Τετάρτη, 11 Ιουνίου 2014

12. Λίγο Πριν Όλα Χαθούν

Ξημέρωσε μια μέρα άχρωμη, δύσκολη. Ο ήλιος, καθόλη τη διάρκειά της, παρέμεινε κρυμμένος πίσω από βαριά, γκρίζα σύννεφα. Μια μέρα που ο Christopher πολύ θα ήθελε να γινόταν κάτι και να τη προσπεράσει, να ξεφύγει από αυτήν. Τέτοιο ξόρκι όμως δεν υπήρχε, διαφορετικά ο γιος των Winterblood θα το είχε αναζητήσει και θα το είχε ήδη βρει. Βρισκόταν στο πατρικό του διαμέρισμα. Τη νύχτα δεν είχε κοιμηθεί καθόλου, δεν είχε καν ξαπλώσει στο κρεβάτι του. Λίγα εικοσιτετράωρα μετά από τη δολοφονική απόδραση του Nicolas Silverlock από τον ερειπωμένο ναό του St. Joseph, λίγες μέρες μετά από τις πρώτες κηδείες, οι μάγοι της Νέας Υόρκης είχαν να αποχαιρετήσουν και άλλα αγαπημένα τους πρόσωπα που τα μέλη της ομάδας του Nicolas κυνήγησαν και σκότωσαν χωρίς δισταγμό, ακολουθώντας τις εντολές του σκοτεινού μάγου. Ανάμεσά τους μερίδιο στο θρήνο και μάλιστα διπλό είχε και ο Christopher. Τη προηγούμενη μέρα είχε χάσει τους δικούς του τόσο τραγικά και αναπάντεχα. Η εικόνα του κατεστραμμένου αυτοκινήτου δεν έφευγε από το μυαλό του. Αλλά ούτε και τη μυρωδιά της καμένης σάρκας μπορούσε να ξεχάσει. Στεκόταν κοντά στην εξώπορτα του διαμερίσματος ντυμένος στα μαύρα, με το βλέμμα κενό. Δάκρυα δεν έτρεξαν από τα ματιά του εδώ και πολλές ώρες. Όλη τη νύχτα ο θυμός και η οργή ξεχείλιζαν από μέσα του και τώρα που ήρθε η στιγμή να πει το αντίο στους γονείς του δεν ένιωθε απολύτως τίποτε. Άνοιξε τη πόρτα, γύρισε και κοίταξε μια τελευταία φορά τη φωτογραφία τους που υπήρχε σε μια κορνίζα στο απέναντι ράφι και στη συνέχεια κλείδωσε βιαστικά και άφησε πίσω του το διαμέρισμα, χωρίς να είναι σίγουρος αν θα ήθελε να ξαναεπιστρέψει εκεί ποτέ.

Βγήκε στο δρόμο και προχώρησε μέχρι την άκρη του πεζοδρομίου. Σήκωσε το χέρι του για να κάνει νόημα σε ένα ταξί και εκείνη τη στιγμή άκουσε μια γνώριμη φωνή.

"Christopher! Christopher! Είμαστε εδώ με τη μητέρα μου και σε περιμένουμε να πάμε μαζί."

Ήταν η Evelyn. Στεκόταν δίπλα στο αυτοκίνητο της μητέρας της. Μάλιστα η τελευταία, η Angelica, βρισκόταν στη θέση του οδηγού και τον κοίταζε με βλέμμα όλο θλίψη αλλά και συμπόνια.

Ο Christopher απάντησε καθαρά και αυστηρά...

"Θα πάω μόνος μου."

...και χωρίς να αφήσει στην Evelyn περιθώρια για καμία απάντηση, άνοιξε τη πόρτα του ταξί που είχε κιόλας σταματήσει μπροστά του και μπήκε μέσα.

