Μάρκος έπιασε έναν αστυνομικό και τον έβαλε μπροστά του για ασπίδα ενώ στη συνέχεια τον πέταξε με δύναμη πάνω σε τρεις άλλους άνδρες εξουδετερώνοντάς τους. Ο Γκάμπριελ δάγκωσε έναν αστυνομικό ακριβώς στην καρωτίδα, κατόπιν τον αποκεφάλισε χωρίς καμία δυσκολία, κρύφτηκε πίσω από μια κολόνα και αμέσως όρμησε στον επόμενο. Βύθισε το δεξί του χέρι στο στήθος του σπάζοντας τον θώρακα και του τράβηξε έξω τη καρδιά που κτυπούσε ακόμη. Η σκέψη του ήταν να φτάσει δίπλα στην αγαπημένη του που βρισκόταν πίσω από τον πάγκο της κουζίνας χωρίς να μπορεί να ξεφύγει. Κανένας δεν ήταν δυνατόν να τον σταματήσει. Ο Μάρκος και ο Γκάμπριελ μέσα στη παραζάλη της βίας και φρίκης στην οποία τους οδήγησε το αίμα που είχαν δεκαετίες να δοκιμάσουν δε μπορούσαν να συγκρατηθούν. Έχασαν κάθε έλεγχο. Νεκροί αστυνομικοί έπεφταν συνεχώς στο πάτωμα. Διαμελισμένα πτώματα γέμισαν το χώρο. Ήταν και οι δύο λουσμένοι στο αίμα. Ο Γκάμπριελ άπλωσε το χέρι του στη τρομοκρατημένη Ελίζα και της είπε πως ήρθε η ώρα να φύγουνε. Η Ελίζα αν και βρικόλακας ήταν ανήμπορη να αντιδράσει. Τη κλειστοφοβία που είχε ως θνητή την είχε και μετά τη μεταμόρφωσή της από τον Γκάμπριελ. Η ιδέα ότι τους έχουν παγιδεύσει στο σπίτι την έκανε να παγώσει. Οι αστυνομικοί ήταν ή νεκροί ή στη καλύτερη περίπτωση πολύ τραυματισμένοι για να τους σταματήσουν. Ο Μάρκος είχε από τους γονείς του ένα κρυφό σπίτι λίγο έξω από τη πόλη, που μόνο αυτός γνώριζε που βρισκόταν και είχαν πει μετά το γεγονός της δημοσιοποίησης πως αν συμβεί το παραμικρό θα βρούνε εκεί καταφύγιο.

