Παρασκευή, 15 Ιουνίου 2012

9. Σε Αναζήτηση Της Μαύρης Μαγείας

Παρίσι, Νοέμβριος 1982

Ο 64χρονος ιερέας μιας μικρής καθολικής εκκλησίας στα αραιοκατοικημένα προάστια του Παρισιού μόλις είδε πως η ώρα πέρασε και ο ήλιος χάθηκε πια στον ορίζοντα βγήκε από το γραφείο του, κλείδωσε τις τρεις πόρτες του ναού και στη συνέχεια αποσύρθηκε στον προσωπικό του χώρο. Πήρε ένα βιβλίο από τη βιβλιοθήκη, βυθίστηκε σε μια φαρδιά πολυθρόνα που βρισκόταν δίπλα σε ένα μικρό παράθυρο και ξεκίνησε τη μελέτη. Εδώ και χρόνια τα βράδια του τα περνούσε με διάβασμα και περισυλλογή. Είχε περάσει περίπου ένα δεκαπεντάλεπτο όταν άκουσε μια κραυγή από έξω. "Κανένα κοράκι θα είναι."...σκέφτηκε και δεν έκανε λάθος. Δε πρόλαβε να επιστρέψει στο βιβλίο του και μια δεύτερη κραυγή ακούστηκε. Και αμέσως μια τρίτη και τέταρτη και πέμπτη και μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα αναγκάστηκε να κλείσει τα αυτιά του αφού οι κραυγές κάλυπταν η μια την άλλη. Πετάχτηκε από τη πολυθρόνα του ρίχνοντας το βιβλίο στο πάτωμα, κατατρομαγμένος από τους ήχους αυτής της μακάβριας χορωδίας. Και ξαφνικά οι κραυγές σταμάτησαν. Επικράτησε απόλυτη σιωπή. Σχεδόν κρατώντας την αναπνοή του μετακινήθηκε στο παράθυρο και έσκυψε για να κοιτάξει έξω. Τα φώτα της πόλης ήταν αρκετά για να δει πως δεκάδες κοράκια ήταν καθισμένα στα κλαδιά των δέντρων, στα καλώδια του ηλεκτρικού ρεύματος, στις στέγες των λίγων σπιτιών της περιοχής, παντού. Ανατρίχιασε. Όταν άκουσε ένα κτύπημα που προερχόταν από τη κεντρική είσοδο του ναού πάγωσε το αίμα του. Βγήκε δειλά από το δωμάτιο και διαπίστωσε πως η εξώπορτα ήταν ακόμη κλειδωμένη. Ανακουφίστηκε προς στιγμήν. Προχώρησε αργά στο ημίφως ανάμεσα στις ξύλινες θέσεις που προορίζονται για τους πιστούς. Τότε κάτι έσπρωξε τη δίφυλλη πόρτα. Σα να φύσηξε δυνατός αέρας, μόνο που δεν ήταν ο άνεμος. Στάθηκε εκεί και σκέφτηκε πως κάτι άλλο συμβαίνει. Κάτι που δεν άργησε να καταλάβει. Τα τόσα κοράκια, τα ανεξήγητα κτυπήματα στη πόρτα μόνο ένα πράγμα μπορεί να σήμαιναν. Μαγεία. Αμέσως τον έλουσε κρύος ιδρώτας. Ήταν προετοιμασμένος για μια τέτοια επίσκεψη αλλά είναι διαφορετικό να σου έχουν πει τι να περιμένεις από το να έρχεται η στιγμή που θα το ζήσεις πραγματικά.