Έμεινε μέσα στο όχημα περίπου είκοσι λεπτά και διαρκώς κοιτούσε έξω. Είχε τα μάτια του στραμμένα προς τον ουρανό. Ο οδηγός τον ρώτησε για ποιο λόγο πάει εκεί, αλλά ο ίδιος δεν αντέδρασε καθόλου. Στην πραγματικότητα ήταν τόσο πολύ χαμένος στις σκέψεις του που δεν τον άκουσε. Σκεφτόταν πολλά μα κυρίως το πως δε πρόλαβε να τους πει πόσο πολύ τους αγαπά. Έφτασε στον προορισμό του. Πλήρωσε τον οδηγό και χωρίς να περιμένει τα ρέστα του βγήκε από το ταξί και περπάτησε προς την πύλη του νεκροταφείου Holy Cross της Νέας Υόρκης. Πρώτη φορά πήγαινε εκεί. Τις ετοιμασίες της κηδείας τις είχαν αναλάβει οι φίλοι του από τον κύκλο των μάγων που ανήκε. Είδαν τη κατάσταση στην οποία βρισκόταν και δε τον άφησαν να κάνει το παραμικρό. Είδε σε ένα σημείο μαζεμένο αρκετό κόσμο και προχώρησε προς το μέρος τους περνώντας ανάμεσα στους συμμετρικά τοποθετημένους τάφους. Μερικές σταγόνες άρχισαν να πέφτουν. Πήγε και στάθηκε δίπλα στην Angelica. Της έπιασε το χέρι και αυτή γύρισε και τον κοίταξε με βουρκωμένα μάτια. Τα εφτά φέρετρα ήταν τοποθετημένα το ένα δίπλα στο άλλο, κλειστά, ολόμαυρα. Ο Christopher στεκόταν μπροστά στους δικούς του. Κάποιοι άνοιξαν τις ομπρέλες τους, αφού η βροχή δυνάμωνε σταδιακά. Ο καθολικός ιερέας είπε αυτά που έπρεπε, τα φέρετρα κατέβηκαν μέσα στους τάφους και όλοι πέρασαν να ρίξουν λίγο χώμα. Μερικοί άφησαν λουλούδια στα αγαπημένα τους πρόσωπα, στους φίλους τους, στους συγγενείς τους. Ο ιερέας έφυγε μα όλοι οι άλλοι έμειναν και περίμεναν...περίμεναν μέχρι που η Angelica αφήνοντας το χέρι του Christopher βγήκε μπροστά και πήρε το λόγο.

"Ξέρω πως ο θρήνος μας δεν έχει τελειωμό, μα αυτή εδώ η μέρα είναι για να πούμε αντίο στους δικούς μας ανθρώπους. Ας κρατήσουμε την οργή μας για αύριο. Δε θα μείνουμε άπραγοι, απλοί θεατές. Θα εκδικηθούμε, να είστε σίγουροι. Όμως θα πρέπει να είμαστε πολύ προσεκτικοί και να μη κάνουμε βιαστικές κινήσεις. Πρέπει να οργανώσουμε την αντίδραση μας, να τα μελετήσουμε όλα μέχρι και τη τελευταία λεπτομέρεια."

Κουνώντας καταφατικά το κεφάλι τους οι περισσότεροι έδειξαν πως συμφωνούν. Την Angelica την είχαν όλοι σε πολύ μεγάλη εκτίμηση. Για την ευθύτητα που την διέκρινε, τις αρχές της, το ζεστό της λόγο αλλά και τις μαγικές της ικανότητες. Επέστρεψε δίπλα στη κόρη της, την Evelyn και γεμάτη έκπληξη τη ρώτησε...

"Ο Christopher που είναι;"

Μητέρα και κόρη κοίταξαν ολόγυρά τους μα ο τελευταίος εναπομείναν Winterblood δε φαινόταν πουθενά.

"Πρέπει να έφυγε την ώρα που μιλούσες."...είπε η Evelyn λυπημένα και συμπλήρωσε..."Είναι σε πολύ άσχημη κατάσταση, πράγμα που το βρίσκω λογικό. Απλά δε ξέρω πως να τον πλησιάσω. Δε ξέρω τι να του πω."

