Τετάρτη, 3 Οκτωβρίου 2012

11. Κυνήγι Μαγισσών

Λίγο έξω από τη Νέα Υόρκη, Νοέμβριος 1982

Είχαν περάσει τέσσερις μέρες από την ανακάλυψη στη φημισμένη Παναγία των Παρισίων και τώρα που το σκοτεινό ξόρκι βρισκόταν στην κατοχή του Nicolas Silverlock η ήδη υψηλή του αυτοπεποίθηση ανέβηκε ακόμη περισσότερο. Ωστόσο τώρα ξεκινούσε το βασικό σχέδιό του, απλά αυτή η δικλείδα ασφάλειας που το ξόρκι του πρόσφερε του είχε δώσει μια μεγάλη ανάσα για να προχωρήσει. Και το σχέδιό του ήταν ένα και μοναδικό, μεγαλεπήβολο αλλά και απλό θα έλεγε κανείς...Η αφάνεια δε του ταίριαζε. Είχε όμως και τη τύχη με το μέρος του. Ούτε ο ίδιος δε φανταζόταν πως το ξόρκι που έψαχνε τόσα χρόνια θα το έβρισκε λίγες μόνο μέρες πριν από την ετήσια συγκέντρωση των μάγων της Νέας Υόρκης. Πιο βολική περίσταση δε θα μπορούσε να βρεθεί για να κάνει τη κίνησή του. Και τώρα κατευθυνόταν προς τα εκεί...

Περπατούσε ανάμεσα στα πανύψηλα, γυμνά από φύλλα δέντρα, των οποίων οι ίσιοι και ασπρόμαυροι κορμοί ήταν κάθετα βυθισμένοι στο έδαφος. Ο ήλιος μόλις είχε χαθεί στον ορίζοντα και το ημίφως που ακόμη υπήρχε δημιουργούσε μια μυστηριακή ατμόσφαιρα μέσα στο δάσος. Το κρύο ήταν έντονο. Ο Nicolas στάθηκε για μια στιγμή και κοίταξε γύρω του. Αμέσως πρόσεξε αρκετά μικρά φώτα να ακολουθούν την ίδια πορεία. Δε γινόταν κάτι το μαγικό. Ήταν οι μάγοι που κρατούσαν φαναράκια στα χέρια τους και προχωρούσαν προς το ξέφωτο του Ασημένιου Λόφου της Νέας Υόρκης όπου και βρισκόταν. Δε βιάστηκε καθόλου. Άρχισε να προχωρά με αργά και σταθερά βήματα προς την ίδια κατεύθυνση. Ήθελε να φτάσει αφού θα είχαν μαζευτεί οι περισσότεροι μάγοι. Αν ήταν και τελευταίος θα ήταν ακόμη καλύτερα. Ήθελε να δει τις αντιδράσεις όσων πιο πολλών γινόταν όταν θα έκανε την είσοδό του. Φυσικά φανάρι ο ίδιος δε κρατούσε. Δεν ήταν το ότι και οι υπόλοιποι μάγοι τα είχαν ανάγκη για να βλέπουν μέσα στο δάσος, αλλά ήταν απλώς παράδοση δεκάδων χρόνων να φέρνουν όλοι και από ένα φανάρι για να φωτίζεται ο χώρος της συνάντησης, μιας και εκεί στην ερημιά το εγκαταλελειμμένο κτίσμα στο οποίο συναντιόντουσαν δε διέθετε ηλεκτρικό ρεύμα. Εννοείται πως ο Nicolas περιφρονούσε τις παραδόσεις και γενικότερα στη ζωή του δε του άρεσε να κάνει αυτό που του έλεγαν ή του υποδείκνυαν. Τα φώτα απομακρύνθηκαν. Οι μάγοι προφανώς και έφτασαν στον προορισμό τους. Ο Nicolas προχώρησε ανάμεσα στα δέντρα για δέκα λεπτά ακόμη μέχρι που είχαν πια αραιώσει. Φτάνοντας στο τέλος του δάσους και πριν βγει στο ξέφωτο που υπό το φως του φεγγαριού είχε αποκτήσει ένα ασημένιο χρώμα, δικαιολογώντας με αυτό τον τρόπο ως ένα βαθμό και το όνομα του λόφου της Νέας Υόρκης, στάθηκε κάτω από το τελευταίο δέντρο, κοίταξε το φεγγάρι και στη συνέχεια έριξε το βλέμμα του προς τον εγκαταλελειμμένο καθολικό ναό του St. Joseph που στεκόταν σε μια άκρη, λίγο πριν ξεκινήσουν και πάλι τα δέντρα. Έμεινε ακίνητος. Επικρατούσε απόλυτη σιωπή αν και βρισκόταν μέσα σε δάσος όπου θα έπρεπε να ακούγονται οι ήχοι κάποιων ζώων. Όμως τίποτε απολύτως δεν ακουγόταν. Ξαφνικά τη σιωπή διέλυσε με το δυνατό τίναγμα των φτερών του ένα κατάμαυρο κοράκι. Βγάζοντας μια κραυγή κάθισε στον αριστερό του ώμο. Τα ματιά του μάγου απέκτησαν ένα έντονο πορτοκαλοκόκκινο χρώμα καθώς συνέχισαν να κοιτάζουν προς την εκκλησία. Ανοίγοντας αμυδρά τα χείλη του, σχεδόν μέσα στο στόμα του, ψιθύρισε μερικές λέξεις. Μόνο τη τελευταία λέξη είπε ανεβάζοντας λίγο την ένταση της φωνής του...

...."αντίσταση."

