Τετάρτη, 28 Σεπτεμβρίου 2011

7. Στάχτη

Τρίτη απόγευμα και η Έλενα βρισκόταν στο σπίτι της καλύτερης φίλης της όπου εδώ και ώρα απολάμβαναν το τσαγάκι τους ενώ κουβέντιαζαν περί ανέμων και υδάτων. Η Έλενα σήκωσε το βλέμμα της και κοίταξε έξω από το παράθυρο. Το φως είχε αρχίσει να χάνεται. Το ρολόι στον τοίχο έδειχνε 8 και 5. Το ημερολόγιο παρά δίπλα 14 Μαΐου του 1996...Είπε στη φίλη της ότι πρέπει να φύγει γιατί είχε υποσχεθεί στον αδερφό της, τον Άντονι πως θα πάνε βόλτα. Βγήκε στο δρόμο και ξεκίνησε για το σπίτι της που απείχε μόλις μερικά τετράγωνα. Στο δρόμο καθώς περπατούσε και σκεφτόταν πως να περάσουν τη βραδιά τους η ίδια και ο πολυαγαπημένος της βρικόλακας αδερφός της δεν έδωσε καθόλου σημασία στην περίεργη ησυχία που επικρατούσε. Έφτασε στο σπίτι, αποφάσισαν να πάνε για φαγητό ή να δούνε καμιά ταινία ή και τα δύο όμως τα σχέδιά τους μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα ανατράπηκαν ριζικά. Είχαν φτάσει σχεδόν στην εξώπορτα της μονοκατοικίας όπου έμεναν από τα παιδικά τους χρόνια όταν ξαφνικά κάποιος έσπασε την πόρτα. Ήταν άντρες του στρατού. Ένα χέρι τράβηξε την Έλενα απότομα προς τα έξω και ταυτόχρονα ένας άλλος πυροβόλησε τον Άντονι πέντε φορές. Κάποιες σφαίρες βρήκαν στόχο μιας και ο Άντονι ήταν τελείως απροετοίμαστος και έτσι δε πρόλαβε να αντιδράσει και να αμυνθεί. Οι σφαίρες μπορεί να μην ήταν δυνατό να τον σκοτώσουν αλλά ήταν αρκετές για να τον ακινητοποιήσουν. Η Έλενα προσπαθούσε με όλες της τις δυνάμεις να ξεφύγει από τους άντρες του στρατού και να πάει κοντά στον αδερφό της αλλά τα χέρια που τη κρατούσαν δεν της έδιναν το περιθώριο να το κάνει. Φώναζε για βοήθεια, τους παρακαλούσε να σταματήσουν αλλά μάταια. Ο Άντονι αιμόφυρτος σύρθηκε προς την εξώπορτα. Το βλέμμα του συναντήθηκε με αυτό της Έλενας. Της έκανε ένα ανεπαίσθητο νεύμα σα να της έλεγε αντίο και τότε ήταν που ξεκίνησε η φωτιά. Οι στρατιώτες έβαλαν φωτιά στο σπίτι και λίγο πριν αυτό τυλιχτεί στις φλόγες το εγκατέλειψαν αφού προηγουμένως πυροβόλησαν τρεις φορές ακόμη τον Άντονι για να είναι σίγουροι πως δε θα ξεφύγει. Η Έλενα πια ούτε να φωνάξει μπορούσε, ούτε να αντιδράσει πια. Τα μάτια της είχαν πλημμυρίσει από δάκρυα καθώς έβλεπε τον Άντονι να γίνεται στάχτη μπροστά της.

Άνοιξε τα μάτια της και είδε πως βρισκόταν στο σπίτι της φίλη της. Η Σάρα το προηγούμενο βράδυ μόλις τα τηλεοπτικά κανάλια άρχισαν να μεταδίδουν τα νέα από την επιχείρηση εξόντωσης των τεράτων, όπως την χαρακτήριζαν, έτρεξε και μάζεψε την Έλενα στο σπίτι της αφού ήταν από τα ελάχιστα εκείνα άτομα που γνώριζαν την αλήθεια για τον Άντονι. Η Έλενα μετά βίας σηκώθηκε από το κρεβάτι με μάτια κατακόκκινα και χωρίς να έχει κανένα συναίσθημα μέσα της παρά μόνο οργή. Δε μπορούσε να πιστέψει το τι είχε γίνει. Πρώτα έφυγε η μητέρα της, μετά ήρθε η μεταμόρφωση και τώρα χάθηκε και ο Άντονι. Μπορεί να μην είχε μισήσει τους βρικόλακες, μόλις όμως μίσησε το μεγαλύτερο μέρος της ανθρωπότητας. Μπήκε στο μπάνιο, έριξε λίγο νερό στο πρόσωπό της, μετά κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και πριν προλάβει να πάρει το βλέμμα της από το είδωλό της πρόσεξε δύο μικρές πληγές στον λαιμό της, δύο μικρές τρύπες, τα απομεινάρια ενός δαγκώματος.