Βγήκαν από το σπίτι περνώντας βιαστικά ανάμεσα από τους αστυνομικούς που μόλις είχαν σκοτώσει μιας και το σπίτι πλέον είχε παραδοθεί για τα καλά στις φλόγες και σε λίγο θα κατέρρεε. Τρία νέα περιπολικά κατέφθασαν εκείνη τη στιγμή. Κάποιος από το πρώτο κύμα της επίθεσης βλέποντας το χάος που προκάλεσαν οι δύο βρικόλακες είχε προλάβει να καλέσει ενισχύσεις. Ο Μάρκος που βγήκε πρώτος γύρισε προς τους φίλους του και τους είπε να τρέξουν όσο πιο γρήγορα μπορούν. Να τον ακολουθήσουν. Οι πυροβολισμοί άρχισαν και πάλι να πέφτουν βροχή και ξαφνικά σταμάτησαν. Ο Μάρκος έτρεχε και έτρεχε και νόμιζε πως η Ελίζα και ο Γκάμπριελ τον ακολουθούσαν. Έκανε όμως λάθος. Μερικές σφαίρες βρήκαν την Ελίζα και την έριξαν κάτω. Ο Γκάμπριελ γύρισε να τη βοηθήσει. Εξαγριώθηκε ακόμη περισσότερο και κομμάτιασε στη κυριολεξία μερικούς αστυνομικούς μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου. Οι δύο σφαίρες που τον πέτυχαν δεν ήταν δυνατόν να τον σταματήσουν. Λόγω ηλικίας είχε πολύ μεγαλύτερες αντοχές από τους άλλους δύο. Είχε πλησιάσει αρκετά τη σύντροφό του όταν ένας από τους εναπομείναντες άντρες της αστυνομίας κάρφωσε ένα αιχμηρό κομμάτι ξύλου στο στήθος της, στο ύψος της καρδιάς. Ψιθύρισε με δυσκολία το όνομα του αγαπημένου της και άφησε τη τελευταία της πνοή εκεί στο δρόμο, μπροστά από το σπίτι στο οποίο έζησε όλη της τη ζωή κοιτάζοντάς τον. Η ζωή του αστυνόμου κράτησε μερικές μόνο ακόμη στιγμές καθώς ο Γκάμπριελ του ξερίζωσε και τα δύο χέρια. Σήκωσε την Ελίζα από το έδαφος, έβγαλε μια δυνατή κραυγή όλο πόνο αλλά δάκρυα δεν έτρεξαν από τα μάτια του. Μόνο μίσος έβλεπες μέσα τους. Ξαφνικά ένοιωσε τόσο κουρασμένος. Δεν είχε συνειδητοποιήσει πως πλήθος οργισμένων πολιτών ερχόταν προς το μέρος του. Η πρώτη μολότοφ έσκασε στο πρόσωπό του. Τυλιγμένος στις φλόγες και έχοντάς την στην αγκαλιά του χάθηκε στο σκοτάδι. Δεν ήθελε να πολεμήσει άλλο. Αυτή τη μάχη την είχε χάσει. Είχε μετατρέψει τη μονάκριβη Ελίζα του σε βρικόλακα για να είναι μαζί για πάντα και τώρα αυτό το όνειρο πέθανε, έγινε εφιάλτης. Μία ήταν η σκέψη που είχε πλέον στο μυαλό του...

"Μόνο τον εαυτό του κοίταξε να σώσει...Μας εγκατέλειψε...Μας άφησε να πεθάνουμε."

Λίγη ώρα αργότερα και μερικά χιλιόμετρα μακριά ο Μάρκος αιματοβαμμένος έμπαινε στο άδειο εδώ και χρόνια σπίτι των γονιών του. Από πολύ νωρίς συνειδητοποίησε πως οι δυο του φίλοι δε τον ακολουθούσαν. Μα δε γύρισε. Φοβήθηκε, φέρθηκε εγωιστικά. Κατάλαβε πως τους είχαν προλάβει. Πίστευε πως δε ζούσε κανένας από τους δύο. Προδομένος από την ανθρωπότητα στην οποία πίστευε, με απίστευτες τύψεις για τη στάση του και αποκαμωμένος από τη κούραση μπήκε κάτω από το έδαφος, σχεδόν μέσα στο χώμα. Το μετάνιωσε μα ήταν αργά. Έπρεπε να έχει γυρίσει, να τους βοηθήσει. Ίσως τώρα να ήταν ζωντανοί.

Πέμπτη, 10 Νοεμβρίου 2011

11. Άγγελος Θανάτου

Ανέβηκε τη σκάλα γρήγορα αφού δεν ήθελε να αφήνει την Έλενα αρκετή ώρα μόνη της. Είχε λείψει μόνο για δεκαπέντε λεπτά καθώς το εστιατόριο από το οποίο πήρε φαγητό για την αγαπημένη του ήταν πολύ κοντά. Πλησιάζοντας στον όροφο που ήταν το διαμέρισμά του διαισθάνθηκε μια ξένη παρουσία. Κάτι ανάλογο είχε νιώσει και στο θέατρο τη βραδιά του κονσέρτου. Αμέσως άφησε κάτω τις σακούλες με το γεύμα και μέσα σε κλάσματα δευτερολέπτου βρέθηκε μπροστά στην εξώπορτα. Ήταν ανοιχτή. Ενστικτωδώς οι κυνόδοντές του πετάχτηκαν προς τα έξω. Έσπρωξε την πόρτα απότομα, άνοιξε το φως και είδε πως παντού υπήρχαν κηλίδες αίματος. Φώναξε την Έλενα αλλά απάντηση δεν ήρθε καμία. Έκανε να τρέξει προς τη κρεβατοκάμαρα όταν το βλέμμα του καρφώθηκε σε ένα σημείωμα πάνω στο τραπέζι. Το πήρε στα χέρια του, το ξεδίπλωσε βιαστικά και διάβασε με αγωνία και περιέργεια το περιεχόμενό του...