Έβαλε το χέρι του στη τσέπη του παλτού του και άγγιξε τη μεταλλική πλάκα με το ξόρκι της μαύρης μαγείας που είχε πάρει από τη γυάλινη προθήκη των λειψάνων της Αγίας Μπερναντέτ στη Notre Dame. Ήταν καλά ασφαλισμένο εκεί. Χαμογέλασε και με γρήγορα πλέον βήματα βγήκε στο ξέφωτο. Το κοράκι άνοιξε τα φτερά του και άφησε τον ώμο του μάγου, πέταξε πάνω από την εκκλησία και χάθηκε μέσα στο δάσος. Χωρίς να χάσει άλλο χρόνο πλησίασε στο ναό. Πέρασε κάτω από τη μεγάλη πέτρινη πύλη. Πόρτες δεν υπήρχαν. Μπήκε μέσα. Ο μεγάλος σε διαστάσεις ορθογώνιος ναός ήταν σε πολύ άσχημη κατάσταση αφού παρέμενε ερειπωμένος για πολλά πολλά χρόνια. Μόνο οι πέτρινοι τοίχοι είχαν μείνει στη θέση τους. Τα παράθυρα είχαν καταστραφεί από καιρό. Το ίδιο όμως και η στέγη. Ο ουρανός με τα αμέτρητα αστέρια του ήταν η νέα στέγη του πια. Και φυσικά όλα εκείνα τα στοιχεία που δήλωναν την οποιαδήποτε θρησκευτική λατρεία είχαν χαθεί ή κλαπεί. Τριγύρω, στο έδαφος, στα περβάζια των παραθύρων, όπου ήταν δυνατόν, ήταν τοποθετημένα τα δεκάδες φαναράκια φωτίζοντας τον χώρο ζεστά, ρομαντικά και ιδιαίτερα ευχάριστα. Αμέσως μόλις κατάλαβαν ποιος μπήκε στη σύναξη όλοι γύρισαν και τον κοίταξαν επίμονα, ενώ ταυτόχρονα τα σχόλια για το άτομό του δεν έλειψαν. Πίστευαν οι περισσότεροι πως δε θα τολμούσε να εμφανιστεί. Ο Nicolas χωρίς να δώσει τη παραμικρή σημασία και με το ειρωνικό χαμόγελο διατηρημένο στο πρόσωπό του προχώρησε ανάμεσά τους και στάθηκε σε μια άκρη. Παρατηρούσε γύρω του. Εκεί στο κέντρο ήταν το νιόπαντρο ζευγάρι των Redstones, δίπλα τους οι δεκαμελής οικογένεια των Kells, πιο πίσω οι μεγάλοι σε ηλικία και κολλητοί φίλοι από τα παλιά Lotus Torn και Tom Vator, κοντά στην είσοδο οι οικογένεια των Dealtons, λίγο πιο μέσα οι McStevens, οι Smiths και πολλοί πολλοί άλλοι. Μεταξύ τους ήταν και η Angelica Jones, γιαγιά της αγέννητης ακόμη Amy, μαζί με την εικοσιτετράχρονη κόρη της Evelyn. Τουλάχιστον 80 μάγοι είχαν μαζευτεί εκείνο το βράδυ στην εκκλησία του St. Joseph. Η ετήσια συνάντηση ήταν μια συνήθεια που κρατούσε πολλά χρόνια τώρα και που ήταν μια ευκαιρία για τους μάγους της περιοχής και όχι μόνο να βρεθούν ξανά, να ανταλλάξουν τα νέα τους, να μοιραστούν ξόρκια και φίλτρα, να λύσουν τυχών προβλήματα της κοινότητάς τους και φυσικά να αντιμετωπίσουν μερικά έκτακτα θέματα. Ένα τέτοιο είχε προκύψει πρόσφατα. Ο Nicolas κοίταζε δεξιά και αριστερά. Τίποτε δεν έδειχνε να τον συγκινεί, να του κεντρίζει το ενδιαφέρον. Αυτό όμως δε κράτησε για πολύ. Ένας μορφασμός δυσφορίας ξαφνικά ζωγραφίστηκε. Το βλέμμα του σκοτείνιασε μόλις αντίκρισε τον Christopher και τους γονείς του, τον Daniel και την Margaret Winterblood. Μετακινήθηκε προς το μέρος τους και χωρίς να τους χαιρετήσει απευθύνθηκε στη μητέρα του Christopher και της είπε απότομα...

"Τι δουλειά έχεις εσύ εδώ; Αυτή εδώ είναι μια συγκέντρωση μάγων και εσύ απ' ότι ξέρω δεν είσαι μάγισσα. Η μαγεία μέσα σου είναι ανύπαρκτη. Δεν έχεις καμία θέση στον χώρο αυτό."

Η Margaret δε πρόλαβε να αρθρώσει λέξη. Στην πραγματικότητα δε της ερχόταν καμία λέξη να πει. Η επίθεση του Nicolas την βρήκε τελείως απροετοίμαστη και τη στεναχώρησε πάνω απ' όλα. Ο Christopher όμως δε μπόρεσε να μην αντιδράσει.

"Είπες αυτό που ήθελες. Έδειξες για άλλη μια φορά το πόσο ανώτερο θεωρείς τον εαυτό σου. Μπορείς τώρα να φύγεις. Η θέση της μητέρας μου είναι εδώ μαζί μου και μαζί με τον πατέρα μου."

Και ο μικρός αυτός διάλογος έληξε γρήγορα καθώς ο μεγαλύτερος σε ηλικία μάγος της συγκέντρωσης ανέβηκε σε ένα χαμηλό ύψωμα που υπήρχε στον χώρο και ξεκίνησε να μιλάει. Ήταν ο εβδομηντάχρονος Lucas Lightheart, ο μάγος που πρώτος είχε την ιδέα των ετήσιων συναντήσεων.

"Μπορώ να έχω λίγο τη προσοχή σας παρακαλώ;...είπε χαμογελώντας.

Αμέσως όλοι γύρισαν προς το μέρος του, σταματώντας τις μεταξύ τους κουβέντες.

"Καλώς ήρθατε και φέτος φίλοι μου στη συγκέντρωσή μας. Βλέπω κάνατε κιόλας τα πηγαδάκια σας, ανταλλάσσεται απόψεις, λέτε τα νέα σας. Χαίρομαι γιατί αυτός είναι ο σκοπός της σύναξής μας. Ωστόσο φέτος έχουμε κάτι έκτακτο να συζητήσουμε. Νομίζω πως οι περισσότεροι ξέρετε σε τι αναφέρομαι."

Στην εκκλησία επικρατούσε απόλυτη ησυχία. Τον Lucas των συμπαθούσαν και τον σέβονταν πολύ όλοι οι μάγοι της Νέας Υόρκης και αυτό γιατί ήταν πάντα σωστός, δίκαιος, σοβαρός και μάλιστα όχι μόνο τώρα που ήταν σε αυτή τη σχετικά μεγάλη ηλικία.