Την ίδια στιγμή ο Christopher περνούσε τη πύλη του νεκροταφείου. Ήθελε όσο τίποτε άλλο να μείνει μόνος του. Η διαδικασία της ταφής των γονιών του ήταν ίσως η πιο τραγική στιγμή της ζωής του. Ευτυχώς ήταν μικρής διάρκειας. Το να ξέρει πως δε πρόκειται να τους ξαναδεί τον έπνιγε. Έφυγε και δε κοίταξε ούτε μια φορά πίσω του.

Οι μέρες πέρασαν. Ήταν 7 του Δεκέμβρη, απόγευμα. Η Evelyn περπατούσε στην οδό Libertine έχοντας κουμπωμένο μέχρι πάνω το μακρύ κόκκινο παλτό της, μιας και η θερμοκρασία ήταν μετά βίας πάνω από το μηδέν της κλίμακας Κελσίου. Έφτασε στο βιβλιοπωλείο των Winterbloods. Το κατάστημα ήταν σκοτεινό. Έσπρωξε την εξώπορτα μα ήταν κλειδωμένη. Κτύπησε με το χέρι της δύο με τρεις φορές αλλά καμία ανταπόκριση δεν ήρθε. Κόλλησε το πρόσωπό της στα τζάμια. Δε φαινόταν κανείς μέσα. Αφού σιγουρεύτηκε πως ο φίλος της δεν ήταν εκεί έφυγε απογοητευμένη.

Την επόμενη μέρα το πρωί αφού τηλεφώνησε αρκετές φορές και είδε πως κανένας δεν απαντά, πέρασε από το διαμέρισμα στο οποίο έμενε η οικογένεια. Κτύπησε το κουδούνι ξανά και ξανά. Τίποτα. Δεν ακουγόταν κανένας θόρυβος. Το διαμέρισμα έδειχνε να είναι έρημο. Και αυτή ήταν η αλήθεια. Ο Christopher δεν ήταν εκεί. Από τη κηδεία και μετά είχε αφήσει το πατρικό διαμέρισμα και είχε πάει να μείνει σε ένα μικρότερο, μερικώς επιπλωμένο διαμέρισμα που ανήκε στην οικογένεια και που ο ίδιος το χρησιμοποιούσε που και που, όταν επιζητούσε λίγη μοναξιά. Και τώρα την ήθελε όσο τίποτε άλλο.

Ο χρόνος κύλησε λίγο ακόμη. Ο Christopher εξακολουθούσε να μην ανταποκρίνεται στα καλέσματα των φίλων του. Δεν ήταν θυμωμένος μαζί τους, κάτι τέτοιο θα ήταν παράλογο. Άλλωστε δεν ήταν ο μόνος που έχασε τους δικούς του ανθρώπους. Απλά ήταν μπερδεμένος και κυρίως βρισκόταν σε μια φάση απόλυτης άρνησης. Αρχικά τον κατέκλυσε η λύπη, η απώλεια, συναισθήματα που κάλυψαν όλα τα άλλα. Δε μπορούσε να συνειδητοποιήσει πως οι δικοί του έφυγαν. Του έλειπαν απίστευτα. Συνέχεια σκεφτόταν πως θα έπρεπε να τους έχει προστατέψει καλύτερα, πως θα έπρεπε να τους λέει πόσο πολύ τους αγαπά πιο συχνά. Τα δυο τους πρόσωπα ήταν μονίμως καρφωμένα στο μυαλό του. Προσπαθούσε παράλληλα να θυμηθεί μία προς μία εκείνες τις λέξεις που αντάλλαξε μαζί τους στο βιβλιοπωλείο. Δε τα κατάφερνε όμως, γεγονός που τον εκνεύριζε. Αν ήξερε πως αυτές οι λέξεις θα ήταν οι τελευταίες, σίγουρα θα τις είχε διαλέξει πιο προσεκτικά. Τον εαυτό του τον είχε παραμελήσει. Μπορεί να του άρεσε να μένει αξύριστος, τώρα όμως το είχε παρακάνει. Πλέον διέθετε ένα απεριποίητο μούσι. Περνούσε την ώρα του αδιάφορα, χωρίς να κάνει το οτιδήποτε, με μάτια κατακόκκινα από την αϋπνία. Πότε ξαπλωμένος στον καναπέ, πότε στο κρεβάτι, με χιλιάδες σκέψεις να του προκαλούν πονοκέφαλο. Μουσική δεν άκουγε, τηλεόραση δεν άνοιγε...και οι μέρες περνούσαν και στο μυαλό του ερχόταν συνέχεια η φράση του σημειώματος.