"Άνοιξε τώρα."...ακούστηκε μια ανδρική φωνή να φωνάζει από έξω. Τα δύο φύλλα της πόρτας μετακινήθηκαν απότομα προς τα μέσα σπάζοντας τη κλειδαριά που τα κρατούσε ασφαλισμένα. Ο ιερέας έκανε τρία βήματα προς τα πίσω. Του πέρασε από το νου να τρέξει αλλά θα ήταν μάταιο. Κάρφωσε το βλέμμα του στην ορθάνοιχτη πια πόρτα. Περίμενε να δει μια ανδρική φιγούρα να εισέρχεται στο ναό αλλά αντίθετα δύο κοράκια πέταξαν μέσα. Όρμησαν επάνω του με μανία βγάζοντας τη μία κραυγή μετά την άλλη. Το ένα του κατάφερε ένα δυνατό κτύπημα με το ράμφος του στο μέτωπο. Το δεύτερο έχωσε τα γαμψά του νύχια στο δεξί του μάγουλο. Τον έριξαν κάτω. Το πρόσωπό του γέμισε αίμα. Ζαλίστηκε αλλά δεν έχασε τις αισθήσεις του, όχι τουλάχιστον ακόμη. Κοίταξε ψηλά και είδε πως τα κοράκια κάθισαν στο περβάζι ενός παραθύρου και παρατηρούσαν. Αμέσως έστρεψε τα μάτια του και πάλι στην κεντρική εξώπορτα. Ο άντρας στεκόταν εκεί. Η μορφή του ήταν επιβλητική. Προχώρησε στο εσωτερικό της εκκλησίας. Δε μπορούσε να κρύψει το ειρωνικό του χαμόγελο όσο και αν το προσπαθούσε. Σήμερα θα έπαιρνε αυτό που ήθελε. Πλησίασε τον πλημμυρισμένο στο αίμα ιερέα. Ο Πατέρας Patrick, όπως τον έλεγαν από τότε που εντάχθηκε στους κύκλους της καθολικής εκκλησίας, αποφάσισε να σπάσει την εκνευριστική σιωπή που επικρατούσε. Ένωσε το βλέμμα του με αυτό του μάγου και χωρίς ίχνος φόβου του είπε...

"Άδικα ήρθες ως εδώ. Δε πρόκειται να μου πάρεις λέξη."

Ο μάγος γέλασε υποτιμητικά και αμέσως απάντησε φωναχτά...

"Νομίζεις πως έχω έρθει εδώ για μερικές λέξεις σου; Πάντοτε ήμουν των πράξεων και όχι των κενών διαλόγων. Άλλωστε τα πολλά λόγια τα βαριέμαι."

Μόλις ολοκλήρωσε τη φράση του έσκυψε προς το μέρος του και βάζοντας το δεξί του χέρι στον λαιμό του τον ανάγκασε να σηκωθεί. Τα μάτια του μάγου πήραν το χρώμα της φλόγας. Άρχισε να σφίγγει τον λαιμό του ιερέα με όλη του δύναμη και συνέχισε να ανυψώνει το χέρι του μέχρι που το θύμα του έπαψε να πατά στο έδαφος. Τα δύο κοράκια πετούσαν πλέον πάνω από τα κεφάλια τους ενώ η χορωδία των υπολοίπων έξω από το ναό ξεκίνησε και πάλι το σκοτεινό της τραγούδι. Τα βογκητά του άτυχου Πατέρα Patrick είχαν αρχίσει να σβήνουν καθώς πνιγόταν και έχανε τις αισθήσεις του. Τότε ο μάγος έβγαλε ένα μικρό μαχαίρι από μια θήκη στη μέση του και το κάρφωσε στη κοιλιά του ιερέα. Αλλά δε σταμάτησε εκεί. Έβγαλε το μαχαίρι, το έβαλε στη θήκη του και στη θέση του έβαλε το χέρι του. Έχοντας το ένα χέρι μέσα στα σπλάχνα του και το άλλο στον λαιμό του άρχισε να ψιθυρίζει...

"Με την τελευταία σου ανάσα, καθώς η ψυχή σου σε αφήνει και όλη σου η ζωή περνά μπροστά από τα μάτια σου, όλη η γνώση σου δική μου θα γίνει."