"Ίσως υπάρχουν όμως και κάποιοι που δεν έχουν λάβει γνώση του περιστατικού. Λοιπόν, πριν από τέσσερις μέρες κάποιος εισέβαλε στη Notre Dame στο Παρίσι, προκάλεσε παραισθήσεις στους πιστούς, τραυμάτισε αρκετούς από αυτούς επιδεικνύοντας τις δυνάμεις του, βεβήλωσε τα λείψανα της Αγίας Μπερναντέτ και πήρε κάτι από τη προθήκη στην οποία ήταν τοποθετημένα. Οι πιστοί δε μπορούσαν να θυμηθούν πολλά μετά από την επίθεση. Βρίσκονταν σε σύγχυση. Όμως η μαγεία που χρησιμοποιήθηκε άφησε το στίγμα της. Έγινε αντιληπτή από πολλούς μάγους. Όχι τόσο από τους νέους αλλά από αυτούς με ιδιαίτερα ανεπτυγμένες δυνάμεις. Θα μου πείτε γιατί μας αφορά κάτι που έγινε στην άλλη άκρη του Ατλαντικού; Η απάντηση για να μην αναρωτιέστε είναι απλή. Ο υπεύθυνος βρίσκεται ανάμεσά μας."

Τα σχόλια ξέσπασαν. Ο θόρυβος αντικατέστησε την ηρεμία. Και ο Lucas συνέχισε...

"Η πράξη αυτή είναι ανεπίτρεπτη. Χρησιμοποιούμε τις δυνάμεις μας για το γενικότερο καλό και κυρίως χωρίς να αποκαλύπτουμε την ύπαρξή μας. Το ότι δε προκαλούμε το κακό αθώων δε χρειάζεται να το σχολιάσω. Πόσο μάλλον όταν το κάνουμε για τελείως ιδιοτελή σκοπό. Κύριε Nicolas Silverlock δεν έχεις να πεις κάτι;"

Όλοι γύρισαν μονομιάς και κοίταξαν τον Nicolas. Ο ίδιος ξεχνώντας τη κουβέντα με τον Christopher και την οικογένειά του, προσπέρασε τους μάγους που βρίσκονταν μπροστά του και στάθηκε απέναντι στον Lucas.

"Με κατηγορείς για την επίθεση όπως καταλαβαίνω. Έχεις αποδείξεις;"

Ο Lucas έκανε ένα νεύμα και τότε μια φωνή ακούστηκε από λίγο πιο πίσω...

"Ήμουν εκεί, σε είδα με τα μάτια μου."

Ήταν ο μικρότερος γιος των Kells, ο Julius. Προχώρησε και αυτός με τη σειρά του και ήρθε δίπλα στον Nicolas λέγοντας...

"Δε χρειάζεται να ρωτήσεις. Ναι σε παρακολουθώ από τη στιγμή που δολοφόνησες τον ιερέα εκείνης της μικρής εκκλησίας. Η πράξη σου έγινε αντιληπτή και από τη Γερμανία όπου έτυχε να βρίσκομαι, ταξίδεψα μέχρι τη Γαλλία για να δω τη συνέβη. Μπορεί να είμαι μικρός αλλά έχω και γω τον τρόπο μου για να ανακαλύπτω αυτά που θέλω. Ήμουν έτοιμος να επέμβω αλλά προτίμησα να μείνω κρυμμένος και να επικεντρωθώ στο να μη πάθουν κάτι σοβαρό οι πιστοί."

Ο Nicolas με ύφος όλο αδιαφορία και χωρίς να δείχνει το παραμικρό σημάδι έκπληξης πήρε το λόγο ενώ ανέβηκε στο ύψωμα...

"Μπράβο σας. Με ανακαλύψατε. Άλλωστε ο στόχος μου δεν ήταν να κρυφτώ. Η διακριτικότητα ποτέ δεν ήταν προτεραιότητά μου σε καμία από τις εκφάνσεις της ζωής μου."

Ο Lucas απάντησε αμέσως...

"Για ποια διακριτικότητα μιλάς; Ξεπέρασες κατά πολύ τα όρια. Έφτασες στη δολοφονία και φαντάζομαι δεν ήταν η πρώτη φορά. Έκανες τα πάντα για να βρεις και να πάρεις κάτι."

Ο Nicolas δεν είχε διάθεση να τον αφήσει να πει πολλά ακόμη.

"Το τι πήρα να μη σε νοιάζει και να εύχεσαι να μη φτάσουμε στο σημείο να το μάθεις. Σας βαρέθηκα και σας και τα όριά σας. Έχουμε τόση δύναμη και τη κρατάμε για τον εαυτό μας. Τόση δύναμη μένει άχρηστη. Ε λοιπόν εγώ πλέον δεν έχω σκοπό να την αφήσω να πάει χαμένη από δω και πέρα."

"Οπότε δεν έχεις καμία θέση εδώ. Δε θέλουμε στη σύναξή μας δολοφόνους, ούτε και άτομα που δε συμφωνούν με τους κανόνες μας. Φύγε και να είσαι σίγουρος πως θα μας βρεις απέναντί σου στην επόμενη κίνησή σου."...αποκρίθηκε ο Lucas.

Ο Nicolas με το γνώριμο ειρωνικό του ύφος τον διέκοψε κοφτά...

"Βιάζεσαι. Νομίζεις πως είχα καμία όρεξη να έρθω στην ηλίθια συγκέντρωσή σας; Παρευρίσκομαι εδώ έχοντας ένα σκοπό. Νομίζω πως τις απόψεις μου αυτές περί μαγείας τις έχουν και άλλοι. Ίσως και κάποιοι ανάμεσά σας. Οπότε σας καλώ ανοιχτά και ξεκάθαρα. Ποιοι από εσάς θέλετε κάτι καλύτερο για τον εαυτό σας; Ποιοι βαρεθήκατε να κρύβεστε; Αν υπάρχει κανείς που θέλει να εκμεταλλευτεί τις δυνάμεις του, τα ξόρκια του, τις γνώσεις τόσων αιώνων, τώρα είναι στιγμή για να με ακολουθήσει. Ο κόσμος πρέπει να μας σέβεται, να μας υπηρετεί και αν δε το κάνει είναι στο χέρι μας να τον αναγκάσουμε."

Σταμάτησε να μιλά. Τη δήλωση που ήθελε να κάνει την είχε πια ξεστομίσει. Κοίταξε κάτω προς το πλήθος των μάγων. Ένοιωσε μια σχετική αμηχανία, αισθάνθηκε αγωνία, κάτι που δε το περίμενε.

"Τελευταία σας ευκαιρία. Ποιος είναι μαζί μου;"

Ο Lucas μίλησε αυστηρά...

"Δεν έχεις καμία δουλειά εδώ. Φύγε..."

Όμως έχασε τα λόγια του όταν είδε όλα τα μέλη των Dealtons και των Smiths να βγαίνουν μπροστά. Σε μερικά δευτερόλεπτα μερικοί ακόμη μάγοι τους ακολούθησαν.