"Έπρεπε να τους αποχαιρετήσεις..."

Τέσσερις λέξεις που τις θυμόταν ξανά και ξανά. Στο τέλος άρχισε να τις λέει και ο ίδιος, πρώτα από μέσα του, μετά δυνατά και στο τέλος σχεδόν φωναχτά. Τα μάτια του πυράκτωσαν. Τα φώτα του διαμερίσματος αναβόσβησαν και τότε ξαφνικά άνοιξε η τηλεόραση. Το βλέμμα του είχε πάρει φωτιά για τα καλά όταν πρόσεξε την οθόνη της τηλεόρασης και συγκεκριμένα τη λεζάντα κάτω από τη παρουσιάστρια των ειδήσεων. Το χρώμα των ματιών του επανήλθε στο φυσιολογικό και αμέσως έψαξε να βρει το τηλεχειριστήριο για να ανεβάσει την ένταση της φωνής.

"Οι επτά διπλωματικοί υπάλληλοι της χώρας μας που αφαίρεσαν τις ζωές τους κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες και με ιδιαίτερα φρικιαστικούς τρόπους, δε φαίνεται μέχρι στιγμής να έχουν καμία σχέση μεταξύ τους, αφού ο κάθε ένας από αυτούς εργαζόταν σε αμερικανική πρεσβεία διαφορετικής χώρας της Ευρώπης. Μόνο το κοινό επάγγελμα δείχνει να τους συνδέει καθώς και το γεγονός πως τα συμβάντα έγιναν μέσα σε διάστημα δύο ωρών. Να σημειώσουμε πως πριν από δύο μέρες οι πρεσβευτές μας στο Λονδίνο και στη Ρώμη εξαφανίστηκαν και η τύχη τους αγνοείται από τότε."

Ο Christopher κάθισε στον καναπέ και άκουγε προσεκτικά. Η παρουσιάστρια συνέχισε το δελτίο με τις επόμενες ειδήσεις και πήρε το χειριστήριο για να κλείσει τη τηλεόραση. Πριν προλάβει όμως να το κάνει, μια ακόμη είδηση του κέντρισε το ενδιαφέρον.

"Νέο κύμα ανεξήγητης βίας ξέσπασε χθες σε αρκετούς χώρους μαζικής συνάθροισης σε όλη τη χώρα. Σε κινηματογράφο στο Queens της Νέας Υόρκης, κατά τη διάρκεια της βραδινής προβολής του Sophie's Choice, θεατές ξυλοκόπησαν άνδρα με τη δικαιολογία ότι έβαλε φωτιά στο κάδο για τα σκουπίδια που υπήρχε σε μια άκρη. Στη συνέχεια δέκα τουλάχιστον άνθρωποι ποδοπατήθηκαν στη προσπάθειά τους να βγουν από τον κινηματογράφο μέσα στον πανικό που δημιουργήθηκε εξαιτίας της πυρκαγιάς που όπως λένε ξέσπασε. Ανατριχιαστική λεπτομέρεια, το ότι η αστυνομία δε βρήκε κανένα ίχνος πυρκαγιάς. Πέντε συνάνθρωποί μας δεν τα κατάφεραν και άφησαν τη τελευταία τους πνοή στο νοσοκομείο λίγη ώρα μετά. Περίπου την ίδια ώρα στο Chicago του Illinois στο γήπεδο όπου διεξαγόταν αγώνας μεταξύ των Chicago Bulls και των Sacramento Kings οι θεατές των δύο ομάδων ήρθαν στα χέρια καθώς όπως υποστήριξαν κάποιοι, οι οπαδοί της μιας ομάδας χρησιμοποίησαν υβριστικά συνθήματα για την αντίπαλη ομάδα. Το αποτέλεσμα;...Θανατηφόρα χτυπήματα και τρεις νεκροί. Το περίεργο όμως ήταν πως το βίντεο του αγώνα δεν έδειξε κανένα τέτοιο σύνθημα."