Τα μάτια του μάγου πυράκτωσαν και την ώρα που ο ιερέας πέθαινε στα χέρια του χιλιάδες εικόνες, γνώσεις, εμπειρίες ζωής εντυπώθηκαν στο μυαλό του. Τα περισσότερα του ήταν άχρηστα, σχεδόν όλα του ήταν αδιάφορα. Για ένα πράγμα είχε έρθει στην εκκλησία εκείνο το βράδυ και ακόμη δε το είχε δει. Μια απλή πληροφορία αναζητούσε. Μια τοποθεσία που κρατούσε φυλαγμένο και εξαφανισμένο από την ανθρωπότητα κάτι εξαιρετικά πολύτιμο για τον ίδιο. Όμως δε περίμενε να συναντήσει τέτοια δυσκολία. Ήταν καλά κρυμμένο. Έβαλε όλη του τη δύναμη. Μια έκρηξη ενέργειας σάρωσε το ναό. Έσπρωξε τα καθίσματα και όλα τα αντικείμενα προς τους τοίχους, έσπασε όλα τα τζάμια από τα λιγοστά παράθυρα. Και τότε τον είδε να συνομιλεί με ένα από τα προηγούμενα θύματά του και να μαθαίνει το πολυπόθητο μυστικό. Ένα χαμόγελο έκανε την εμφάνισή του. Αυτό που έψαχνε επιτέλους το βρήκε. Τον παίδεψε αλλά ήταν αποφασισμένος να μη φύγει από εκεί αν δε το ανακάλυπτε. Μάλιστα εντυπωσιάστηκε από την αποκάλυψη. Βρήκε τη κρυψώνα ιδιαίτερα έξυπνη, κάτι που τον έκανε να νιώσει ακόμη πιο σπουδαίος αφού κατάφερε και την ανακάλυψε. Κοίταξε τον νεκρό ιερέα στα μάτια που είχαν μείνει ανοιχτά και καθώς τον πέταγε με δύναμη στο πάτωμα είπε...

"Ήσουν απλά ένα εμπόδιο στο δρόμο μου, ένα νήμα που έπρεπε να κοπεί."

Προχώρησε προς την έξοδο του ναού. Τα δύο κοράκια τον ακολούθησαν. Βγήκε στο προαύλιο, σήκωσε το κεφάλι του και απευθυνόμενος στα δεκάδες κοράκια φώναξε...

"Είστε ελεύθερα."

Άνοιξαν τα φτερά τους και κάνοντας αρκετό θόρυβο πέταξαν μακρυά. Ο μάγος ανέβασε τον γιακά από το μακρύ μαύρο δερμάτινο παλτό που φορούσε και χάθηκε μέσα στη νύχτα όσο πιο αθόρυβα μπορούσε.


Μεσημέρι, δύο μέρες μετά

Το μεγάλο μαύρο αυτοκίνητο σταμάτησε στην άκρη του δρόμου. Η πόρτα του οδηγού άνοιξε και ένας νεαρός βγήκε έξω και πήγε στην εκ διαμέτρου αντίθετη πίσω πόρτα. Την άνοιξε και από μέσα ξεπρόβαλε ένας ψηλός άντρας γύρω στα 40. Τα έντονα χαρακτηριστικά του, το σχολαστικά φροντισμένο του μούσι, οι πολλές γωνίες του προσώπου του του έδιναν μια γοητεία στην εμφάνιση που με τη βοήθεια ενός φίλτρου μαγνήτιζε απίστευτα τα βλέμματα των θνητών. Δεν είχε ανάγκη ένα τέτοιο φίλτρο αλλά η μεγαλομανία και η αλαζονεία του δε του άφηναν και πολλά περιθώρια. Μάλιστα το να περνά απαρατήρητος δε τον ένοιαζε και ήταν κάτι που άφηνε για τους υπόλοιπους μάγους. Το όνομά του...Nicolas Silverlock και βασικό του γνώρισμα η σκοτεινή μαγεία. Μάλιστα ο Nicolas ήταν από τους πιο δυνατούς μάγους με μεγάλες ικανότητες και γνώσεις που κρατούσε μόνο για τον εαυτό του. Η χαρά του εκείνη την ημέρα δε περιγραφόταν αφού όλα έδειχναν πως η αναζήτηση που τον απασχόλησε τέσσερα χρόνια τώρα θα έφτανε στο τέλος της.