Όλοι είχαν παγώσει. Ο Christopher βγήκε και αυτός μπροστά όχι γιατί ήθελε να ακολουθήσει τον Nicolas, αυτό δεν υπήρχε πιθανότητα ούτε για αστείο να συμβεί, αλλά για να κάνει μια προσπάθεια να τους μεταπείσει.

"Το σκεφτήκατε καλά; Θα σας οδηγήσει στη καταστροφή. Θα σας χρησιμοποιήσει σα πιόνια του και θα σας προδώσει μόλις θα του είστε άχρηστοι."

Κανένας δε μίλησε. Πήγαν μόνο και στάθηκαν πίσω από τον Nicolas. Και ο γιος των Winterbloods συνέχισε...

"Καλώς! Να ξέρετε όμως πως θα μας βρείτε μπροστά σας, όλους μας σε ότι κι αν σχεδιάζετε. Σας το είπε ο Lucas, σας το υπογράφω και εγώ."

Ο Silverlock δεν έδωσε σημασία στα λόγια του και με ένα πλέον τεράστιο χαμόγελο γύρισε και τους είπε...

"Κάνατε σοφή επιλογή! Και τώρα ελπίζω να είστε έτοιμοι για τη μεγαλειώδη μας έξοδο."

Τους ζήτησε να αγγίξουν όλοι ο ένας τον ώμο του αλλού, έκλεισε τα μάτια του και όταν τα άνοιξε δεν υπήρχε ίριδα, κόρη, ούτε καν το λευκό τμήμα γύρω από αυτά. Τα μάτια του είχαν γίνει μαύρα. Κρατώντας σφιχτά ένα μαύρο πετράδι στο δεξί του χέρι που είχε βγάλει από μια εσωτερική τσέπη είπε μόνο τρεις λέξεις...

"Αστραπή! Κεραυνός! Μεταφορά!"

Ακούστηκαν δυνατές βροντές. Όλοι μέσα στο ναό σήκωσαν τα κεφαλιά τους και κοίταξαν τον ουρανό. Τα αστέρια χάθηκαν μέσα σε μια στιγμή. Σύννεφα τα έκρυψαν. Η νύχτα έγινε μέρα από τις διαδοχικές αστραπές. Και ύστερα ήρθε το χάος. Οι κεραυνοί άρχισαν να πέφτουν βροχή. Γύρω από το ναό, μέσα σ' αυτόν. Επικράτησε πανικός. Παντού καπνός και χώμα. Κανένας δε πρόλαβε να αντιδράσει διαφορετικά, να χρησιμοποιήσει έστω κάποιο ξόρκι. Να προστατέψει τον εαυτό του και τους αγαπημένους του. Όχι βέβαια ότι θα κατάφερνε και τίποτε. Ο ουρανός έβρεχε φωτιά. Όλοι έτρεχαν να εγκαταλείψουν την εκκλησία όσο πιο γρήγορα μπορούσαν καθώς οι κεραυνοί έβαλαν φωτιά στα μικρά φυτά που υπήρχαν διάσπαρτα στο έδαφος και που είχαν ξεφυτρώσει μέσα από τις σπασμένες πέτρινες πλάκες του πατώματος. Οι τοίχοι άρχισαν να καταρρέουν από τα κτυπήματα που δέχονταν από το πανίσχυρα στοιχεία της φύσης. Οι μάγοι βγήκαν έξω, οι περισσότεροι, όχι όμως και όλοι. Πέντε λεπτά κράτησε η απόγνωση. Οι αστραπές σταμάτησαν, το ίδιο και οι κεραυνοί. Ο Nicolas και όσοι πήραν το μέρος του είχαν εξαφανιστεί. Οι κεραυνοί ήταν το μέσο διαφυγής τους. Φυσικά το πετράδι έκανε όλη τη δουλειά. Και μετά ξεκίνησε η αγωνία και ο θρήνος. Άντρες και γυναίκες κάθε ηλικίας έτρεξαν, πολλοί με δάκρυα στα μάτια, να δούμε τι απέγιναν αυτοί που δε κατάφεραν να βγούνε. Να ανασύρουν τους δικούς τους από τα χαλάσματα στα οποία είχε μετατραπεί ο ναός. Και τα νέα δεν ήταν ευχάριστα. Δύο μέλη της οικογένειας των Kells, μεταξύ των οποίων και ο Julius, κεραυνοβολήθηκαν και σκοτώθηκαν επί τόπου. Ο Tom Vator καταπλακώθηκε από έναν τοίχο. Την ίδια τύχη είχαν άλλοι δύο μάγοι. Πέντε μάγοι έχασαν τη ζωή τους. Πολλοί παραπάνω τραυματίστηκαν. Κραυγές οργής, θυμού, σπαραγμού ακούγονταν πια μόνο. Λίγοι έφυγαν αμέσως και κυρίως γιατί είχαν τρομοκρατηθεί. Οι περισσότεροι έμειναν εκεί για να βοηθήσουν και να συμπαρασταθούν στις οικογένειες που έχασαν τους δικούς τους, τους φίλους τους. Να περιποιηθούν και να μεταφέρουν τα αγαπημένα τους πρόσωπα που χάθηκαν δίχως λόγο. Η ετήσια συνάντηση έληξε με τον πιο τραγικό τρόπο. Με τρόπο που κανένας δεν είχε ποτέ φανταστεί. Ο Christopher αφού βοήθησε όπως μπορούσε πήρε τους γονείς του και την Angelica με τη κόρη της, με τις οποίες ήταν οικογενειακοί φίλοι και επέστρεψαν στη Νέα Υόρκη. Είχαν μόνο μερικά επιπόλαια τραύματα που δε χρειάζονταν νοσοκομειακή φροντίδα. Γύρισαν στα σπίτια τους. Για δύο μέρες ο Christopher δεν ήθελε να σχολιάσει το θλιβερό γεγονός. Ούτε με τους δικούς του, ούτε με κανέναν. Πολλά τον χώριζαν και τον συνέδεαν με τον Nicolas. Δε περίμενε κάτι ιδιαίτερο από αυτόν, αλλά σε καμία περίπτωση δεν υποψιαζόταν αυτή την εξέλιξη.