"Η Έλενα δε θα μπορέσει να δειπνήσει μαζί σου απόψε. Μη μου στεναχωριέσαι όμως γιατί σου άφησα μια αντικαταστάτρια. Θα μας βρεις στο εγκαταλελειμμένο σπίτι δύο τετράγωνα πιο κάτω από το στέκι σας. Μην αργείς. Ο χρόνος κυλάει και φαντάζομαι θέλεις να τη προλάβεις ζωντανή.

Ο δημιουργός σου,
Γκάμπριελ"


Πάγωσε για κανένα λεπτό, μόνο έκπληξη και θυμό έβλεπες στο πρόσωπό του και συνέχισε να κοιτά το σημείωμα.

"Είναι ζωντανός; Πώς είναι δυνατόν; Γιατί θέλει να κάνει κακό στην Έλενα και γιατί ήταν εξαφανισμένος όλα αυτά τα χρόνια;"

Αυτά τα ερωτήματα γεννήθηκαν κατευθείαν στο μυαλό του και ταυτόχρονα σκέφτηκε την αντικαταστάτρια που του έγραφε. Άφησε το σημείωμα και με αστραπιαίες κινήσεις που ανθρώπινο μάτι θα δυσκολευόταν να ακολουθήσει πήγε στη κρεβατοκάμαρα. Το δωμάτιο ήταν μισοφωτισμένο όμως ο Μάρκος χωρίς καμία απολύτως δυσκολία είδε το σώμα μιας κοπέλας να είναι ξαπλωμένο μπρούμυτα στο μεγάλο κρεβάτι και προς στιγμήν σκέφτηκε μήπως είναι η Έλενα, μήπως στο σημείωμα του έλεγε ψέματα. Πλησίασε και διαπίστωσε πως όντως δεν ήταν η Έλενα. Γύρισε το σώμα της άτυχης κοπέλας και κατάλαβε πως δεν υπήρχε κανένα ίχνος ζωής. Παντού έβλεπε αίμα και κάτω από αυτό το δέρμα της ήταν κατάχλομο. Της είχε αφαιρέσει μέχρι και τη τελευταία σταγόνα αίματος και όπως του έδειχνε η εμπειρία του το είχε κάνει εκεί στο δωμάτιο. Το πρόσωπό της δε φαινόταν αφού τα μακριά μαλλιά της το κάλυπταν. Με το χέρι του τα τράβηξε στην άκρη και έντρομος είδε πως η κοπέλα ήταν η Σάρα, η κολλητή της Έλενας από τα παλιά που το τελευταίο καιρό είχε ξαναβρεθεί μαζί της. Μάλιστα την είχε γνωρίσει και ο ίδιος μιας και η Σάρα γνώριζε την αλήθεια για τον ίδιο, όπως γνώριζε και παλιότερα για τον Άντονι, τον αδερφό της Έλενας. Τα μάτια του γέμισαν δάκρυα. Τη Σάρα τη συμπαθούσε τόσο πολύ. Ήταν γλυκός άνθρωπος και πραγματική φίλη. Τέτοια τύχη δε της άξιζε σε καμία περίπτωση. Της έκλεισε τα μάτια που ήταν ακόμη ανοιχτά και τη σκέπασε με ένα καθαρό σεντόνι. Έσβησε όλα τα φώτα, κλείδωσε πόρτες και παράθυρα, άφησε για αργότερα το τι θα έκανε με το σώμα της Σάρα αφού το κακό είχε γίνει πλέον και σκέφτηκε πόσο καλά σχεδιασμένα πρέπει να τα έχει όλα ο Γκάμπριελ. Σίγουρα τους παρακολουθούσε στενά και υπομονετικά καθώς έλειψε μόλις για ένα τέταρτο της ώρας. Έκλεισε δυνατά τη πόρτα πίσω του και ξεκίνησε χωρίς δεύτερη σκέψη για το εγκαταλελειμμένο σπίτι.