Ο Nicolas έψαχνε τα τελευταία χρόνια ένα αρχαίο και χαμένο ξόρκι μαύρης μαγείας. Ένα απαγορευμένο μαγικό που θα του εξασφάλιζε μια δικλείδα ασφαλείας στη περίπτωση που τα σχέδιά του δε θα είχαν τη κατάληξη που επιθυμούσε. Είχε διαβάσει γι' αυτό σε ένα βιβλίο που βρήκε τυχαία σε ένα ράφι στη βιβλιοθήκη των γονιών του και είχε βάλει σκοπό της ζωής του να βρει το που βρίσκεται. Τα πρώτα βήματα της αποστολής του ήταν εύκολα καθώς στο βιβλίο αναφερόταν το τελευταίο άτομο που το είχε στην κατοχή του. Οι έρευνες ξεκίνησαν το 1978, η μια πληροφορία διαδεχόταν την άλλη, τα πτώματα που άφησε στο διάβα του ξεπερνούσαν τα δέκα και τώρα αυτή η πορεία μετά και από τη δολοφονία του Πατέρα Patrick έφτανε στο τέρμα της. Μάλιστα πάντα από ένα σημείο και μετά τη καθολική εκκλησία έβρισκε μπροστά του. Το ξόρκι είχε έρθει στα χέρια καθολικών ιερέων και αυτοί το εξαφάνισαν μαζί με αμέτρητα άλλα ξόρκια μιας και κύριο μέλημά τους ήταν να κρατήσουν τη μαγεία κρυφή από τους πιστούς και την ανθρωπότητα γενικότερα. Ο Πατέρας Patrick, που δυσκολεύτηκε πολύ να εντοπίσει, ήταν ο μοναδικός εν ζωή ιερέας που γνώριζε τη τοποθεσία του συγκεκριμένου μαγικού και τώρα αυτή η γνώση είχε γίνει δική του.

Δεν ήταν όμως μόνο αυτά. Την αναζήτησή του τη κράτησε μυστική. Δεν είχε πει λέξη σε κανέναν μάγο. Άλλωστε δεν είχε και τις καλύτερες σχέσεις με τους περισσότερους του "είδους" του, δεν τους θεωρούσε αντάξιούς του. Στις έρευνές του εμπιστευόταν μόνο τους φτερωτούς του φίλους, τα κοράκια. Ήταν τα μάτια του που παρατηρούσαν τα πάντα. Για μερικές απλές δουλειές χρησιμοποιούσε κοινούς θνητούς, αφού του ήταν εύκολο να τους χειραγωγήσει, να τους χρησιμοποιήσει για τους δικούς του σκοπούς χωρίς καν να τους πει την αλήθεια.

Περπάτησε μόνος του ανάμεσα στους κατοίκους του Παρισιού. Στον οδηγό του έδωσε εντολή να μη τον ακολουθήσει. Δεν έδινε τη παραμικρή σημασία στους θνητούς που ως επί το πλείστον κατευθύνονταν προς τον ίδιο προορισμό. Διέσχισε με αργό ρυθμό τη γέφυρα του Σηκουάνα και έφτασε στο μικρό νησί. Σταμάτησε, σήκωσε το κεφάλι του και ένιωσε δέος με το θέαμα. Ο καθεδρικός ναός της Παναγίας των Παρισίων στεκόταν μεγαλοπρεπής μπροστά του. Δέος δεν είχε νιώσει στη ζωή του πολλές φορές όμως η γοτθικού τύπου αρχιτεκτονική του ναού τον εντυπωσίασε. Αυτό που έψαχνε ήταν μέσα σε έναν από τους πιο όμορφους και γνωστούς ναούς του κόσμου. Έτυχε να είναι εκεί. Οι αναμνήσεις του Πατέρα Patrick του έδειξαν καθαρά πως το ξόρκι που αναζητούσε με τόση μανία βρισκόταν εδώ και χρόνια στη γυάλινη προθήκη του σκηνώματος της Αγίας Μπερναντέτ της Λούρδης και συγκεκριμένα κάτω από το μεταλλικό ταμπελάκι με το όνομα της Αγίας. Τα ανέπαφα από τη πάροδο του χρόνου λείψανα της Αγίας Μπερναντέτ συνήθως οι πιστοί τα έβρισκαν και μπορούσαν να τα προσκυνήσουν στη Νεβέρ της Γαλλίας. Όμως όχι για τις τρέχουσες πέντε μέρες. Το σκήνωμα μια μέρα πριν είχε μεταφερθεί στη Παναγία των Παρισίων ώστε να έχουν τη δυνατότητα και οι πολλοί καθολικοί της Γαλλικής πρωτεύουσας να το προσκυνήσουν. Και δε τον χαλούσε καθόλου μια γρήγορη επίσκεψη στη πόλη του φωτός.