Νέα Υόρκη, Δεκέμβριος 1982

Πρώτη μέρα του μήνα. Η θερμοκρασία είχε πέσει λίγο ακόμη. Οι κάτοικοι της Νέας Υόρκης εκείνη τη μέρα αντίκρισαν και μερικές νιφάδες με το που ξύπνησαν και βγήκαν από τα σπίτια τους για να πάνε στις δουλειές τους. Το έστω λιγοστό χιόνι δημιούργησε μια χαρούμενη ατμόσφαιρα και λίγο μάλιστα γιορτινή μιας και τα Χριστούγεννα πλέον δεν ήταν πολύ μακριά. Αυτό δεν ίσχυε για όλους. Οι μάγοι που δε πήγαν με τον Nicolas ζούσαν μέσα στο φόβο. Αν ο σαραντάχρονος Silverlock δε δίστασε να αφήσει πίσω του νεκρούς, μόνο και μόνο στη προσπάθειά του να στρατολογήσει μάγους, ποιος ξέρει τι τους επιφύλασσε για τη συνέχεια. Οι περισσότεροι δεν έβγαιναν από τα σπίτια τους, εκτός και αν ήταν απόλυτη ανάγκη. Βέβαια υπήρχαν και λίγοι θαρραλέοι που δεν άλλαξαν τις συνήθειές τους υπό τη σκιά της απειλής του Nicolas. Κακώς...Δεν ήταν μόνο οι νιφάδες που έκαναν την εμφάνισή τους στον ουρανό της Νέας Υόρκης όμως εκείνο το πρωινό. Δεκάδες μαύρα κοράκια πετούσαν σε χαμηλό ύψος σε διάφορα μέρη της τεράστιας πόλης. Η πτήση τους όμως δε κράτησε και πολύ. Ενώθηκαν σε ομάδες και κάθισαν στη ταράτσα τεσσάρων πολυκατοικιών. Περίμεναν και παρατηρούσαν.

Ήταν 11 το πρωί όταν ο Cal Redstone επέστρεψε στο σπίτι του για να δει τη γυναίκα του, την Sophie με την οποία είχαν παντρευτεί πριν από έναν μήνα. Δούλευε σε ένα γραφείο μιας διαφημιστικής εταιρίας όχι πολύ μακριά από το διαμέρισμα επί της οδού Principal στο οποίο πρόσφατα μετακόμισαν και γύρισε γιατί είχε ξεχάσει έναν φάκελο με σημαντικά έγγραφα. Παράλληλα ήθελε να δει και τη γυναίκα του. Μετά από το περιστατικό στο ναό του St. Joseph, όποτε του δινόταν η ευκαιρία, ερχόταν στο σπίτι για να κάνει έναν έλεγχο, για να σιγουρευτεί πως όλα είναι καλά. Ήταν πολύ ερωτευμένος με την Sophie και την γλύκα που ζούσαν όλες αυτές τις μέρες μετά το γάμο τους τη διέλυσε ο Nicolas. Η πόρτα του ανελκυστήρα άνοιξε στον έβδομο όροφο και ο Cal κινήθηκε γοργά προς το διαμέρισμα με το νούμερο 19. Πάγωσε στιγμιαία όμως μόλις είδε την εξώπορτα ορθάνοιχτη. Έτρεξε μέσα φωνάζοντας το όνομα της αγαπημένης του. Καμία απάντηση δεν ήρθε. Μπήκε στη κουζίνα και την είδε πεσμένη μπρούμυτα στο πάτωμα. Φώναξε ξανά και ξανά...

"Όχι! Όχι! Όχι!"...

Πήγε να γονατίσει δίπλα της. Ήθελε να τη γυρίσει, να τη δει. Είχε μια ελπίδα μήπως ήταν ακόμη ζωντανή. Δε πρόλαβε. Μια δύναμη τον σήκωσε βίαια, τον πέταξε με ορμή στο ταβάνι. Κτύπησε το κεφάλι του, το αίμα άρχισε να τρέχει. Ζαλίστηκε αλλά δεν έχασε τις αισθήσεις του. Η δύναμη τον κρατούσε εκεί, κολλημένο, ακινητοποιημένο. Και τότε είδε τη φιγούρα ενός άντρα να μπαίνει στο δωμάτιο. Κοίταξε πιο προσεκτικά και διαπίστωσε πως ήταν ο πριν από κάποια χρόνια φίλος του, ο νεαρός John Dealton.

"Είναι ζωντανή; Τι της έκανες;"

"Σσσσσ, Σσσσσ, μη κουράζεσαι, δεν έχει καμία σημασία. Όλα θα τελειώσουν."...Απάντησε ο John με ιδιαίτερα κυνικό ύφος.

"Τα κατάφερε ο Silverlock. Σε έκανε και σένα δολοφόνο. Είμασταν φίλοι κάποτε!"...είπε ο Cal και αφού άκουσε από τον John να λέει..."Κάποτε όντως."...όλα πραγματικά τελείωσαν.

Ο John με μάτια από φωτιά τον άφησε να πέσει ένα μετρό περίπου και μετά τον πέταξε και πάλι με δύναμη επάνω. Το έκανε αυτό άλλη μια φορά και μετά τον άφησε να σωριαστεί στο έδαφος. Πέφτοντας κτύπησε το κεφάλι του στη γωνία του ξύλινου τραπεζιού και κατέληξε στα πλακάκια του πατώματος. Ακίνητος, δίπλα στη γυναίκα του, μέσα σε μια τεράστια ποσότητα αίματος, νεκροί κι δυο.

Πέντε χιλιόμετρα δυτικά, την ίδια ακριβώς ώρα, ο Lotus Torn τοποθετούσε νέα προϊόντα στα ράφια του μαγαζιού του. Ήταν ιδιοκτήτης ενός μικρού καταστήματος με βιολογικά προϊόντα στην οδό Hollow. Για τους πιο ειδικούς πελάτες και αυτούς που γνώριζαν κάτι παραπάνω το μαγαζί του Lotus ήταν το καλύτερο μέρος για να προμηθευτούν τα βότανα και όλα εκείνα τα απαραίτητα συστατικά για τη παρασκευή ενός φίλτρου. Ο εξηνταδιάχρονος μάγος ήταν γενικά ένας χαμογελαστός άνθρωπος, ήσυχος και καλοσυνάτος. Όμως το χαμόγελο είχε πια χαθεί από το πρόσωπό του. Στο ναό ο τοίχος που έπεσε σκότωσε τον καλύτερό του φίλο, τον αδελφικό του φίλο από τα παιδικά του χρόνια. Όταν ο Lotus άκουσε τον χαρακτηριστικό ήχο από το κουδουνάκι της εξώπορτας, άφησε τα σακουλάκια με τα βότανα στον πάγκο που βρισκόταν μπροστά του και μετακινήθηκε προς το μπροστινό τμήμα του καταστήματος για να εξυπηρετήσει τον πελάτη που προφανώς μπήκε. Αυτόν όμως που βρήκε να περπατά ανάμεσά στους πάγκους και τα διάφορα ράφια δεν ήταν πελάτης αλλά ο Jonah Smith. Ο Lotus κοκκίνισε από θυμό και χωρίς να το πολυσκεφτεί είπε απότομα...