Ο Christopher πετάχτηκε από τον καναπέ, έκλεισε τη τηλεόραση, φώναξε..."Ξεκίνησε!!!"...και αρπάζοντας το παλτό του έφυγε από το διαμέρισμα.

Με γρήγορα βήματα κατευθύνθηκε στο βιβλιοπωλείο που δεν ήταν μακριά. Είχε μέρες να το ανοίξει και φυσικά δε πήγαινε τώρα εκεί για κάτι τέτοιο. Ήθελε να πάρει από ένα συρτάρι στο πίσω μέρος του μαγαζιού το στιλέτο που του είχε δώσει ο πατέρας του πριν μερικά χρόνια. Πήγε όμως εκεί και για έναν ακόμη πιο σημαντικό λόγο. Ήξερε πως οι φίλοι του όλο και κάποιο μήνυμα θα του είχαν αφήσει στη περίπτωση που αποφάσιζε να βγει από τη κρυψώνα του. Και το βιβλιοπωλείο ήταν το κατάλληλο σημείο για να το κάνουν. Μπήκε μέσα και αμέσως πρόσεξε πως στο πάτωμα υπήρχε ένα διπλωμένο λευκό χαρτί. Το πήρε στα χέρια του και διαπίστωσε πως δεν έγραφε τίποτε. Ήταν κενό, όμως μόνο για τα μάτια των κοινών θνητών. Πήγε στο πίσω μέρος του καταστήματος και τράβηξε το συρτάρι. Μετακίνησε έναν φάκελο με έγγραφα που είχε στο πάνω μέρος του και από κάτω το στιλέτο ήταν εκεί στη θέση του, μέσα στη δερμάτινη θήκη του. Στη συνέχεια άνοιξε ένα ντουλάπι και έβγαλε ένα μικρό γυάλινο μπουκάλι. Ξεδίπλωσε το χαρτί. Άνοιξε το μπουκάλι και έριξε από μέσα του λίγη μαύρη σκόνη στη χούφτα του. Άφησε το χαρτί στον πάγκο που στεκόταν μπροστά του και βάζοντας το χέρι του πάνω και μπροστά από αυτό φύσηξε δυνατά. Μόλις η σκόνη έπεσε πάνω στο χαρτί μαύρα γράμματα άρχισαν να αποκαλύπτονται.

"Θα μας βρεις στην οδό Meadow, στον αριθμό 11 και στον έκτο όροφο. Το διαμέρισμα θα το καταλάβεις."

Είχε πια βραδιάσει για τα καλά, βγήκε από το βιβλιοπωλείο και χωρίς να χάσει καθόλου χρόνο πήγε με ένα ταξί κατευθείαν στην οδό που έγραφε το σημείωμα. Κατέβηκε ένα τετράγωνο πιο μπροστά από τον αριθμό που ήταν ο προορισμός του. Ήθελε να έχει χρόνο ώστε να σιγουρευτεί πως κανένας δε τον ακολουθεί. Αφού βεβαιώθηκε, μπήκε στην πολυκατοικία με τον αριθμό 11 και με τον ανελκυστήρα ανέβηκε στον έκτο όροφο. Βγαίνοντας από αυτόν έκανε να πάει προς τα αριστερά αλλά εκείνη τη στιγμή ένας ψίθυρος ακούστηκε μέσα στο μυαλό του!