Έφτασε στο σπίτι, ένα παλιό αρχοντικό και εισέβαλε με μεγάλη ταχύτητα διαλύοντας τη παλιά ξύλινη πόρτα. Ο εσωτερικός χώρος ήταν σε ακόμη χειρότερη κατάσταση. Χαραμάδες παντού, από τις οποίες έμπαινε το φως του φεγγαριού, σκισμένες κουρτίνες, λιγοστά σπασμένα έπιπλα, ρίζες δέντρων να διαπερνούν το πάτωμα. Σε μια σκοτεινή γωνία στεκόταν ο Γκάμπριελ ο οποίος κρατούσε την Έλενα από τον έναν της καρπό σφιχτά, χωρίς να της αφήνει περιθώρια να τρέξει κοντά στον Μάρκο.

Ο Γκάμπριελ έκανε ένα βήμα προς τα μπρος που ήταν όμως αρκετό για το φως του φεγγαριού να αποκαλύψει την ουλή του προσώπου του. Ο Μάρκος την πρόσεξε και δε του ήταν καθόλου δύσκολο να καταλάβει πως την απέκτησε. Τότε ακούστηκε η βραχνή φωνή του Γκάμπριελ...

"Δε σε βλέπω Μάρκο και πολύ χαρούμενο που με βλέπεις μετά από τόσα χρόνια."

"Μου φαίνεται απίστευτο το γεγονός ότι είσαι ζωντανός. Σε κάθε άλλη περίπτωση θα ήμουν χαρούμενος που σε βλέπω. Γιατί τα κάνεις όλα αυτά; Τι σου κάναμε; Τι σου έφταιξε η Σάρα;"

Πριν προλάβει να απαντήσει, η Έλενα κλαίγοντας τον πρόλαβε λέγοντας...

"Μάρκο...κτύπησε το κουδούνι με το που έφυγες σχεδόν και είδα τη Σάρα από το ματάκι. Δε πρόλαβα να ανοίξω και έσπρωξε τη πόρτα με δύναμη ρίχνοντας τη Σάρα επάνω μου. Χωρίς να πει λέξη μας έσυρε στη κρεβατοκάμαρα όπου τη σκότωσε μπροστά στα μάτια μου με τα δόντια του."

Τα δάκρυα δεν έλεγαν να σταματήσουν να τρέχουν στο πρόσωπό της...

"Σου έγραψε το σημείωμα και με πήρε και ήρθαμε εδώ."

Και αμέσως συνέχισε ο Γκάμπριελ...
"Τι συγκινητικό. Ξέρεις να τα λες όμως ωραία."

Εκείνη τη στιγμή και πριν καλά καλά ολοκληρώσει τη φράση του δάγκωσε τον λαιμό της Έλενας στρίβοντας απότομα τον αυχένα της. Ο Μάρκος βγάζοντας μια απεγνωσμένη κραυγή βρέθηκε δίπλα τους και προσπάθησε να τον σταματήσει όμως ο Γκάμπριελ με το χέρι του τον πέταξε στον απέναντι τοίχο. Ήταν μεγαλύτερος από τον Μάρκο στην ηλικία κατά περίπου 170 χρόνια και γι' αυτό και ήταν πολύ πιο δυνατός αλλά και ταχύτερος. Άφησε το άψυχο σώμα της Έλενας να σωριαστεί στο έδαφος και άρπαξε τον Μάρκο με τα δυο του χέρια. Τον σήκωσε από το έδαφος, τον κόλλησε στον τοίχο, τον κράτησε ακινητοποιημένο, πλησίασε στο αυτί του και του είπε...

"Με ρώτησες το γιατί...Κάνε μια προσπάθεια...Δεν είναι δύσκολο να το σκεφτείς...Με πρόδωσες, με άφησες, έχασα ότι αγαπούσα περισσότερο και όλα αυτά ενώ σου έδωσα ζωή. Με έκανες αυτό που είμαι σήμερα. Να είμαι ένας άγγελος του Θανάτου, να θέλω μόνο εκδίκηση, να σκέφτομαι μόνο το αίμα."