"Δεν έχεις καμία δουλειά εδώ. Να φύγεις τώρα."

Ο Jonah αποκρίθηκε..."Υπομονή και θα φύγω σύντομα."...την ίδια στιγμή που τα μάτια του έπαιρναν πύρινο χρώμα. Ένα ρεύμα αέρα κτύπησε τον Lotus που αμέσως αντιστάθηκε. Το μαγαζί τραντάχτηκε. Οι δύο μάγοι στέκονταν ο ένας απέναντι στον άλλον. Αντιμέτωποι μέχρι τελικής πτώσης. Όμως ο Lotus έδειχνε αδικαιολόγητα αδύναμος. Τα κύματα της ενέργειας σάρωσαν το κατάστημα. Πάγκοι αναποδογύρισαν, ράφια γκρεμίστηκαν, βιτρίνες έσπασαν και όλα αυτά έμοιαζαν να μην είναι η κυρίως επίθεση του Jonah. Ο Lotus έπεσε στα γόνατα και έκλεισε τα μάτια του. Κατάλαβε ότι δε μπορεί να κάνει και πολλά και ας τον θεωρούσαν όλοι από τους πιο δυνατούς μάγους. Άνοιξε τα μάτια του και είδε τον Jonah να στέκεται μπροστά του. Ο τελευταίος γονάτισε και τον άγγιξε στο μέτωπο. Τα μάτια του πια ήταν κατάμαυρα. Του ψιθύρισε κάτι στο αυτί και απομακρύνθηκε. Ο Lotus σηκώθηκε, με βλέμμα αδιάφορο και άβουλο, πλησίασε σε ένα συρτάρι, το τράβηξε, έβγαλε από μέσα ένα περίστροφο, άνοιξε το στόμα του, τοποθέτησε την κάνη του όπλου ανάμεσα στα δόντια του και τράβηξε χωρίς δισταγμό τη σκανδάλη ενώ ένα δάκρυ έτρεχε στο μάγουλό του. Ο λευκός τοίχος από πίσω του βάφτηκε κόκκινος. Ο Jonah βγήκε από το κατάστημα και πριν έρθει η αστυνομία χάθηκε μέσα στους περαστικούς που η καθημερινότητά τους δεν τους άφησε και πολλά περιθώρια να ακούσουν τον θόρυβο, τον πυροβολισμό, να καταλάβουν το παραμικρό.

Ταυτόχρονα στο κέντρο του Manhattan ο Arthur McSteven βγήκε από την είσοδο του τεράστιου κτιρίου όπου δούλευε. Ήταν υπάλληλος σε ένα μεγάλο λογιστικό γραφείο. Μαζί με έναν συνάδελφό του κατευθύνθηκαν προς μια καντίνα που πουλούσε φαγητό στο χέρι. Θα έμεναν μέχρι αργά στο γραφείο και ήθελαν κάτι για να τους κρατήσει χορτάτους. Πήραν από ένα κρύο σάντουιτς, πλήρωσε ο Arthur και για τους δύο και ξεκίνησαν για το γραφείο. Δε κατάφερε όμως να κάνει πολλά βήματα. Τρεις πυροβολισμοί ακούστηκαν. Η πρώτη βολή αστόχησε, καρφώθηκε στο κράσπεδο. Η δεύτερη τον πέτυχε στον αριστερό βραχίονα. Η τρίτη όμως τον βρήκε στο κεφάλι, στον αντίστοιχο κρόταφο. Έπεσε κάτω μπροστά στα έκπληκτα μάτια του συναδέλφου του. Οι πυροβολισμοί σταμάτησαν. Ο φίλος του Arthur χωρίς να χάσει τη ψυχραιμία του, έσκυψε και βάζοντας τα δάκτυλά του στον λαιμό του, διαπίστωσε πως ήταν ήδη νεκρός. Αίμα άφθονο, κατακόκκινο πλημμύρισε τον χώρο. Το πλήθος γύρω τους έτρεχε πανικόβλητο, φωνάζοντας για βοήθεια και προσπαθώντας να καλυφθεί. Δε χρειαζόταν όμως. Ο ελεύθερος σκοπευτής που περίμενε υπομονετικά από πολύ πρωί στη ταράτσα μιας σχετικά χαμηλής γειτονικής πολυκατοικίας είχε φύγει τη στιγμή που ολοκλήρωσε την αποστολή του.