Μπήκε στον ναό, προχώρησε αρκετά και για λίγη ώρα έμεινε ακίνητος να κοιτάζει το πανέμορφο, πολύχρωμο και ξακουστό βιτρό. Σύντομα όμως αναζήτησε τη θέση του σκηνώματος. Δεν είχε σκοπό να χάσει άλλο χρόνο. Σε μια άκρη είδε τους πιστούς που περίμεναν να δούνε από κοντά τα λείψανα και να προσκυνήσουν..."Επιτέλους."...είπε και το βλέμμα του άστραψε. Δεν έκανε τον κόπο να πλησιάσει το γυάλινο φέρετρο. Άπλωσε τα χέρια του, ένωσε τις παλάμες του, τα σήκωσε μέχρι το ύψος του θώρακα και την ώρα που φώναζε..."Ανοίξτε μου δρόμο!"...απομάκρυνε το ένα χέρι από το άλλο απότομα. Μια αόρατη δύναμη μετακίνησε βίαια τους πιστούς και τους λοιπούς επισκέπτες δεξιά και αριστερά. Τους έριξε κάτω τους περισσότερους. Η πρώτη σκέψη όλων ήταν ότι γινόταν ένας σεισμός. Γρήγορα όμως συνειδητοποίησαν πως το συμβάν ήταν στιγμιαίο και δεν έμοιαζε με το γεωλογικό φαινόμενο. Στο ναό επικράτησε πανικός. Φωνές, κραυγές για βοήθεια, κάποιοι μάλιστα τραυματίστηκαν από το κτύπημα. Άλλωστε αρκετοί ήταν μεγάλης ηλικίας. Προσπάθησαν να φύγουν, να εγκαταλείψουν τη φημισμένη Notre Dame τρομοκρατημένοι από το ανεξήγητο γεγονός αλλά ήταν άδικος κόπος καθώς ο Nicolas έχοντας φλογισμένα εδώ και ώρα μάτια συμπλήρωσε...

"Μα που πάτε; Δε βλέπετε πως οι πόρτες είναι κλειδωμένες!"