Πετάχτηκε τρομαγμένη από το κρεβάτι της, μέσα στο άγχος. Ο Μάρκος δεν ήταν δίπλα της. Μάλλον της έφτιαχνε πρωινό στη κουζίνα. Σκέφτηκε πως ήταν όνειρο αλλά η ανακούφιση δεν ήρθε. Και πως να έρθει όταν ξαναέζησε μέσα από το όνειρο όλη εκείνη την πέρα για πέρα αληθινή και εφιαλτική νύχτα της σφαγής. Και πως να εξηγήσει το τελευταίο φανταστικό κομμάτι του ονείρου με τα σημάδια στο λαιμό της. Τι να σήμαιναν άραγε; Μία τόσο σημαντική μέρα και ενώ ένιωθε πραγματικά ευτυχισμένη με τον Μάρκο γιατί θυμήθηκε και είδε κάτι τόσο θλιβερό; Η μεγάλη μέρα του κονσέρτου είχε μόλις ξημερώσει και δυστυχώς δε ξεκίνησε καθόλου καλά.

Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

6. Μεταμόρφωση

Οι επόμενες μέρες κύλησαν ήρεμα, όμορφα, γλυκά, τρυφερά. Ο Μάρκος όλη την ημέρα έγραφε το νέο του βιβλίο και το βράδυ συναντούσε την Έλενα. Της είχε πει πως την ημέρα συγκεντρώνεται πιο εύκολα και γι' αυτό θα προτιμούσε να βλέπονται όταν βραδιάζει. Αυτό εν μέρη ήταν και η αλήθεια αν εξαιρέσει κανείς βέβαια το γεγονός πως αυτό ήταν κυρίως δικαιολογία μιας και ο Μάρκος δε μπορεί να βγει την ημέρα στο φως του ήλιου. Η Έλενα από τη μεριά της είχε εντατικές πρόβες με την ορχήστρα στην οποία είχε ενταχθεί με το που επέστρεψε στο Λονδίνο και έτσι ήταν και η ίδια απασχολημένη αρκετές ώρες κάθε μέρα. Τα βράδια τους τα περνούσαν με ατελείωτες βόλτες και συζητήσεις αλλά και κινηματογράφο και φυσικά επισκέψεις στο στέκι τους, το αγαπημένο τους εστιατόριο όπου ο Άλεξ τους υποδέχονταν με μεγάλη χαρά. Άλλωστε και τους δύο τους συμπαθούσε ιδιαίτερα. Ο Μάρκος στιγμή δε μπήκε στον πειρασμό να διαβάσει τη σκέψη της Έλενας και ας ήταν γι' αυτόν το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο. Προτιμούσε να την ανακαλύψει σιγά σιγά. Να την αφήσει ελεύθερη να του αποκαλύψει με τη δική της θέληση οτιδήποτε θέλει όταν το επιθυμήσει. Ωστόσο δεν ήταν η Έλενα μόνο που δε μιλούσε για το παρελθόν αλλά και ο Μάρκος το απέφευγε όσο μπορούσε. Οι κουβέντες τους ήταν γύρω από τα ενδιαφέροντά τους και για το πως πέρασαν τη μέρα, όταν φυσικά δεν αφορούσαν τα συναισθήματά τους.