Μερικά τετράγωνα πιο κάτω ο Lucas Lightheart παρέδιδε μαθήματα ζωγραφικής και σχεδίου στους οκτώ μαθητές του. Ο Lucas, οικοδεσπότης της ετήσιας σύναξης εδώ και δέκα χρόνια τουλάχιστον, ήταν καθηγητής σε μια διάσημη σχολή καλών τεχνών. Το μάθημα είχε φτάσει στο τέλος του. Χαιρέτησε τους μαθητές του που ήταν όλων των ηλικιών και με τους οποίους είχε πολύ καλή και ιδιαίτερα φιλική σχέση, τους ξεπροβόδησε μέχρι την εξώπορτα της αίθουσας και επέστρεψε στη πολυθρόνα του και στο γραφείο του. Κοίταξε τις σημειώσεις του μέχρι να έρθουν οι μαθητές του επόμενου τμήματος και τότε πρόσεξε πως πάνω στο τρίτο θρανίο υπήρχε ακουμπισμένο ένα μικρό ξύλινο καφέ κουτί. Σκέφτηκε πως μάλλον θα το ξέχασε κάποιο από τα παιδιά του προηγούμενου μαθήματος. Σηκώθηκε από τη πολυθρόνα του, πλησίασε στο θρανίο, το έπιασε με το δεξί του χέρι και το περιεργάστηκε για λίγο. Πρόσεξε πως στο κέντρο του, στη μπροστινή του πλευρά, είχε ένα μικρό επίχρυσο κουμπί. Χωρίς να σκεφτεί πως το κουτί δεν είναι δικό του πίεσε το διακόπτη προς τα μέσα. Το καπάκι απελευθερώθηκε και πετάχτηκε αμέσως προς τα πάνω κάνοντας έναν αρκετά δυνατό θόρυβο που αποδείκνυε πως ήταν αεροστεγώς κλεισμένο. Μέσα υπήρχε μια μαύρη σκόνη που εκτοξεύθηκε στο πρόσωπό του. Έκλεισε αντανακλαστικά τα μάτια του, όμως το κακό είχε γίνει. Η σκόνη είχε ήδη μπει μέσα. Παράλληλα άρχισε να βήχει έντονα. Βγήκε βιαστικά από την αίθουσα. Έτρεξε στο διάδρομο βήχοντας και τρίβοντας τα μάτια του. Έφτασε στο τέλος του όπου ήταν οι τουαλέτες. Μπήκε μέσα, άνοιξε τη βρύση και έριξε άφθονο νερό στο πρόσωπό του που πλέον το ένιωθε να καίγεται. Το νερό τον ανακούφισε αρκετά. Πήρε μια βαθιά ανάσα. Συνήλθε προς στιγμήν. Σήκωσε το κεφάλι του, πήρε χαρτί από μια θήκη στο πλάι και σκούπισε τα νερά. Πριν βγει από τη τουαλέτα κοίταξε τον εαυτό του για μια ακόμη φορά στον καθρέφτη. Τα μάτια του ήταν κατακόκκινα. Και τότε συνειδητοποίησε πως δεν ήταν μόνο αυτό. Μικρές σταγόνες αίματος άρχισαν να τρέχουν από αυτά, από τις άκρες τους. Βγήκε στο διάδρομο παραπατώντας και σφαδάζοντας από τον πόνο. Το αίμα έτρεχε όλο και περισσότερο, όχι μόνο από τα μάτια του αλλά και από τη μύτη και τα αυτιά του. Μπήκε με κόπο στο γραφείο του και προσπάθησε να φτάσει στο τηλέφωνο. Ήθελε να ζητήσει βοήθεια από τους Winterbloods. Αυτούς εμπιστευόταν πιο πολύ απ' όλους. Μάταια όμως. Μια καθηγήτρια άκουσε τις φωνές και βγήκε έντρομη από τη γειτονική αίθουσα στην οποία βρισκόταν να δει τι συμβαίνει. Είδε τον Lucas πεσμένο μπρούμυτα στο πάτωμα μέσα σε μια λίμνη αίματος και άρχισε να ουρλιάζει! Ο Lucas ήταν νεκρός και δολοφόνος δεν υπήρχε. Δεν ήταν παρών τουλάχιστον. Κανένας μάγος δε θα διακινδύνευε να αντιμετωπίσει ευθέως τον Lucas που ήταν ένας από τους πιο ικανούς μάγους της Νέας Υόρκης. Γι' αυτό και η δηλητηρίαση ήταν ίσως η μόνη σίγουρη οδός.

Το ίδιο πρωινό, περίπου την ίδια ώρα, στην οδό Libertine, ο Daniel και η Margaret Winterblood ήταν στο βιβλιοπωλείο τους, το Oblivion. Μαζί τους και ο γιος τους, ο Christopher. Ουσιαστικά αυτός ήταν που τα τελευταία χρόνια έπαιρνε τις πρωτοβουλίες σχετικά με το εμπόρευμα και είχε τη συνολική διαχείριση του οικογενειακού καταστήματος. Το συγκεκριμένο πρωινό οι γονείς του Christopher πέρασαν απλά για να του κάνουν λίγο παρέα και να πιούμε τον καφέ τους, πάντα φίλτρου. Ήταν ένα πολύ αγαπημένο ζευγάρι, μαζί για κάτι παραπάνω από 30 χρόνια, με μια ευδιάκριτη ευγένεια στο πρόσωπό τους και μάλιστα όχι ψεύτικη. Ο Daniel ήταν στα 60, η Margaret στα 58. Τελείωσαν τον καφέ τους, φόρεσαν τα πανωφόρια τους και η Margaret αγκάλιασε τον γιο της. Ο Christopher τους είπε λίγο πριν βγούνε από την εξώπορτα...

"Μα γιατί δε μένετε λίγο ακόμη;"

Η μητέρα του του χαμογέλασε και απάντησε...

"Παιδί μου το ξέχασες; Πρέπει να πάω να ετοιμάσω φαγητό και γλυκό. Το μεσημέρι περιμένουμε την Angelica και την Evelyn. Θα τους κάνουμε το τραπέζι! Ότι πρέπει για να περάσουμε χαρούμενα την ώρα μας και να ξεχάσουμε όσο είναι δυνατόν τα τελευταία γεγονότα."

"Α ναι! Μου είχε διαφύγει! Τέλεια! Η Angelica και η Evelyn δεν είναι απλά φίλες, είναι οικογένεια."...είπε ο Christopher καθώς τους χαιρετούσε. Έκλεισαν τη πόρτα πίσω τους, κούμπωσαν καλά τα παλτά τους μιας και το χιόνι έπεφτε πυκνό, μπήκαν στο αυτοκίνητό τους και ξεκίνησαν για το σπίτι. Θα μπορούσαν να περπατήσουν μιας και το διαμέρισμα δεν ήταν πολύ μακριά. Με αυτό το κρύο όμως το αυτοκίνητο ήταν πολύ καλύτερη λύση.

Ο Christopher άρχισε να βάζει μερικά νέα βιβλία σε μια μικρή βιβλιοθήκη στη πίσω μεριά της βιτρίνας. Άκουσε έναν ανεπαίσθητο θόρυβο και κοίταξε προς την εξώπορτα. Ήταν κλειστή. Τότε πρόσεξε πως στο πάτωμα και ακριβώς μέσα από αυτήν υπήρχε ένα λευκό χαρτί διπλωμένο στη μέση. Σκέφτηκε πως το έριξαν εκείνη τη στιγμή, αφού πέντε λεπτά πριν, όταν έφυγαν οι δικοί του, δεν ήταν εκεί. Κάποιος από τους τρεις τους θα το είχε δει. Πλησίασε, έσκυψε και το μάζεψε. Το ξεδίπλωσε και διάβασε από μέσα του αυτό που έγραφε...

"Έπρεπε να τους αποχαιρετήσεις..."