"Στο διαμέρισμα με το νούμερο 21."

Προχώρησε στο διάδρομο και έψαξε να βρει τη πόρτα με το 21. Κατάλαβε πως έφτανε στο προορισμό του καθώς ένιωσε ξένες σκέψεις να εισβάλλουν ανάμεσα στις δικές του. Στεκόταν πια μπροστά στην εξώπορτα του διαμερίσματος και ήξερε πως είναι η σωστή, χωρίς να κοιτάξει καθόλου τον αριθμό επάνω της. Πριν προλάβει να απλώσει το χέρι του και να κτυπήσει το κουδούνι η πόρτα άνοιξε προς τα μέσα και μπροστά του εμφανίστηκε η Angelica. Τον κοίταξε γλυκά, με ανακούφιση και του είπε...

"Επιτέλους ήρθες."

Ο Christopher πέρασε αμέσως μέσα και η Angelica χωρίς καθυστέρηση έκλεισε τη πόρτα πίσω του. Είχε μπει σε ένα μικρό διαμέρισμα με λιγοστά έπιπλα και βαριές, σκούρες κουρτίνες στα παράθυρα που εμπόδιζαν τον οποιοδήποτε να δει τη πόλη έξω. Στον χώρο και πέρα από την Angelica ήταν ακόμη πέντε άτομα. Τρεις άντρες και δυο γυναίκες, τους οποίους φυσικά και γνώριζε ο ίδιος πολύ καλά. Μάλιστα όλοι τους είχαν χάσει κάποιο αγαπημένο τους πρόσωπο στα πρόσφατα γεγονότα. Ήταν εκεί εκπρόσωποι των Redstones, των McStevens και των Vators. Η οθόνη της τηλεόρασης που υπήρχε σε μια άκρη έδειχνε μόνιμα κάποιο ειδησιογραφικό κανάλι. Κυρίαρχα θέματα εννοείται πως ήταν αυτά που έκαναν τον Christopher να βγει από την απομόνωση. Η αγαπημένη του Angelica πήρε το λόγο τη στιγμή που ο Christopher αντάλλασσε βλέμματα συμπόνιας με τους υπόλοιπους.

"Θα σε περιμέναμε δυο με τρεις μέρες ακόμη και μετά θα ξεκινούσαμε χωρίς εσένα, μιας όμως και ήρθες σήμερα, νομίζω πως όλοι συμφωνούμε πως πρέπει, βάζοντας τη θλίψη μας για λίγο στην άκρη, να αρχίσουμε τώρα, αυτή τη στιγμή, χωρίς να αφήσουμε να χαθεί κι άλλος χρόνος."

Όλοι κούνησαν καταφατικά το κεφάλι και άφησαν την Angelica να συνεχίσει.

"Είναι φανερό πως ο Nicolas και η ομάδα του είναι πίσω από όλα αυτά που βλέπουμε στη τηλεόραση. Αυτοί βρίσκονται πίσω από τις απαγωγές, τις αυτοκτονίες, τα ξεσπάσματα βίας. Ακόμη δεν έχουν βγει να το παραδεχτούν αλλά είμαι βέβαιη πως με κάποιο τρόπο θα βγούνε δημοσίως να αναλάβουν την ευθύνη, αρχίζοντας τις απειλές και τους εκβιασμούς των πολιτικών και των απλών πολιτών. Καταλαβαίνετε πως αυτό δε πρέπει να το επιτρέψουμε να συμβεί σε καμία περίπτωση. Οι βλέψεις του Nicolas για κυριαρχία πρέπει να σταματήσουν εδώ. Δε πρέπει να μάθει η κοινή γνώμη για την ύπαρξη της μαγείας. Να μάθει για μας."