"Ε τότε γιατί δε με σκοτώνεις;"...του είπε έχοντας τα μάτια του κολλημένα επάνω στην Έλενα..."Τι περιμένεις;"

"Όχι ακόμη. Τόσα χρόνια περίμενα. Θέλω να νιώσεις πρώτα τον πόνο, την οργή, την απώλεια...Φύγε, όμως να με περιμένεις γιατί θα έρθω για σένα όπου και αν κρυφτείς για να πάρω πίσω τη ζωή που σου χάρισα."

Τον άφησε κάτω και χάθηκε ξανά στη σκοτεινή του γωνία. Χωρίς να χάσει καθόλου χρόνο ο Μάρκος πήγε δίπλα στην Έλενα, τη πήρε και την έσφιξε στην αγκαλιά του για μερικές στιγμές και τον ρώτησε...

"Να πάρω το σώμα της μαζί μου; Δε θέλω να την αφήσω έτσι εδώ."

"Πάρ' το και φύγε."

Τη σήκωσε προσεκτικά και με τα δυο του χέρια, του είπε πως του υπόσχεται ότι θα τον περιμένει και χάθηκε μέσα στη νύχτα. Αυτή ήταν μια υπόσχεση που δεν είχε σκοπό να αθετήσει σε καμία περίπτωση. Αν και μπερδεμένος αφού δε περίμενε ο βρικόλακας του "ατυχήματος" να είναι ο Γκάμπριελ, πραγματικά ανυπομονούσε να έρθει η ώρα της συνάντησης. Ήθελε το τέλος να έρθει το συντομότερο δυνατό.

Πέμπτη, 3 Νοεμβρίου 2011

10. Γκάμπριελ

Σκοτάδι. Στο δωμάτιο επικρατούσε απόλυτη σιωπή. Σηκώθηκε από τη παλιά, φθαρμένη, δερμάτινη πολυθρόνα του και έβαλε στο cd player ένα cd κλασικής μουσικής τόσο δυνατά που η σιωπή διαλύθηκε μονομιάς. Τράβηξε στην άκρη την κουρτίνα. Η νύχτα είχε έρθει κιόλας. Τα φώτα του Λονδίνου γέμισαν το δωμάτιο απότομα. Αποκάλυψαν τα χαρακτηριστικά του προσώπου του. Κοντά και ξανθά μαλλιά, γαλάζια μάτια, έντονα ζυγωματικά, ένα πρόσωπο άγριο, γεμάτο γωνίες και με μια αρκετά ευδιάκριτη ουλή στην αριστερή πλευρά που δε θα έπρεπε να είναι εκεί. Εντυπωσιακός και τρομακτικός ταυτόχρονα. Γύρω στα 30 θα έλεγε κανείς αν προσπαθούσε να μαντέψει την ηλικία του. Βέβαια θα έπεφτε έξω κατά πολλές πολλές δεκαετίες μιας και ως θνητός γεννήθηκε το 1732. Κρατούσε στο δεξί του χέρι ένα ποτήρι γεμάτο, όχι όμως με κρασί όπως θα νόμιζε κάποιος που θα το έβλεπε από μακριά. Ένας σχετικός και γνώστης του θέματος θα καταλάβαινε αμέσως πως το ποτήρι περιείχε κατακόκκινο, ολόφρεσκο αίμα.

Άφησε το ποτήρι σε ένα τραπέζι και κατευθύνθηκε προς το διπλανό δωμάτιο. Έσπρωξε τη πόρτα και άναψε το φως μπαίνοντας. Το δωμάτιο ήταν σχεδόν άδειο. Είχε λιγοστά μικροέπιπλα και ένα μεγάλο ξύλινο κρεβάτι στο κέντρο του. Πάνω του ήταν ξαπλωμένη μια κοπέλα, όχι πολύ μικρή στην ηλικία. Είχε τα μάτια της ανοιχτά αλλά φαινόταν να βρίσκεται σε έναν δικό της κόσμο. Ο λαιμός της και τα γυμνά της χέρια ήταν γεμάτο από πληγές που αιχμηροί κυνόδοντες προξένησαν. Τη κρατούσε εκεί χωρίς δεσμά αλλά με τη δύναμη της αυθυποβολής. Δε μπορούσε να μιλήσει, να φωνάξει, να ξεφύγει από το μαρτύριο και ας είχε μόνο αυτό στο μυαλό της. Τη χρησιμοποιούσε ως δότη, ως πηγή αίματος και δεν ήταν η πρώτη. Ήταν κάτι που έκανε για πολλά χρόνια. Άλλες φορές το θύμα πέθαινε, άλλες πάλι όταν η διάθεσή του ήταν καλή τους άφηνε να φύγουν χωρίς φυσικά να θυμούνται τίποτε. Η νέα κοπέλα ήταν όμως ειδική περίπτωση. Βύθισε τα δόντια του στο λαιμό της. Ένα δάκρυ κύλησε στο μάγουλό της, χωρίς όμως να καταφέρει να βγάλει τον παραμικρό ήχο, πόσο μάλλον να κινηθεί, να προβάλει κάποια αντίσταση. Σκούπισε με το χέρι του το αίμα που έτρεξε στο πηγούνι του και της είπε...

