Τρίτη, 23 Αυγούστου 2011

4. Καθρέφτης

Στεκόταν μπροστά στον καθρέφτη και ήταν λες και ο χρόνος είχε σταματήσει. Ακίνητος, είχε κολλήσει το βλέμμα του στο είδωλό του. Παγιδευμένος εδώ και 80 χρόνια στην ηλικία των 35, μελαχροινός, αρκετά ψηλός, με ζεστά καφεπράσινα μάτια και ένα ιδιαίτερα φροντισμένο μούσι, κάτι παραπάνω από γοητευτικός. Άλλωστε οι βρικόλακες είναι ειδικοί στο να γοητεύουν τα θύματά τους και η εντυπωσιακή εμφάνιση είναι το κυριότερο όπλο τους. Το χαμόγελο που απέκτησε κατά τη διάρκεια της χθεσινής νύχτας ήταν ακόμη εκεί. Πώς μπορούσε να γίνει διαφορετικά αφού η Έλενα ήταν τόσο γλυκιά, κοντά στη δική του φαινομενική ηλικία και σου κέρδιζε αμέσως το ενδιαφέρον με το εξαιρετικά έξυπνο και σπινθηροβόλο της βλέμμα.

Νιώθοντας μια απίστευτη αισιοδοξία μέσα του, του ήρθε ξαφνικά η διάθεση να συνεχίσει το νέο του βιβλίο. Τίτλο ακόμη δεν είχε σκεφτεί αλλά το κεντρικό του θέμα τον βασάνιζε εδώ και χρόνια...Η ψυχή, η αναζήτησή της, το ταξίδι της, τι είναι ψυχή...Ο Μάρκος μάλιστα πάντα αναρωτιόταν αν ο ίδιος είχε ψυχή ή αν την είχε χάσει τη στιγμή της μεταμόρφωσής του.

Όλο το πρωινό ασχολήθηκε με το γράψιμο με μεγάλο ενθουσιασμό και αρκετή έμπνευση όταν κατά το μεσημέρι, ίσως και εξαιτίας του "δύσκολου" θέματος του βιβλίου, σκοτεινές και απαισιόδοξες σκέψεις έκαναν την εμφάνισή τους. Σε ποια νέα αρχή ήταν δυνατόν να πιστέψει από τη στιγμή που είναι βρικόλακας; Τι μέλλον θα μπορούσε να έχει μια οποιουδήποτε είδους σχέση με έναν θνητό; Και αν τον έβαζε σε κίνδυνο; Και αν η δίψα μέσα του ξυπνούσε; Πώς θα αντιδρούσε το πρόσωπο που θα έχει απέναντι του όταν μάθει πως είναι βρικόλακας; Πώς θα κρύβει κάτι τόσο ουσιαστικό και μεγάλο; Με ποια δικαιολογία θα εξαφανίζεται κατά τη διάρκεια της μέρας; Γενικότερα η όλη ιδέα της σχέσης, ακόμη και της απλής συναναστροφής, ξαφνικά τον άγχωσε. Μήπως καλύτερα να μη πήγαινε αυτό το βράδυ στο εστιατόριο; Η ώρα πλησίαζε και ο ίδιος ήταν πιο μπερδεμένος και αναποφάσιστος από ποτέ.

Πέμπτη, 4 Αυγούστου 2011

3. Έλενα

Οι ώρες πέρασαν εκπληκτικά γρήγορα. Τουλάχιστον έτσι ένιωσε ο Μάρκος. Ίσως να ήταν από τον έντονο ενθουσιασμό του και τη λαχτάρα του να φύγει από το σπίτι αυτό το βράδυ. Διάλεξε με ιδιαίτερη προσοχή τα ρούχα του, περιποιήθηκε τον εαυτό του (όχι ότι το είχε και μεγάλη ανάγκη) και μόλις χάθηκαν και οι τελευταίες ακτίνες του ήλιου άφησε πίσω του την ασφάλεια του διαμερίσματός του. Κατευθύνθηκε προς το αγαπημένο του εστιατόριο με σχετικά γρήγορο ρυθμό και έχοντας διάθεση για κουβέντα, γιατί όχι και για φλερτ, ενώ το βλέμμα του ήταν πιο διαπεραστικό από ποτέ. Φτάνοντας με χαρά διαπίστωσε πως το τραπέζι που τις περισσότερες φορές του αρέσει να κάθεται είναι άδειο. Κάθισε, χαλάρωσε και έριξε μια γρήγορη ματιά γύρω του. Απόψε δεν είχε διάθεση να ακούσει τις σκέψεις κανενός. Σχεδόν αμέσως τα μάτια του εστίασαν σε μια πολύ γλυκιά παρουσία που δεν είχε ξαναδεί εκεί παρά το γεγονός ότι είναι κατά πάσα πιθανότητα ο πιο τακτικός πελάτης του μαγαζιού. Πριν προλάβει να τη κοιτάξει με τον τρόπο που μόνο οι βρικόλακες ξέρουν η κοπέλα είπε κάτι στον υπεύθυνο του μαγαζιού και έφυγε. Αμέσως ο Μάρκος σηκώθηκε και τον πλησίασε μιας και ήθελε όσο τίποτε άλλο εκείνη τη στιγμή να μάθει ποια είναι η κοπέλα που του έκλεψε το βλέμμα.