Είχε περάσει σχεδόν ένας ολόκληρος μήνας από εκείνη τη πρώτη συνάντηση στο εστιατόριο και στη διάρκειά του το πρώτο φιλί είχε δοθεί, το ακολούθησαν και άλλα πολλά, κάποιες νύχτες τις πέρασαν μαζί στο σπίτι της Έλενας, το σ' αγαπώ είχε ειπωθεί και από τις δύο πλευρές και δεν ήταν βιαστικό αλλά πέρα για πέρα αληθινό. Τις τελευταίες μέρες οι πρόβες της Έλενας είχαν ελαττωθεί πολύ. Η μέρα του αφιερωμένου κονσέρτου σε μεγάλους κινηματογραφικούς συνθέτες πλησίαζε και ήταν όλοι στην ορχήστρα πανέτοιμοι, γι' αυτό μόνο λίγες ακόμη πρόβες είχαν προγραμματιστεί πριν τη μεγάλη βραδιά ώστε το αποτέλεσμα να είναι απλά τέλειο. Ο ελεύθερος χρόνος της Έλενας ξαφνικά αυξήθηκε. Άρχισε να ζητά από τον Μάρκο να περνούν πιο πολλές ώρες μαζί, να βρεθούνε και μέσα στη διάρκεια της μέρας τώρα που το πρόγραμμά της χαλάρωσε, να δει τον χώρο όπου ζει μιας και αυτό δεν είχε γίνει ακόμη. Οι ερωτήσεις αυξάνονταν και ο Μάρκος ένιωθε όλο και περισσότερο πως της χρωστούσε κάτι πολύ παραπάνω από τα αισθήματά του...την αλήθεια για το τι είναι. Τις χρωστούσε να της πει το ποιον ακριβώς είχε ερωτευτεί. Έτσι πήρε τη μεγάλη απόφαση να της αποκαλύψει την πραγματικότητα. Και το περίεργο ήταν πως δεν είχε άγχος. Δε τον ένοιαζε το πως θα αντιδρούσε η Έλενα γιατί κάτι του έλεγε μέσα του πως όλα θα πάνε καλά και γιατί ήταν σίγουρος για τη δύναμη των συναισθημάτων τους.

Ήταν Παρασκευή. Ο ήλιος είχε κρυφτεί και ο Μάρκος ελεύθερος από τα δεσμά του φωτός συνάντησε την Έλενα. Είχαν πει να βρεθούν στο εστιατόριο του Άλεξ. Κάθισαν σε ένα απομονωμένο τραπέζι στην άκρη του μαγαζιού μιας και ο Μάρκος δεν ήθελε να έχουν απρόσκλητους ακροατές. Μετά το καθιερωμένο φιλί μπήκε αμέσως στο θέμα καθώς ανυπομονούσε να του φύγει το δυσβάσταχτο βάρος της αλήθειας.

"Λοιπόν Έλενα νομίζω πως ήρθε η ώρα να πάρεις απαντήσεις στις ερωτήσεις σου και μαζί να πάρεις τις αποφάσεις σου."
"Πολύ βαρύ μου ακούστηκε. Ποιες αποφάσεις;"
"Έλενα είναι πολύ σημαντικό για μένα αυτό που θα πω...θέλω να στο πω...στο χρωστάω."
"Συγγνώμη, δε θα ξαναδιακόψω."
"Ο λόγος που σε συναντώ μόνο το βράδυ δεν είναι απλώς το ότι γράφω το βιβλίο μου. Είναι γιατί δεν αντέχω το φως του ήλιου...Βλέπεις εδώ και 80 χρόνια είμαι βρικόλακας..."
"Αυτό ήταν; Είναι όντως σημαντικό, καταλαβαίνω την αγωνία σου να μου το πεις και σε ευχαριστώ που μου το εμπιστεύτηκες. Πέρασε ομολογώ κάποια στιγμή από το μυαλό μου ότι μπορεί να ισχύει κάτι τέτοιο...Βλέπεις δεν είμαι άσχετη αφού και ο αδερφός μου ήταν βρικόλακας, έστω και για πολύ λιγότερο από 80 χρόνια."

Ο Μάρκος έμεινε άφωνος. Κάτι τέτοιο πραγματικά δε το περίμενε. Ήταν προσκολλημένος εδώ και15 χρόνια στην ιδέα ότι είναι ο τελευταίος του είδους του. Δεν είπε λέξη και άφησε την Έλενα να πει ή καλύτερα να θυμηθεί αυτά που ήθελε.