Ζαλίστηκε και έκλεισε τα μάτια του. Ένιωσε να χάνει τη γη κάτω από τα πόδια του. Άφησε το χαρτί να πέσει στο έδαφος. Δε σκέφτηκε ούτε σακάκι να φορέσει, ούτε το μαγαζί να κλειδώσει, το μόνο που είχε στο νου του ήταν οι γονείς του. Μήπως προλάβει. Παράτησε την εξώπορτα ανοιχτή και άρχισε να τρέχει...

Τρία χιλιόμετρα πιο ψηλά στην οδό Libertine ο Nicolas Silverlock περπατούσε στη μέση του δρόμου, ανάμεσα στα δύο ρεύματα κυκλοφορίας με κατεύθυνση προς το Oblivion. Οι κόρνες των αυτοκινήτων δε τον απασχολούσαν καθόλου. Με μάτια πύρινα περίμενε υπομονετικά, έψαχνε σχολαστικά. Και τότε είδε το αυτοκίνητο των Winterbloods. Ήταν πίσω από ένα ταξί, μόλις πενήντα μέτρα από αυτόν. Τίναξε το δεξί του χέρι προς τα αριστερά και το ταξί, που για καλή του τύχη δεν είχε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα, βγήκε από τη πορεία του. Έπεσε πάνω σε δύο παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Τίποτε δεν υπήρχε πλέον ανάμεσά σε αυτόν και τους Winterbloods. Τους κοίταξε στα μάτια με βλέμμα αδίστακτο. Σήκωσε το κεφάλι του και είδε τα δεκάδες κοράκια που πετούσαν σε χαμηλό ύψος. Είχαν δημιουργήσει ένα ανατριχιαστικό σμήνος και με τις κραυγές τους σκορπούσαν το τρόμο. Μουρμούρησε μερικές λέξεις σε μια άγνωστη γλώσσα και τότε τα κοράκια έκαναν βουτιά. Μια βουτιά θανάτου προς το αυτοκίνητο των Winterbloods. Με τη βοήθεια της μεγάλης ταχύτητας, με τα αιχμηρά τους ράμφη και με τη χρήση λίγης μαγείας έσπασαν το παρμπρίζ του αυτοκινήτου και μπήκαν μέσα τραυματίζοντας τον Daniel και την Margaret ανεπανόρθωτα στον θώρακα και στο κρανίο. Ο πρώτος που ήταν και ο οδηγός έχασε τον έλεγχο του οχήματος, το οποίο πέρασε στο αντίθετο ρεύμα και συγκρούστηκε μετωπικά με ένα λεωφορείο, που δε σταμάτησε αμέσως. Έσυρε το αυτοκίνητο των Winterbloods μερικά μέτρα προς τα πίσω, μέχρι που ξαφνικά μετά από μια μικρή έκρηξη αυτό τυλίχθηκε στις φλόγες. Τα κοράκια που επέζησαν πέταξαν προς όλες τις κατευθύνσεις. Ο Silverlock χάθηκε και αυτός μαζί τους, μέσα στο χάος που ο ίδιος δημιούργησε. Οι κάτοικοι της Νέας Υόρκης που έγιναν μάρτυρες της δολοφονικής επίθεσης είτε έτρεχαν κατατρομαγμένοι να σωθούν, είτε προσπαθούσαν να δούνε αν μπορούν να βοηθήσουν. Δεν υπήρχε όμως κανένας πια ζωντανός για να κάνουν κάτι. Κάποιοι ειδοποίησαν τη πυροσβεστική υπηρεσία και τότε ήταν που ο Christopher κατέφθασε. Είχε προλάβει και είχε δει τα κοράκια που έφευγαν, είχε δει και τη φωτιά, όμως από μακριά και ενώ ήταν πια αργά. Ιδρωμένος από την αγωνία, με δάκρυα στα μάτια όρμηξε προς το φλεγόμενο αυτοκίνητο φωνάζοντας πως είναι το αυτοκίνητο των γονιών του. Τον σταμάτησαν όμως οι πιο ψύχραιμοι που ήταν εκεί. Τον τράβηξαν στην άκρη, ενώ μέσα σε πέντε λεπτά είχε έρθει και ένα πυροσβεστικό όχημα. Η φωτιά έσβησε αμέσως, ο Christopher όμως δεν είχε κουράγιο να πλησιάσει, να αντικρίσει σε αυτή τη κατάσταση τους γονείς του. Έμεινε εκεί δίπλα στο πεζοδρόμιο, πεσμένος στα γόνατα, κοντά στα νεκρά κοράκια, στο αίμα, στα σκορπισμένα τμήματα του αυτοκινήτου, χωρίς να μπορεί να αρθρώσει λέξη, χαμένος σε έναν δικό του κόσμο.

Το βράδυ της ίδιας μέρας ο Nicolas περπατώντας στους δρόμους της Νέας Υόρκης έκανε τον απολογισμό του. Τον σκοπό του τον πέτυχε και με το παραπάνω. Η επιτυχία μάλιστα του ίδιου και όσων τον ακολούθησαν ήταν απόλυτη. Βέβαια δε μπορούσε να γίνει αλλιώς. Το ξόρκι που έκανε κάτω από το δέντρο πριν μπει στην εκκλησία του St. Joseph στέρησε σε όποιον βρισκόταν μέσα στο ναό κάθε δυνατότητα αντίστασης στο οποιοδήποτε ξόρκι. Εννοείται πως αντέστρεψε το ξόρκι σ' αυτούς που λίγο αργότερα πήγαν με το μέρος του και έφυγαν μαζί του. Ήθελε να βγάλει από τη μέση τους ανταγωνιστές του, αυτούς που στο μέλλον θα στέκονταν στο δρόμο του. Όχι όλους, κάτι τέτοιο ήταν έτσι κι αλλιώς αδύνατο. Τους αποδεκάτισε όμως. Αυτός ήταν ο πραγματικός στόχος του. Αυτός και οι προσωπικές του εκκρεμότητες. Γνώριζε πως οι εχθροί του θα ανασυντάσσονταν. Θα ήταν όμως λιγότεροι και ο ίδιος θα τους περίμενε καρτερικά. Τότε θυμήθηκε ξανά το ξόρκι της Notre Dame. Έβγαλε τη μεταλλική πλακέτα, τη κοίταξε για μια ακόμη φορά και το μόνο που σκέφτηκε ήταν να μη φτάσει στο σημείο να το χρησιμοποιήσει. Σήκωσε το χέρι του, σταμάτησε ένα ταξί και μπήκε μέσα. Είπε τη διεύθυνση στον οδηγό και βυθίστηκε γεμάτος ικανοποίηση στο κάθισμα. Το κυνήγι για την ώρα είχε τελειώσει.