"Καλησπέρα Άλεξ, πώς είσαι σήμερα; Το μαγαζί πάντως βλέπω είναι σχεδόν γεμάτο."
"Γεια σου Μάρκο. Ναι, ευτυχώς η δουλειά πάει καλά. Πως και άφησες το τραπέζι σου; Συνήθως είσαι πολύ...ας πω αθόρυβος."
"Ήθελα να σε ρωτήσω κάτι...Ποια ήταν η κοπέλα που έφυγε πριν λίγο; Δε την έχω ξαναδεί εδώ."
"Ε είναι λογικό να μη την έχεις ξαναδεί, αφού έλειπε από τη πόλη εδώ και 15 χρόνια. Έφυγε αμέσως μετά από τη μαύρη μέρα της σφαγής."

Ο Άλεξ ανήκε στη μειοψηφία των ανθρώπων που πίστεψαν πως μια συμβίωση με τους βρικόλακες είναι εφικτή. Θεωρούσε πως όπως και στους θνητούς, υπάρχουν παντού και "καλοί" και "κακοί" και πως δεν είναι δυνατόν όλους να τους βάλουν στο ίδιο τσουβάλι χωρίς να τους δώσουν καμία ευκαιρία να αποδείξουν το ποιοι είναι και τι προθέσεις έχουν.

"Και πως είπαμε πως τη λένε;"
"Διακρίνω ένα ενδιαφέρον από μέρους σου Μάρκο ή κάνω λάθος;"
Χαμογέλασαν και οι δύο.
"Έλενα τη λένε!"
Τότε μια ευγενική φωνή ακούστηκε από πίσω τους...
"Μάλλον πρέπει να μιλάτε για εμένα."
Ο Μάρκος για λίγο σταμάτησε και σε μερικά δευτερόλεπτα γύρισε. Τότε τα βλέμματά τους συναντήθηκαν.
"Όπως σου είπε και ο Άλεξ, είμαι η Έλενα."
"Και εγώ είμαι ο Μάρκος."

Η βραδιά πέρασε υπέροχα με ήρεμη κουβέντα γύρω από θέματα γενικού ενδιαφέροντος, ενώ ο Άλεξ που ήταν πάντα διακριτικός τους άφησε μόνους τους λέγοντας πως έχει θέματα του μαγαζιού να φροντίσει. Η Έλενα ενθουσιάστηκε όταν έμαθε πως ο Μάρκος είναι συγγραφέας. Μάλιστα μόλις άκουσε και το ψευδώνυμο με το οποίο υπογράφει συνειδητοποίησε πως έχει διαβάσει μερικά από τα βιβλία του και μάλιστα της άρεσαν πολύ. Ο Μάρκος με τη σειρά του βρήκε εξαιρετικά ενδιαφέρον το ότι η Έλενα είναι μουσικός και ξέρει να παίζει το μουσικό όργανο που πάντα τον συγκινούσε, δηλαδή το βιολί. Τελικά το γεγονός ότι η Έλενα ξέχασε το κινητό της και επέστρεψε να το πάρει τους χάρισε μια όμορφη νύχτα.

Τα μεσάνυχτα είχαν περάσει εδώ και αρκετή ώρα όταν ο Μάρκος γύρισε στο διαμέρισμά του. Η Έλενα του είχε κερδίσει το ενδιαφέρον και με το παραπάνω και το χαμόγελο δεν έλεγε να φύγει από το πρόσωπό του. Δεν το μετάνιωσε στιγμή που αυτό το βράδυ αποφάσισε να αφήσει τη θέση του παρατηρητή. Η διάθεσή του ανέβηκε ακόμη περισσότερο όταν θυμήθηκε πως λίγο πριν μπει στο ταξί που θα τη πήγαινε στο σπίτι της του είπε πως και την επόμενη μέρα πάλι στο εστιατόριο θα ήταν και πως θα την έκανε πολύ χαρούμενη και η δική του παρουσία εκεί. Ο ήλιος ήταν έτοιμος να ανατείλει και ο Μάρκος τράβηξε τις σκούρες κουρτίνες αφού έριξε μια τελευταία ματιά στα φώτα της πόλης. Ταυτόχρονα σκεφτόταν πως η σημερινή έξοδος ίσως ήταν το ξεκίνημα μιας νέας αρχής.