"Ήταν Σάββατο, 26 Ιουνίου του 1993. Όπως κάθε Σάββατο όλη εκείνη τη περίοδο μαζί με το αδερφό μου, τον Άντονι, είχαμε πάει κινηματογράφο. Τη ταινία που είδαμε δε τη ξέχασα ποτέ εξαιτίας του τι ακολούθησε. Είχαμε δει το Sleepless In Seattle και περιττό να σου πω πως όποτε διαβάζω ή ακούω γι' αυτή τη ταινία ξαναζώ τα πάντα. Βγήκαμε από τον κινηματογράφο και συναντήσαμε τη μητέρα μου που είχε βγει βόλτα με τις φίλες της. Πατέρας στην οικογένεια δεν υπήρχε, μας εγκατέλειψε όταν ήμουν μωρό. Προσωπικά δε τον θυμάμαι καθόλου, μόνο ο Άντονι είχε αναμνήσεις μαζί του. Είπαμε να κόψουμε δρόμο και περάσαμε από ένα μικρό, σχετικά σκοτεινό και έρημο δρομάκι κοντά στο σπίτι μας. Τότε ήταν που έγινε. Ένιωσα κάποιον να με σπρώχνει απότομα και δυνατά από πίσω. Έπεσα και χτύπησα στο κεφάλι. Ζαλισμένη καθώς ήμουν άκουσα τη μητέρα μου να ουρλιάζει για λίγα δευτερόλεπτα και μετά μια βραχνή φωνή να λέει..."Καλή η διασκέδαση αλλά ήρθε η ώρα να γίνω και λίγο δημιουργικός." Είδα έναν μεγαλόσωμο και μαυροντυμένο άντρα να κρατάει τον αδερφό μου ακινητοποιημένο με το ένα του μόλις χέρι ενώ είχε τα δόντια του βυθισμένα στον λαιμό του. Άρχισα να φωνάζω για βοήθεια. Προσπάθησα να τον σταματήσω. Με απώθησε με απίστευτη ευκολία και αφού δάγκωσε τον ένα του καρπό έβαλε τον αδερφό μου να γευτεί το αίμα του. Αμέσως μετά είπε ότι είχε καιρό να διασκεδάσει τόσο καλά και χάθηκε μέσα στο σκοτάδι με υπεράνθρωπη ταχύτητα. Πλησίασα τον αδερφό μου και είδα πως πέρα από τις πληγές στο λαιμό ήταν σε σχετικά καλή κατάσταση και στο δευτερόλεπτο συνειδητοποίησα πως η μητέρα μου ήταν ξαπλωμένη στο δρόμο. Ο Άντονι τη πήρε στην αγκαλιά του και με κοίταξε με τα βουρκωμένα του μάτια. Μόλις κατάλαβα πως η μητέρα μας 'έφυγε' έχασα τις αισθήσεις μου. Ήταν 44 χρονών όταν τη χάσαμε τόσο τραγικά και αναπάντεχα. Ο αδερφός μου αργότερα όταν συνήλθα στο νοσοκομείο μου ανέφερε πως κάλεσε την αστυνομία και το ασθενοφόρο και πως είπε ότι μας επιτέθηκε μάλλον ένα άγριο ζώο. Δεν απείχε και πολύ δυστυχώς από τη πραγματικότητα. Ήμουν 15 και ο Άντονι 22 χρονών τότε. Στη κηδεία ήμασταν σχεδόν μόνοι μας. Μέσα στις επόμενες μέρες άρχισε η μεταμόρφωση. Αρχικά δεν άντεχε το φως και σύντομα ξεκίνησε και η δίψα. Στο τέλος ήρθε η ταχύτητα και η υπεράνθρωπη δύναμη. Περάσαμε πολύ δύσκολα τον πρώτο καιρό. Ευτυχώς υπήρχαν μερικά χρήματα στην άκρη. Το ότι συνεχίσαμε να ζούμε μαζί σαν οικογένεια τον κράτησε πιστεύω ανθρώπινο και τον οδήγησε στην απόφαση να απαρνηθεί το αίμα. Ίσως και για να μη μου κάνει κακό. Ένιωθα τόσο θυμό γι' αυτόν που τα προκάλεσε όλα αυτά, αλλά ταυτόχρονα πως μπορούσα να μισήσω τους βρικόλακες συνολικά όταν και ο αδερφός μου ήταν ένας από αυτούς. Σταδιακά γνώρισα και άλλους σα τον αγαπημένο μου αδερφό. Έμαθα πως υπάρχουν αμέτρητοι ανάμεσά μας εδώ και εκατοντάδες χρόνια και τους δέχθηκα σα τμήμα της κοινωνίας μας αφού είχα διαπιστώσει πως η συντριπτική τους πλειοψηφία δεν είναι απειλή για τους κοινούς θνητούς...Δε μιλάς καθόλου όμως Μάρκο..."

Ο Μάρκος εξακολουθούσε να είναι άφωνος και λίγο αργότερα με αρκετό κόπο είπε...
"Δε θα μπορούσα ποτέ να φανταστώ το τι έχεις περάσει. Δηλαδή δε σε ενοχλεί το τι είμαι;"
"Έχω καταλάβει πιστεύω τι άνθρωπος είσαι εδώ και ένα μήνα περίπου. Οπότε όπως δε με ενοχλούσε με τον αδερφό μου, δε με ενοχλεί και μαζί σου."