Και όντως οι πόρτες ήταν κλειστές. Μάταια προσπαθούσαν να τις ανοίξουν. Τουλάχιστον αυτό έβλεπαν με τα μάτια τους οι κοινοί θνητοί. Στη πραγματικότητα όμως αυτό νόμιζαν πως έβλεπαν αφού οι πόρτες δεν είχαν κλείσει ποτέ. Ο Nicolas δεν είχε σκοπό να τους αφήσει να φύγουν, όχι ακόμη, οπότε έκανε κάτι που λάτρευε. Έπαιξε με το μυαλό τους. Η αναστάτωση εντάθηκε κι άλλο. Κάποιοι που άκουσαν τον Nicolas και κατάλαβαν πως με έναν περίεργο τρόπο αυτός ευθύνεται για τον πανικό προσπάθησαν να του επιτεθούν αλλά φυσικά και δε τα κατάφεραν. Ο ισχυρός μάγος τους απώθησε όλους. Τους έδιωχνε μακριά του με ένα του νεύμα. Πλέον στεκόταν μπροστά στα λείψανα της Αγίας. Κοίταξε το σκήνωμα αλλά δεν ένιωσε ίχνος δισταγμού. Δε πίστευε ούτε στο Θεό ούτε σε τίποτε άλλο, παρά μόνο στον εαυτό του. Ακούμπησε τις άκρες όλων των δακτύλων του αριστερού του χεριού πάνω στο γυάλινο φέρετρο λέγοντας..."Ρωγμές!"...Αμέσως στα πέντε σημεία επαφής το γυαλί άρχισε να ραγίζει και μέσα σε μερικά δευτερόλεπτα η προθήκη έγινε θρύψαλα καταστρέφοντας μερικώς το μέχρι τώρα άφθαρτο σώμα της Αγίας. Και ενώ πολλοί τον φώναζαν βλάσφημο, χωρίς βέβαια να τολμούν τίποτε περισσότερο, ο Nicolas με την άκρη της λεπίδας ενός μικρού μαχαιριού που έβγαλε από τη ζώνη του ξεκόλλησε το ταμπελάκι με τις πληροφορίες για την Αγία από τη ξύλινη βάση. Το έπιασε στα χέρια του με λαχτάρα, το γύρισε από την ανάποδη και χαμογέλασε με ανακούφιση. Το σκοτεινό ξόρκι ήταν εκεί, σκαλισμένο στη πίσω μεριά. Δε το διάβασε, απλά πέρασε το βλέμμα του πάνω από τη μαγική φράση. Η πληροφορία που είχε βρει στο βιβλίο των γονιών του ήταν αληθινή. Ήλπιζε ωστόσο και το ξόρκι να δράσει όταν και αν ερχόταν εκείνη η ώρα. Το γεγονός ότι η καθολική εκκλησία το κρατούσε κρυφό τόσα χρόνια βέβαια ήταν μια ικανοποιητικότατη απόδειξη για τη γνησιότητά του. Τώρα πια ήταν πανέτοιμος για να θέσει σε εφαρμογή τα σχέδιά του.

Έβαλε την ασημένια πλακέτα σε μια εσωτερική τσέπη του παλτού του και όταν έβγαλε το χέρι του αυτό δεν ήταν άδειο αλλά κρατούσε δύο φιαλίδια που περιείχαν δύο διαφορετικά μεταξύ τους φίλτρα. Τα πέταξε ψηλά στον αέρα και κάνοντας μια υπόκλιση προς τους επισκέπτες της Notre Dame τους είπε...

"Είσαστε υπέροχο κοινό!"

Μόλις τα φιαλίδια έσπασαν πέφτοντας στο έδαφος ένας πυκνός μαύρος καπνός εξαπλώθηκε στον ναό μέσα στον οποίο ο Nicolas εξαφανίστηκε. Μέσα σε μερικά λεπτά ο καπνός διαλύθηκε, τις πόρτες τις έβλεπαν πια ανοιχτές και όλοι κοίταζαν ο ένας τον άλλον χωρίς να μπορούν να πούνε με σιγουριά το τι είχε συμβεί. Κανείς τους δε θυμόταν το παραμικρό από την εισβολή του Nicolas, ούτε φυσικά μπορούσαν να δικαιολογήσουν τα ήπια τραύματα ορισμένων που είχαν προκληθεί από το πρώτο κτύπημα. Σα κάποιος να είχε διαγράψει τα τελευταία λεπτά της ώρας από τη μνήμη τους. Και όλο αυτό ήταν έργο του φίλτρου που είχε το δεύτερο φιαλίδιο.

Λίγα μέτρα έξω από την Παναγία των Παρισίων ο Nicolas περπατούσε μέσα στο πλήθος. Δε γύρισε ούτε στιγμή να κοιτάξει πίσω του. Έφτασε στο αυτοκίνητο, μπήκε μέσα και κάθισε εξαιρετικά ευτυχισμένος. Η αποστολή του ολοκληρώθηκε με απόλυτη επιτυχία. Τουλάχιστον το πρώτο τμήμα της. Επόμενος σταθμός του, η Νέα Υόρκη. Τις προσεχείς μέρες είχε ένα ραντεβού που δεν ήθελε να χάσει με τίποτε.