"Μπορεί να έχω αγγελικό όνομα αλλά είμαι σίγουρος πως σκέφτεσαι ότι είμαι το ακριβώς αντίθετο. Μάλλον έχεις δίκιο. Για την ακρίβεια έχεις απόλυτο δίκιο. Ξέρεις όμως το φταίξιμο είναι όλο δικό σας."

Βγήκε από το δωμάτιο σχεδόν αμέσως. Έτσι κι αλλιώς δυνατότητα για απάντηση από μέρους της δεν υπήρχε. Σκέφτηκε πως θέλει λίγο αέρα και το μπαλκόνι ήταν ο κατάλληλος χώρος. Για κανένα δεκάλεπτο χάζευε τους θνητούς από ψηλά. Γι' αυτούς είχε μόνο μίσος. Όχι όμως μόνο γι' αυτούς.

Επέστρεψε στο δωμάτιο και άδειασε το ποτήρι που είχε αφήσει λίγο πριν. Είχε τραφεί μόλις τώρα όμως η δίψα δεν έφευγε ποτέ. Δεν είχε καταφέρει να βρει την ηρεμία που θα τον βοηθούσε να την ελέγξει. Τη γαλήνη και την ισορροπία που είχε εξασφαλίσει με τόσο κόπο την είχε χάσει μια και καλή μερικά χρόνια πριν. Πήρε το ποτήρι στο χέρι του και το πέταξε στον απέναντι τοίχο με τόση δύναμη που έσπασε σε αμέτρητα κομμάτια. Ο τοίχος αυτός ήταν καλυμμένος με δεκάδες ταλαιπωρημένες και μεγάλες φωτογραφίες. Σε αρκετές ήταν η κοπέλα που κρατούσε φυλακισμένη στο διπλανό δωμάτιο. Σε πολλές περισσότερες ήταν η Έλενα. Στη συντριπτική πλειοψηφία τους όμως έδειχναν τον Μάρκο είτε μόνο του είτε μαζί με την Έλενα, σε διάφορες στιγμές της καθημερινότητάς τους. Στο εστιατόριο του Άλεξ, στο θέατρο, στο δρόμο ή και έξω από τα σπίτια τους. Μάλιστα αυτές με τον Μάρκο δεν ήταν όλες πρόσφατες αλλά κάποιες τραβήχτηκαν εδώ και χρόνια. Ανάμεσα στις φωτογραφίες υπήρχαν αρκετές διάσπαρτες χειρόγραφες σημειώσεις με διευθύνσεις αλλά και οργισμένα σχόλια. Το σημείωμα με την ημερομηνία διεξαγωγής του κονσέρτου κινηματογραφικής μουσικής ξεχώριζε στο κέντρο όλων αυτών.

Πλησίασε σε μια από τις φωτογραφίες του Μάρκου. Το πρόσωπό του αγρίεψε κι άλλο. Έσυρε τα νύχια του με οργή πάνω της σκίζοντάς την. Αποκάλυψε τους κυνόδοντές του λες και ήταν έτοιμος να επιτεθεί και είπε...

"Μάρκο...δειλέ...προδότη. Το τέλος σου φτάνει. Το ατύχημα στο θέατρο ήταν μόνο η αρχή. Μια από αυτές τις μέρες η αγάπη θα πεθάνει."