Σηκώθηκε από τη πολυθρόνα στην οποία είχε καθίσει για λίγο και πλησίασε σε μια μεγάλη βιβλιοθήκη που βρισκόταν ανάμεσα στα δυο παράθυρα του δωματίου. Έψαξε στο δεύτερο ράφι και τράβηξε ένα σχετικά λεπτό βιβλίο με φθαρμένο εξώφυλλο. Γύρισε προς τον Christopher και τους υπόλοιπους και συνέχισε.

"Θα κτυπήσουμε κατευθείαν στο κέντρο. Δε θα σπαταλήσουμε άσκοπα δυνάμεις και χρόνο για να αντιμετωπίσουμε τα μέλη της ομάδας του Nicolas, αλλά θα επιτεθούμε στον αρχηγό τους. Άλλωστε θα τους έχει μαζεμένους τριγύρω του και θα περιμένει την εμφάνισή μας μετά τα όσα έκανε. Συμφωνείτε;"

Όλοι με μια φωνή είπαν "Ναι." και η Angelica πρόσθεσε...

"Οπότε μένει να ανακαλύψουμε το που κρύβονται. Σ' αυτό θα μας βοηθήσει το συγκεκριμένο βιβλίο."

Τότε ο Christopher ρώτησε...

"Τι σπίτι είναι αυτό; Πρώτη φορά έρχομαι."

Η Angelica χαμογέλασε και απάντησε...

"Ανήκει στην οικογένειά μου εδώ και αρκετά χρόνια. Το κράτησα κρυφό και νομίζω πως τώρα μας χρειαζόταν όσο ποτέ άλλοτε. Λοιπόν ξεκινάμε; Ελάτε!"

Μετακινήθηκαν και οι εφτά και στάθηκαν όρθιοι γύρω από ένα μικρό στρογγυλό τραπέζι που βρισκόταν στο κέντρο του δωματίου. Έπιασαν ο ένας το χέρι του αλλού δημιουργώντας έναν κλειστό κύκλο και τότε η Angelica τους είπε να σκεφτούν τα αγαπημένα τους πρόσωπα που έχασαν τόσο τραγικά. Κοίταξε προς τα κάτω, προς το ανοιχτό βιβλίο που είχε ακουμπήσει πάνω στο τραπέζι και έψαξε για μερικά δευτερόλεπτα με τα μάτια της μέχρι να βρει το κατάλληλο ξόρκι.

"Όταν τα μάτια κλείσεις και την εκδίκηση έχεις μόνο στο μυαλό, το μονοπάτι του αίματος θα αποκαλυφθεί μπροστά σου."...είπε η Angelica ήρεμα και καθαρά.

Τα μάτια και των εφτά πυράκτωσαν, καθώς κρατούσαν ο ένας το χέρι του αλλού τώρα ακόμη πιο σφιχτά. Τότε ένας θόρυβος ακούστηκε. Ένας ανεπαίσθητος ήχος, σα μικρός κυματισμός. Γύρισαν όλοι μαζί ταυτόχρονα προς τα δεξιά και είδαν πως η επιφάνεια του τετράγωνου καθρέφτη που ήταν κρεμασμένος στο τοίχο είχε αλλάξει. Σα να είχε μετατραπεί από στέρεη σε υγρή και κάποιος λες και είχε μόλις ρίξει μέσα του ένα βότσαλο. Τη στιγμή που ο κυματισμός σταμάτησε διαπίστωσαν πως ο καθρέφτης δεν έδειχνε πια την αντανάκλασή τους, αλλά κάτι άλλο. Ένα σκοτεινό δάσος και μεταξύ των αρκετά πυκνών δέντρων φαινόταν ένα σπίτι.

"Ωραία, μάθαμε πως βρίσκεται σε ένα σπίτι, κάπου σε ένα δάσος...και ποιος ξέρει ποιο είναι το δάσος αυτό;"...είπε ο Julius Kell, ένας από τους εφτά της συνάθροισης.

"Ξέρω εγώ."...απάντησε αμέσως ο Christopher.