Η ώρα πέρασε, ο ήλιος ξεπρόβαλε και οι δυο τους ήταν μαζί στο σπίτι του Μάρκου, μάλλον πιο ευτυχισμένοι από ποτέ.

Πέμπτη, 1 Σεπτεμβρίου 2011

5. Κάτω Από Το Φως Του Φεγγαριού

Η Έλενα έσπρωξε την πόρτα του εστιατορίου και μπήκε μέσα με ένα πολύ έντονα διερευνητικό βλέμμα. Χαιρέτισε στα γρήγορα τον Άλεξ και αμέσως μετά πρόσεξε τον Μάρκο που καθόταν σε ένα τραπέζι στην άκρη του μαγαζιού. Τον πλησίασε και χωρίς δεύτερη σκέψη του είπε...

"Πέμπτη συνεχόμενη νύχτα έρχομαι εδώ και φάνηκες επιτέλους. Μάλλον εκείνη η βραδιά μου έδωσε πολύ λανθασμένη εντύπωση."
"Συγγνώμη Έλενα, όχι δε σου έδωσε λάθος εντύπωση. Μου έτυχαν διάφορα και γενικά είχα πολλά στο μυαλό μου."
"Κατάλαβα, υπάρχει κάτι άλλο στη ζωή σου."
"Όχι, απλά υπάρχει πολύ πολύ μοναξιά εδώ και χρόνια."
"Μη πεις κάτι άλλο...Θες να φύγουμε, να πάμε μια βόλτα;"
"Φύγαμε."...απάντησε χωρίς κανένα δισταγμό ο Μάρκος.

Περπάτησαν αρκετή ώρα στους δρόμους της πόλης. Το φως του φεγγαριού, που ήταν σχεδόν πανσέληνος, έδινε στα πάντα ένα υπέροχο ασημένιο χρώμα, κάνοντας την ατμόσφαιρα ακόμη πιο ρομαντική. Στην αρχή δεν μιλούσαν μέχρι που η Έλενα έκανε την αρχή...

"Ώστε μοναξιά ε;"
"Μοναξιά, αλλά από επιλογή. Είμαι χρόνια κλεισμένος στον εαυτό μου και ουσιαστικά μόνος. Ούτε γονείς υπάρχουν πια, ούτε κάποιος συγγενής έχει απομείνει. Το μόνο που έχω είναι μερικοί γνωστοί. Εσύ; Μου είπε ο Άλεξ πως τώρα επέστρεψες στο Λονδίνο."
"Σωστά σου είπε. Έφυγα όταν ακόμη ήμουν 18 χρονών. Γύρισα τώρα γιατί πεθύμησα την πόλη όπου γεννήθηκα και μεγάλωσα. Είχα ανέβει αρκετά βόρεια. Τώρα είμαι μόνη στη πόλη, τότε είχα και έναν αδερφό."
"Τι συνέβη στον αδερφό σου;"
"Δεν έχω πρόβλημα να σου πω, αλλά πραγματικά προσπαθώ να ξεχάσω το τι έγινε, οπότε καλύτερα να το αφήσουμε για τώρα."
"Φυσικά και συγγνώμη για την αδιακρισία μου."
"Καμία συγγνώμη δε χρειάζεται, κάποια στιγμή θα σου πω. Αλλά ας αλλάξουμε θέμα, να πούμε κάτι πιο ευχάριστο. Με τι ασχολείσαι αυτό το καιρό Μάρκο; Κάποιο νέο βιβλίο;"

Ο Μάρκος ξεκίνησε να της λέει για το βιβλίο και το θέμα του αλλά πριν προλάβει να της δώσει περισσότερες λεπτομέρειες η Έλενα τον διέκοψε και του είπε κάτι άσχετο με τις συγγραφικές του ασχολίες...

"Με μαγνήτισε το βλέμμα σου με το που με κοίταξες σε εκείνη τη πρώτη συνάντηση."

Περπάτησαν για αρκετή ώρα ενώ σταμάτησαν να μιλάνε, όταν κάποια στιγμή ο Μάρκος είπε χαμηλόφωνα...
"Μου επιτρέπεις;"
Σχεδόν ταυτόχρονα και πριν προφτάσει να απαντήσει, έπιασε το χέρι της και το κράτησε σφιχτά.