Δευτέρα, 18 Ιουλίου 2011

2. Σκοτάδι Και Φωτιά

Είχαν περάσει κιόλας αρκετές ώρες που επέστρεψε στο σπίτι του. Το προηγούμενο βράδυ γύρισε πιο νωρίς από ποτέ. Η σκέψη του είχε μείνει κολλημένη στις εικόνες που ο άντρας του εστιατορίου είχε στο μυαλό του. Δεν είχε καμία όρεξη να συνεχίσει το νέο του μυθιστόρημα και ας τον πίεζε ο εκδότης του. Ο Μάρκος είναι συγγραφέας εδώ και αρκετά χρόνια. Τον εκδότη του δε τον είχε συναντήσει ποτέ αλλά αυτό δε του στάθηκε ούτε μία στιγμή εμπόδιο μιας και τα βιβλία του, που τα έγραφε με ψευδώνυμο, ήταν πάντα πραγματικά καλά και κυρίως γιατί όταν τα χρήματα υπάρχουν και μάλιστα τόσο άφθονα όλες οι πόρτες ανοίγουν και όλες οι παραξενιές δικαιολογούνται. Ο ήλιος είχε ήδη αρχίσει να ξεπροβάλλει στον ορίζοντα όπως μαρτυρούσαν και οι λιγοστές ακτίνες που έμπαιναν στο δωμάτιο από το μικρό άνοιγμα της κουρτίνας. Σηκώθηκε και έβαλε την αγαπημένη του κινηματογραφική μουσική που τις περισσότερες φορές τον χαλάρωνε. Τότε το ταξίδι στο παρελθόν ξεκίνησε.

Ήταν 14 Μαΐου του 1996 όταν άλλαξε ο κόσμος του. Τους προηγούμενους πέντε μήνες είχαν συμβεί στο Λονδίνο πολλοί μαζικοί και φρικιαστικοί φόνοι. Η αστυνομία εκμεταλλευόμενη την "απροσεξία" των δραστών έφτασε στη σοκαριστική ανακάλυψη πως πίσω από τους φόνους κρύβονταν βρικόλακες. Οι πληροφορίες για την ύπαρξη των βρικολάκων μέσα σε λίγες μέρες διέρρευσαν στη δημοσιότητα. Η ανθρωπότητα αντέδρασε έντονα. Ο φόβος για το άγνωστο που ήταν σε μεγάλο βαθμό δικαιολογημένος οδήγησε τους βρικόλακες, τουλάχιστον τους πιο συνετούς και εξανθρωπισμένους από αυτούς, να πάρουν μια πάρα πολύ λάθος απόφαση όπως αποδείχτηκε αργότερα. Οι βρικόλακες αποκαλύφθηκαν επίσημα στον κόσμο. Η πλειοψηφία τους πίστευε και ήλπιζε σε μια ειρηνική συμβίωση με τους κοινούς θνητούς. Γι' αυτό και υποστήριξαν πως οι απλοί άνθρωποι δεν έχουν τίποτε να φοβηθούν από την ύπαρξή τους καθώς οι περισσότεροι (δυστυχώς βέβαια όχι και όλοι) είχαν μάθει εδώ και πολλές δεκαετίες να ζούνε χωρίς ανθρώπινο αίμα. Τα πράγματα ηρέμησαν αλλά ήταν απλά η ηρεμία πριν τη μεγάλη και άγρια καταιγίδα. Στις 14 Μαΐου ξεκίνησε η σφαγή. Οι άνθρωποι τον τελευταίο μήνα μυστικά μάζευαν στοιχεία για το που βρίσκονται οι δηλωμένοι βρικόλακες. Είχαν απαιτήσει από τους βρικόλακες να δηλώσουν τα ονόματά τους και τα υπόλοιπα στοιχεία τους, καθώς μόνο έτσι θα τους αποδέχονταν και αυτοί απλά δάγκωσαν το δόλωμα αφού το είδαν σα μια πράξη καλής θέλησης. Το βράδυ της 14ης Μαΐου, ακριβώς μόλις χάθηκε ο ήλιος και ήταν πλέον ελεύθεροι να βγούνε έξω, δεκάδες βρικόλακες κάηκαν στα σπίτια τους ή αποκεφαλίστηκαν, ανάλογα με τη περίσταση, από τις συντονισμένες επιθέσεις τους στρατού, της αστυνομίας αλλά και απλών πολιτών που ήθελαν να συμμετέχουν στις σχεδιασμένες μέχρι και τη τελευταία λεπτομέρεια επιχειρήσεις. Βρικόλακες τυλιγμένοι στις φλόγες συχνά πετάγονταν από τα φλεγόμενα σπίτια τους. Αν δεν έβρισκαν θάνατο από τη φωτιά, το μέταλλο ήταν αυτό που τους αποτελείωνε. Φυσικά δεν ήταν λίγες και οι απώλειες από τη πλευρά των ανθρώπων αφού κάποιοι βρικόλακες πρόλαβαν πριν έρθει το τέλος να αμυνθούν. Κανένας θρήνος, κανένα δάκρυ, μόνο οι κραυγές έμειναν από εκείνο το βράδυ. Κάτι αντίστοιχο δεν έγινε μόνο στο Λονδίνο αλλά ταυτόχρονα σε όλο το κόσμο. Το 95% των βρικολάκων πέθαναν μέσα σε λίγες ώρες είτε το άξιζαν είτε όχι. Οι υπόλοιποι κυνηγήθηκαν και εξοντώθηκαν μέσα στις επόμενες μέρες. Τελικά η ανθρωπότητα τους θεώρησε τέρατα, απειλή και τίποτε άλλο. Ο Μάρκος που έτσι κι αλλιώς ζούσε απομονωμένος από επιλογή, κρύφτηκε σε μια ιδιόκτητη μονοκατοικία που βρισκόταν έξω από τη πόλη και που δε γνώριζε καμιά επίσημη αρχή. Για εβδομάδες έμεινε κάτω από το έδαφος στο απόλυτο σκοτάδι, ενώ τα πολλά υλικά αγαθά που του άφησαν οι γονείς του τον βοήθησαν γενικά πολύ τον πρώτο καιρό. Μετά από ένα διάστημα και αφού οι θνητοί είχαν πάψει να ασχολούνται ιδιαίτερα με το θέμα των βρικολάκων ήρθε και εγκαταστάθηκε στο διαμέρισμα που μένει ακόμη και σήμερα.

Το ρολόι στον τοίχο χτύπησε αρκετές φορές μέχρι που άνοιξέ τα μάτια του και επανήλθε στο παρών. Η ώρα είχε πάει κιόλας 2 το μεσημέρι, το cd player είχε πάψει να παίζει πια και αναρωτήθηκε γιατί ήταν ανάγκη αυτή τη μέρα να θυμηθεί ξανά όλα αυτά που έκανε τόσο κόπο να ξεχάσει. Ο Μάρκος είχε πίστη στην ανθρωπότητα αφού την ανθρωπιά του δε την είχε χάσει σχεδόν ποτέ μετά τη μεταμόρφωσή του και γι' αυτό ένιωθε τόσο απογοητευμένος και προδομένος από την αντίδρασή τους. Σηκώθηκε, έβαλε δυνατά ένα album με αγαπημένα symphonic metal τραγούδια που έμαθε να λατρεύει τα 5 τελευταία χρόνια, κοιτάχτηκε στον καθρέφτη και είπε "Απόψε όλα αλλάζουν".